[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Στο τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου του The Books' Journal που μόλις κυκλοφόρησε έγραψα ένα μεγαλούτσικο κείμενο για "Το «λογοτεχνικό φαινόμενο» Νταβίντ Ουκλές". Πριν λίγη ώρα ο David Uclés και οι Εκδόσεις...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Στο τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου του The Books' Journal που μόλις κυκλοφόρησε έγραψα ένα μεγαλούτσικο κείμενο για "Το «λογοτεχνικό φαινόμενο» Νταβίντ Ουκλές". Πριν λίγη ώρα ο David Uclés και οι Εκδόσεις Μεταίχμιο - Ekdoseis Metaixmio ανακοίνωσαν πως "Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια" ξεπέρασε τις 10.000 πωλήσεις στη χώρα μας.

Το μεγάλο μέγεθος του μυθιστορήματος, η μείξη Ιστορίας και μαγικού ρεαλισμού φαίνεται πως δεν πτόησαν το αναγνωστικό κοινό και στις παραλίες, μαζί με την Άγκαθα Κρίστι που παραμένει σταθερή αξία, θα πέφτει συχνά το μάτι σας και σε αναγνώστες που μαζί με τις βουτιές τους απολαμβάνουν και ένα βιβλίο για τον ισπανικό εμφύλιο! Με πάσα βεβαιότητα πια μπορούμε να πούμε πως η Χερσόνησος είναι το εκδοτικό hype του φετινού καλοκαιριού.

Το βιβλίο επιλέξαμε να διαβάσουμε και με τη Λέσχη Ανάγνωσης του τμήματος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ και να το συζητήσουμε στην επόμενη συνάντησή μας στα μέσα Σεπτεμβρίου (θα ακολουθήσει σχετική ανακοίνωση με την έναρξη του νέου ακαδημαϊκού έτους). Απόσπασμα από το κείμενό μου: Είναι ο Ουκλές εκπρόσωπος μιας αριστεράς με παρωπίδες που αρνείται να συνομιλήσει σε ένα κοινό συναινετικό πλαίσιο ή είναι μέλος μιας γενιάς που αρνείται να συμβιβαστεί και να κάνει εκπτώσεις στα πιστεύω της, μιας γενιάς που αρνείται να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με όσους θεωρεί υποστηρικτές των υπαιτίων για τη μεγαλύτερη πληγή της νεότερης ιστορίας της χώρας της; Δύσκολο να αποφανθεί ο απλός αναγνώστης, όσο απαλλαγμένο κι αν θεωρεί εαυτόν από ιδεολογικές ή άλλης μορφής προκαταλήψεις.

Αυτό που με βεβαιότητα όμως κατάφερε με το έργο του είναι να «εκπροσωπήσει» την πλευρά εκείνων που ήταν για δεκαετίες καταδικασμένοι στη σιωπή, τους αφανείς της Ιστορίας, τους ηττημένους, αυτούς που αναγκάστηκαν να ζουν κρυμμένοι και από τους οποίους αφαιρέθηκε το δικαίωμα να αρθρώσουν λόγο.

Αν η δημοκρατική τέχνη, η μόνη πολιτική τέχνη, ανεξαρτήτως περιεχομένου και δίχως να είναι στρατευμένη, είναι εκείνη που κατά τον σύγχρονο Γάλλο στοχαστή Jacques Ranciere, δίνει τον λόγο σε όσους παρέμειναν βωβοί, και «ανεβάζει στη σκηνή» τους αόρατους, διαταράσσοντας την κατεστημένη τάξη πραγμάτων και ανοίγοντας νέους δρόμους ελευθερίας, τότε με το βιβλίο του ο νεαρός λογοτέχνης έχει προσθέσει το δικό του λιθαράκι σε αυτό τον αγώνα καλλιτεχνικής και πολιτικής χειραφέτησης και, κυρίως, έκανε το νεότερο κοινό –που δείχνει να αντιμετωπίζει με αδιαφορία την ιστορία– να ασχοληθεί με ένα ζήτημα που παραμένει «ανοιχτή πληγή», όπως το έχει χαρακτηρίσει κι ο ίδιος, και συνεχίζει να πολώνει την ισπανική κοινωνία.

Μαγικός ρεαλισμός και ιστορική μνήμη Δεν είναι λίγες οι φορές που μια λαμπερή ή αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του καλλιτεχνικού χώρου εγείρει το αναπόφευκτο ερώτημα: έχει αναδειχθεί πράγματι λόγω της αξίας του έργου της ή επειδή με την παρουσία και τον δημόσιο λόγο της προκαλεί εντάσεις και απασχολεί τα μέσα; Και ειδικά για τον Ουκλές ίσως το σημαντικότερο ερώτημα που θα θέσει ο αναγνώστης διαβάζοντας το βιβλίο, που ο ίδιος έχει δηλώσει πως ίσως κανένα από τα έργα που μέλλει να γράψει μπορεί να μην το ξεπεράσει και να παραμείνει το magnum opus του, είναι το εξής: Τι το διαφοροποιεί από τα μέχρι τώρα δημοφιλή μυθιστορήματα για τον ισπανικό εμφύλιο; Χρωστά την αξία του μόνο στην παρουσία του μαγικού ρεαλισμού στις σελίδες του; Το ευρηματικό χρονικό της καταστροφής της οικογένειας Αρδολέντο λαμβάνει χώρα σε τέσσερα μόλις χρόνια και η αφήγησή του καταλαμβάνει 800 σελίδες (στην ελληνική έκδοση, 100 λιγότερες στην ισπανική). Το ογκώδες βιβλίο αποτελείται από τέσσερα μέρη συνοδευόμενα από τον πρόλογο, ένα ιντερλούδιο και τον επίλογο.

Η ιστορία ξεκινά στη Χάντουλα, το φανταστικό χωριό στον ισπανικό νότο, και ολοκληρώνεται στα γαλλικά σύνορα.

Με εξαίρεση τον σύντομο πρόλογο που περιλαμβάνει την αφήγηση των τελευταίων στιγμών ενός Ανδαλουσιανού πολιτοφύλακα, τελευταίου απογόνου της οικογένειας Αρδολέντο, που πολεμά τους ναζί στο οροπέδιο Γκλιέρ το 1944, το μυθιστόρημα εξιστορεί τη διάλυση της εν λόγω οικογένειας ελαιοπαραγωγών, που αριθμούσε σαράντα μέλη, το διάστημα 1936-1939.

Στις σελίδες του παρακολουθούμε τα μέλη της να διασκορπίζονται σε ένα τοπίο καταστροφής που ο αφηγητής ονομάζει Ιβηρία, μια χώρα που περιλαμβάνει, όπως εξηγεί στο Ιντερλούδιο, και τις δυο χώρες της Ιβηρικής χερσονήσου, Ισπανία και Πορτογαλία – άλλωστε, την περίοδο του Ισπανικού Εμφυλίου η Πορτογαλία είχε αυταρχικό πολίτευμα, το επονομαζόμενο Estado Novo, με Πρωθυπουργό με υπερδικτατορικές εξουσίες τον επικεφαλής του καθεστώτος Αντόνιο ντε Ολιβέιρα Σαλαζάρ.

Ενώ οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά της οικογένειας μένουν πίσω και γίνονται θύματα κτηνωδίας, οι μεγάλοι γιοι φεύγουν από το σπίτι για να πολεμήσουν, ο Χοσέ για τους Δημοκρατικούς και ο Πάμπλο στο πλευρό των επαναστατημένων στρατιωτικών. Ο Οδίστο, παρότι απολιτικός, αναγκάζεται να εγκαταλείψει κι αυτός το χωριό, όταν ένας ντόπιος αναρχικός εκμεταλλεύεται τις συνθήκες για να λύσει προσωπικές διαφορές.

Γνωστά ιστορικά γεγονότα, όπως η μάχη του Έβρου, η σφαγή της Μπαδαχόθ, η καταστροφή της Γκερνίκα συνυπάρχουν με τις φωνές και τις οπτικές μιας πληθώρας ηρώων, σουρεαλιστικά περιστατικά, ποιητική και συνάμα κινηματογραφική εικονοποιία και δράση και συνθέτουν ένα συναρπαστικό αφήγημα, από αυτά που συνηθίζουμε να αποκαλούμε page-turner.

Το βιβλίο είναι εμφανώς συστηματικά δουλεμένο, με καλοδομημένη πλοκή, η οποία ακολουθεί σε γραμμική κατά βάση αφήγηση την πορεία των μελών της οικογένειας Αρδολέντο που ξεκινούν από τον αγροτικό Νότο είτε για να πολεμήσουν είτε για να προστατευτούν, φθάνουν ως τον Βορρά και επιστρέφουν πίσω αποδεκατισμένοι.

Μεταξύ των 120 αριθμημένων κεφαλαίων παρεμβάλλονται άλλα με αποφθέγματα συγγραφέων ή μικρές ιστορίες-παρεκβάσεις που αποτελούν τους Οιωνούς και τις «προφητείες» της θείας Εύας, ενός μέλους της οικογένειας με μαντικές ικανότητες.

Το μικρό μέγεθος των κεφαλαίων διευκολύνει την ανάγνωση, ακόμη και από τις νεότερες γενιές που έχει διαπιστωθεί πως δυσκολεύονται με τη μεγάλη φόρμα. Ο Ουκλές χειρίζεται με μαεστρία το τεράστιο σε όγκο υλικό του, διαπλέκοντας τη φανταστική ιστορία των Αρδολέντο με την ιστορική πραγματικότητα.

Οι ήρωές του, ο πατριάρχης Οδίστο, η γυναίκα του Μαρία και τα οκτώ παιδιά τους, αλλά και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες του έργου διασταυρώνονται και αλληλοεπιδρούν με έναν εντυπωσιακό κατάλογο από ιστορικά πρόσωπα, συγγραφείς, καλλιτέχνες, στρατιωτικούς, ρεπόρτερ και πολιτικούς, όπως ο Λόρκα και ο Ουναμούνο, ο Ματσάδο και η Θαμπράνο, ο Μάγιο, ο Θαμπαλέτα και ο Πικάσο, ο Αθάνια και ο Φράνκο, ο Μπερνανός, ο Χέμινγουεϊ και ο Όργουελ (με το αληθινό του όνομα Έρικ Μπλερ), αλλά και ο Ρόμπερντ Τζόρνταν, ο μυθιστορηματικός ήρωας του Για ποιον χτυπά η καμπάνα που έπλασε η φαντασία του Χέμινγουεϊ.

Το τελευταίο δεν είναι το μόνο μεταλογοτεχνικό παιχνίδι του συγγραφέα.

Παρότι επιλέγει την τριτοπρόσωπη αφήγηση από έναν παντογνώστη αφηγητή, ενίοτε αποτείνεται σε πρώτο πρόσωπο στον αναγνώστη, καθιστώντας φανερό πως μιλά ο δημιουργός του έργου, ο Νταβίντ, με τον χαρακτηριστικό μπερέ του, σπάζοντας τον αόρατο τοίχο μεταξύ τους.

Ο πιο εξοικειωμένος με την ισπανική λογοτεχνία αναγνώστης θα διαπιστώσει την ομοιότητα του παιχνιδιού αυτού με το αντίστοιχο που κάνει ο Θερβάντες στον Δον Κιχώτη, αλλά και με του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο στην Καταχνιά, όπου αποκαλύπτεται ως χαρακτήρας και δημιουργός-Θεός.

Ο αφηγητής Ουκλές είναι ένας παραδοσιακός πανταχού παρών παντογνώστης Θεός-αφηγητής, που δεν του λείπει το χιούμορ όταν ενημερώνει τον αναγνώστη πως πρέπει να αποχαιρετήσει κάποιους ήρωες που δεν πρόκειται να ξανασυναντήσει ή όταν εξηγεί με πάσα ειλικρίνεια σε αυτόν που κρατά το βιβλίο τα ιστορικά «λάθη» που επιλέγει να κάνει: «Συγγνώμη, αλλά τη μάχη του Έβρου, που διήρκησε έξι μήνες, δεν μπορώ να την περιγράψω σε εκατό σελίδες, θα το κάνω λες και συνέβη σε μία μόνο ημέρα», ενώ σε άλλο σημείο συνομιλεί με τον ίδιο τον «Χενεραλίσιμο» Φρανθίσκο Φράνκο.

Η πρόζα του Ουκλές –μετά το πρώτο ίσως σοκ για τον μην εξοικειωμένο με τον μαγικό ρεαλισμό αναγνώστη– παρασύρει και συναρπάζει.

Η γλώσσα του είναι πλούσια και ποικιλόμορφη και η γραφή του λεπτοδουλεμένη, ζωντανή, πληθωρική αλλά διόλου μπαρόκ, με φρεσκάδα και συγκρατημένη κομψότητα.

Με μεγάλη δεξιοτεχνία καταφέρνει να μεταδώσει το αίσθημα του φόβου και τη διαρκώς υποβόσκουσα ανησυχία που, μαζί με την καχυποψία, προέρχεται από το γεγονός ότι κανείς δεν γνωρίζει αν αυτός που έχει απέναντι του είναι εχθρός ή φίλος και αν κινδυνεύει να προδοθεί ανά πάσα στιγμή.

Αυτό που σίγουρα δεν χαρακτηρίζει τη γραφή του είναι η αφαιρετικότητα.

Ο νεαρός Ισπανός δεν φαίνεται να ακολουθεί την προτροπή του Χέμινγουεϊ και δεν απαλείφει το κάθε τι που μοιάζει περιττό.

Στη δική του οπτική τίποτα δεν είναι, άλλωστε, περιττό, αλλά κάθε λεπτομέρεια, κάθε εικόνα, κάθε παρέκβαση, είναι ένα ακόμη κομματάκι που ολοκληρώνει το μεγάλο παζλ της ιστορικής του τοιχογραφίας.

Οφείλουμε, ωστόσο, να επισημάνουμε πως το μυθιστόρημα μοιάζει υπερβολικά πυκνό σε σημεία, κάτι που θα μπορούσε να είχε βελτιωθεί ώστε να μην επηρεάσει τον ρυθμό της ανάγνωσης (όπως έχει δηλώσει ο Ουκλές η αρχική μορφή ξεπερνούσε τις 1.000 σελίδες, αλλά σε συνεργασία με τον επιμελητή του εκδοτικού οίκου αναγκάστηκε να το περικόψει). Η παρουσία μυριάδων δευτερευόντων χαρακτήρων δεν επιτρέπει την ψυχολογική εμβάθυνση και μαζί με τη συμπερίληψη αναρίθμητων περιστατικών και επεισοδίων αντανακλούν την αγωνία του δημιουργού να ενσωματώσει όλες τις φωνές, τις μνήμες και το υλικό που συγκέντρωσε κατά την έρευνά του, δεδομένου ότι συνομίλησε με ανθρώπους που καθώς ένας ένας φεύγουν από τη ζωή μαζί τους χάνονται οι πρωτογενείς αφηγήσεις από τον Εμφύλιο∙ πρόκειται για τους τελευταίους μάρτυρες μιας εποχής που σβήνει οριστικά από τη ζωντανή μνήμη.

Αυτό που διαφοροποιεί το έργο του Ουκλές από άλλα που έχουν γραφτεί για τον Ισπανικό εμφύλιο είναι πως πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα μυθιστορήματα που καλύπτουν ολόκληρο το χρονοδιάγραμμα του πολέμου και, κυρίως, το πρώτο που ανήκει στο λογοτεχνικό ρεύμα του μαγικού ρεαλισμού, γεγονός που το εντάσσει αυτομάτως σε ένα λογοτεχνικό είδος με φανατικούς θαυμαστές ανά τον κόσμο, παρότι θεωρείται αμιγώς λατινοαμερικάνικο και τελευταία «δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή», εν αντιθέσει με την αυτομυθοπλασία, το romantasy, το cozy crime/romance, το climate fiction κ.ά. Ο Ουκλές αποδομεί την Ιστορία και στη συνέχεια την ανασυνθέτει με εργαλείο τον μαγικό ρεαλισμό, κλείνει το μάτι στην queer λογοτεχνία, εισάγοντας μια ομοφυλοφιλική ερωτική ιστορία μεταξύ ενός γιου του Οδίστο, του Χοσέ, με τον ξάδερφό του στο μέτωπο των Δημοκρατικών.

Ωστόσο η αφήγηση παραμένει απόλυτα πιστή σε όσα οι ιστορικοί έχουν καταγράψει ως γεγονότα και συσχετισμούς.

Για παράδειγμα, το μυθιστόρημα καθιστά σαφές ότι ο στρατός ήταν αυτός που επαναστάτησε εναντίον της Δημοκρατίας και την πρόδωσε ή ότι ο Φράνκο ήταν ένας δικτάτορας που κατάφερε να απαλλαγεί από κάθε σύμμαχο ή αντίπαλο που θα μπορούσε να τον επισκιάσει.

Η επιλογή του μαγικού ρεαλισμού ως αφηγηματικού οχήματος τού επιτρέπει να μιλήσει για τις σφαγές, τα βασανιστήρια, τους βιασμούς, τις εκτελέσεις και τις μαζικές διώξεις, με τρόπο λυρικό, δημιουργώντας λιγότερο βίαιες εικόνες απ’ ό,τι αν επέλεγε ρεαλιστική αφήγηση, που χαράσσονται όμως στη μνήμη του αναγνώστη με μεγάλη ένταση γιατί τον συγκλονίζουν.

Επιπλέον, συμπλέκοντας τον ρεαλισμό με το φανταστικό, ενίοτε σουρεαλιστικό, τού δίνεται η δυνατότητα να μιλήσει για ευαίσθητες πτυχές της σύγχρονης ιστορίας και να εγείρει διά στόματος των ηρώων του πολιτικά ερωτήματα χωρίς να καταφεύγει σε πολιτικά φορτισμένο λόγο. Η Χάντουλα του Ουκλές, με τον χάρτη και το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας να συνοδεύουν την έκδοση, είναι ένα δεύτερο Γιοκναπατάουφα, στον ισπανικό αυτή τη φορά Νότο και όχι στον αμερικανικό, όπου τοποθετεί τη δική του ο Φώκνερ∙ ένα ανδαλουσιανό Μακόντο κι όχι κολομβιανό όπως του Μάρκες.

Είναι ένας τόπος όπου διάφορα εξωλογικά γεγονότα, δεισιδαιμονίες, θρύλοι και παραδόσεις του συνυφαίνονται με τα εγκλήματα του πολέμου, με τον θρήνο για τους νεκρούς, με ηρωισμούς και εγκλήματα πολέμου, σε ένα παραληρηματικό, γκροτέσκο, και συνάμα όμορφο, ποιητικό και σαγηνευτικό αφήγημα που βρίθει πετυχημένων μεταφορών: η ξηρασία και η καταρρακτώδης, άνευ προηγουμένου, βροχή-βιβλικός κατακλυσμός που φθείρει ρούχα και ανθρώπινα κρανία και συμβολίζει το ξέσπασμα του εμφυλίου που όλοι περίμεναν με τρόμο∙ το ράψιμο της σκιάς ενός κοριτσιού από έναν ποιητή∙ η έκρηξη ενός ηφαιστείου αίματος που συμπίπτει με ένα βόρειο σέλας που έγινε ορατό στην Ισπανία τη νύχτα της 25ης Ιανουαρίου του 1938∙ η άρνηση ενός φωτογράφου που πάτησε νάρκη να σηκώσει το πόδι του για σαράντα χρόνια (όσα κράτησε η δικτατορία)∙ το σκίσιμο του δέρματός του από έναν στρατιώτη για να βγάλει την τέφρα που συσσωρεύτηκε στην πληγή∙ ο δάσκαλος που σταματά τα μαθήματα και διδάσκει στους μαθητές του πώς να προσποιούνται τους νεκρούς∙ ή η δημιουργία μιας ρωγμής που προκάλεσε την απόσχιση της Ιβηρικής Χερσονήσου από την υπόλοιπη Ευρώπη μετατρέποντάς την σε νησί (ιδέα που ο Ουκλές δανείζεται από τον αγαπημένο του Ζοζέ Σαραμάγκου). Με όλα τα πλεονεκτήματα, και παρά τα κάποια μειονεκτήματα της γραφής του, ο Ουκλές κατάφερε να συνθέσει ένα Ιβηρικό έπος, ένα τολμηρό, πολυφωνικό, ιστορικό μυθιστόρημα άνευ προηγουμένου που περιλαμβάνει όλο το χρονικό του εμφυλίου και δεν περιορίζει τη δράση σε ορισμένα γεγονότα ή περιοχές της χώρας.

Το αποτέλεσμα της μακρόχρονης συγγραφικής αυτής πορείας είναι ένα έργο που διαπνέεται από έναν ρομαντικό πατριωτισμό, που εντυπωσιάσει με την υψηλού επιπέδου δημιουργική ελευθερία του συγγραφέα του και που, ταυτόχρονα, αντιμετωπίζει με δίκαιο τρόπο και τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές – για παράδειγμα, τις θηριωδίες στη Χάντουλα τις διαπράττουν οι Δημοκρατικοί, ενώ ο Οδίστο εγκαταλείπει το χωριό εξαιτίας του μίσους ενός αναρχικού.

Παρότι ο συγγραφέας δεν είναι ουδέτερος αλλά έχει ξεκάθαρη πολιτική θέση, επιτυγχάνει τον στόχο του να είναι κατά το δυνατόν αντικειμενικός.

Μέσα από τις σελίδες του έργου, αυτό που προκύπτει και που αργά ή γρήγορα δεν μπορεί παρά να αντιληφθεί κάθε αναγνώστης, είναι η στράτευση του συγγραφέα στην ιστορική αλήθεια και στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, με απώτερο σκοπό τη διάσωση του αναγνωστικού κοινού, και ιδίως των νεότερων γενιών, από την άγνοια που κινδυνεύει να επιτρέψει την εξιδανίκευση και τον εξωραϊσμό της Δικτατορίας.

Στην αφήγηση αντικατοπτρίζονται οι φρικαλεότητες που διέπραξαν και οι δυο πλευρές, ενώ το στοιχείο του φανταστικού δεν απαλύνει αλλά υπογραμμίζει τη σκληρότητα της πραγματικότητας.

Γι’ αυτόν, άλλωστε το λόγο, από τον Μάρτιο του 2024 που πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο, έτυχε ομόφωνης σχεδόν θετικής κριτικής και υποδοχής από τους αναγνώστες, τόσο από τους Αριστερούς όσο κι από τους Δεξιούς∙ ακόμη και οι πιο συντηρητικοί αναγνώστες είχαν σχολιάσει θετικά το ότι δεν αποκρύπτει τα εγκλήματα καμίας πλευράς, ενώ το μποϊκοτάζ που κατήγγειλε ο συγγραφέας ήταν αποτέλεσμα της διαμάχης του με τον Ρεβέρτε και όχι αρνητική κριτική προς το ίδιο το μυθιστόρημα.

Τέλος, αν μη τι άλλο, ο Ουκλές κατάφερε να αποδείξει στον εκδοτικό κόσμο πως στην εποχή που κυριαρχεί η αυτομυθοπλασίας, ένα ιστορικό μυθιστόρημα, προϊόν ουσιαστικής έρευνας, μπορεί να γίνει best seller, αλλά εκτός από εκδοτικό να αναγνωριστεί και ως λογοτεχνικό φαινόμενο, και πως ο μαγικός ρεαλισμός όχι μόνο δεν έχει πεθάνει, αλλά μπορεί να αξιοποιηθεί αριστοτεχνικά και με λαμπρά αποτελέσματα από την πένα ενός Ευρωπαίου.

Το από κάθε άποψη εντυπωσιακό εγχείρημα του Ουκλές συμβάλλει λογοτεχνικά στην επεξεργασία του τραύματος στην ισπανική κοινωνία.

Αναρωτιέται κανείς εάν η νεοελληνική πεζογραφία, που έχει αναμετρηθεί αρκετές φορές με την «αναπαράσταση», τη συλλογική και ατομική μνήμη του ελληνικού Εμφυλίου, και έχει καταγράψει πολλές, ειλικρινείς αλλά μερικές, «ιστορίες», θα ενδιαφερθεί, καθώς τα πρόσωπα και οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις εκλείπουν πια, να αναλάβει ένα τέτοιας κλίμακας εγχείρημα, σαν αυτό που κατάφερε ο Ουκλές – όσες διενέξεις κι αν μετά βεβαιότητας ακολουθήσουν.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences