Η υπόθεση του Ιταλού κοσμηματοπώλη, που καταδικάστηκε επειδή πυροβόλησε και σκότωσε δύο από τους ληστές που είχαν εισβάλει στο κατάστημά του, έχει προκαλέσει έντονες και ποικίλες αντιδράσεις. Πολλοί...
Η υπόθεση του Ιταλού κοσμηματοπώλη, που καταδικάστηκε επειδή πυροβόλησε και σκότωσε δύο από τους ληστές που είχαν εισβάλει στο κατάστημά του, έχει προκαλέσει έντονες και ποικίλες αντιδράσεις.
Πολλοί αναρωτιούνται, πώς είναι δυνατόν να καταδικάζεται το θύμα και όχι οι εγκληματίες.
Το ερώτημα είναι, αν μη τι άλλο, εύλογο.
Η απάντηση, όμως, βρίσκεται σε μια θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου... Το ποινικό δίκαιο, σχεδόν όλων των δημοκρατικών κρατών, αναγνωρίζει το δικαίωμα της νόμιμης άμυνας.
Αναγνωρίζει δηλαδή, ότι όταν κάποιος δέχεται μια άδικη και άμεση επίθεση, μπορεί να χρησιμοποιήσει ακόμη και σοβαρή βία προκειμένου να προστατεύσει τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα.
Δεν απαιτεί συνεπώς από τον πολίτη, να παραμείνει παθητικός απέναντι σε έναν ένοπλο επιτιθέμενο.
Υφίσταται, όμως, ένα κρίσιμο και ιδιαίτερα σημαντικό όριο εν προκειμένω: η άμυνα δικαιολογείται, ενόσω διαρκεί η επίθεση.
Από τη στιγμή που ο δράστης παύει να επιτίθεται και επιχειρεί να διαφύγει, ο νομικός χαρακτήρας της πράξης αλλάζει.
Η χρήση θανατηφόρας βίας, δεν αποσκοπεί πλέον στην απόκρουση ενός άμεσου κινδύνου, αλλά στην εξουδετέρωση ή την τιμωρία του δράστη...και η τιμωρία, σε ένα πραγματικό κράτος δικαίου, δεν ανήκει στον πολίτη...ανήκει στον θεσμό της δικαιοσύνης.
Αυτό, δεν σημαίνει ότι ο κοσμηματοπώλης δεν βίωσε φόβο - ψυχικό πάθος ή ότι δεν βρέθηκε σε κατάσταση σοκ.
Αντιθέτως, είναι απολύτως ανθρώπινο να υποθέσει κανείς ότι ένας άνθρωπος που μόλις έχει δεχθεί ένοπλη ληστεία, δύσκολα μπορεί να σκεφτεί ψύχραιμα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Αυτή η ψυχολογική διάσταση, είναι σημαντική και μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής ή ακόμη και σε διαδικασίες, όπως η απονομή χάριτος.
Δεν αναιρεί όμως τη βασική αρχή, ότι η νόμιμη άμυνα έχει όρια!... Αν δεχθούμε ότι κάθε πολίτης μπορεί να καταδιώκει και να σκοτώνει έναν δράστη, επειδή προηγουμένως αυτός τον λήστεψε ή τον απείλησε, τότε ουσιαστικά μεταφέρουμε τη λειτουργία της δικαιοσύνης από τα δικαστήρια, στα χέρια του καθενός.
Αυτό, οδηγεί σε μια κοινωνία όπου η υποκειμενική εκδίκηση, συγχέεται με τη δικαιοσύνη... Βεβαίως, υπάρχει και η άλλη πλευρά: πολλοί πολίτες, αισθάνονται ότι οι έννομες τάξεις συχνά προστατεύουν υπερβολικά τους εγκληματίες και αφήνουν τα θύματα να αισθάνονται εγκαταλελειμμένα.
Αυτή η κριτική, δεν είναι πάντα αβάσιμη και αξίζει σοβαρή συζήτηση.
Η αποτελεσματική αστυνόμευση, η ταχεία απονομή δικαιοσύνης και η πραγματική προστασία των θυμάτων, είναι απαραίτητα στοιχεία για να υπάρχει εμπιστοσύνη από τους πολίτες προς τους θεσμούς. όμως, άλλο πράγμα είναι η ανάγκη για αυστηρότερη αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και άλλο η κατάργηση των ορίων της νόμιμης άμυνας.
Προσωπικά, θεωρώ ότι η νομική κρίση στην υπόθεση αυτή είναι συνεπής, με μια βασική αρχή του ποινικού δικαίου: όσο υπάρχει άμεση απειλή, ο πολίτης έχει δικαίωμα να αμυνθεί ακόμη και δυναμικά.
Όταν όμως η επίθεση έχει λήξει και ο δράστης απομακρύνεται, η χρήση θανατηφόρας βίας, δεν αποτελεί πλέον άμυνα αλλά κάτι διαφορετικό... Αυτό, δεν σημαίνει ότι ο κοσμηματοπώλης είναι ηθικά ισοδύναμος με τους ληστές.
Ούτε σημαίνει ότι η υπόθεσή του δεν αξίζει επιείκεια, ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες ενήργησε.
Σημαίνει, όμως, ότι το κράτος δικαίου στηρίζεται σε μια δύσκολη αλλά αναγκαία διάκριση: αναγνωρίζει το δικαίωμα του πολίτη να προστατεύσει τη ζωή του, αλλά δεν του αναγνωρίζει το δικαίωμα να απονέμει ο ίδιος τη δική του "δικαιοσύνη", όταν ο κίνδυνος έχει πλέον παρέλθει.
Αυτή η διάκριση, είναι πολλές φορές δύσκολη στην πράξη.
Είναι ωστόσο, μία από τις θεμελιώδεις γραμμές, που χωρίζουν ένα κράτος δικαίου, από μια κοινωνία όπου η δικαιοσύνη απονέμεται με βάση την προσωπική και υποκειμενική αίσθηση εκδίκησης...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους