«Εσείς είστε η μητέρα του Στέφανου;» με ρώτησε η νοσηλεύτρια, κι εγώ ακόμα κρατούσα το κινητό στο χέρι, σαν χαζή, λες και αν το έσφιγγα πιο πολύ θα άλλαζε αυτό που άκουσα πριν από δέκα λεπτά...
«Εσείς είστε η μητέρα του Στέφανου;» με ρώτησε η νοσηλεύτρια, κι εγώ ακόμα κρατούσα το κινητό στο χέρι, σαν χαζή, λες και αν το έσφιγγα πιο πολύ θα άλλαζε αυτό που άκουσα πριν από δέκα λεπτά. Έμφραγμα.
Ο γιος μου.
Στα σαράντα δύο του. Στο Λαϊκό, σε δημόσιο νοσοκομείο, μόνος του όταν τον έφεραν.
Θυμάμαι ότι είπα μόνο ένα «Παναγία μου» και κάθισα σε μια πλαστική καρέκλα στον διάδρομο.
Εκείνη η μυρωδιά του αντισηπτικού, τα βήματα, οι ψίθυροι, ένας κύριος πιο κάτω που έκλαιγε σιωπηλά.
Όλα ήταν θολά. Ο Στέφανος δεν ήταν παιδί που "χάθηκε". Ή έτσι νόμιζα.
Είχε σπουδάσει, είχε μια σταθερή δουλειά σε τεχνική εταιρεία, είχε πάρει διαζύγιο πριν τρία χρόνια από τη Μαρίνα, αλλά μου έλεγε πως «είμαι καλά, μάνα, μην αγχώνεσαι». Εγώ τον πίστευα.
Ήθελα να τον πιστεύω.
Ο άντρας μου είχε πεθάνει νωρίς, κι εγώ όλη μου τη ζωή την είχα ρίξει στα παιδιά. Στον Στέφανο πιο πολύ.
Ήταν ο μεγάλος.
Ο σοβαρός.
Ο άνθρωπος που δεν θα μας δημιουργούσε ποτέ πρόβλημα.
Και ξαφνικά, βρέθηκα να περιμένω έξω από την εντατική και να μαθαίνω ότι τον βρήκαν σχεδόν λιπόθυμο σε κάτι Πατήσια, έξω από μια πολυκατοικία που ούτε ήξερα τι δουλειά είχε εκεί.
Μετά από κανένα μισάωρο, ήρθε μια γυναίκα προς το μέρος μου.
Μελαχρινή, κουρασμένα μάτια, χωρίς ίχνος μακιγιάζ.
Την αναγνώρισα τελευταία στιγμή. «Μαρίνα;» Έγνεψε. «Ήρθα μόλις με πήραν τηλέφωνο.
Είσαι μόνη;» «Ναι.
Η κόρη μου είναι στη δουλειά, έρχεται.
Τι έγινε, Μαρίνα; Γιατί ήταν εκεί;» Με κοίταξε παράξενα.
Όχι με κακία.
Πιο πολύ σαν να ζύγιζε αν αντέχω ν’ ακούσω. «Δεν ξέρεις, ε;» Εκεί θύμωσα. «Τι να ξέρω; Μίλα καθαρά.» Η Μαρίνα κάθισε δίπλα μου και χαμήλωσε τη φωνή. «Ο Στέφανος δεν ζούσε όπως νομίζατε στο σπίτι.» «Ποιο σπίτι; Το διαμέρισμα στο Χαλάνδρι;» «Το είχε αφήσει εδώ και μήνες.» Την κοίταζα και δεν καταλάβαινα τις λέξεις.
Σαν να μιλούσε άλλη γλώσσα. «Πού έμενε;» «Όπου μπορούσε.
Μερικές φορές σε ένα μικρό υπόγειο στα Κάτω Πατήσια.
Μερικές φορές σε φίλους.» «Τι λες τώρα; Έπαιρνε καλό μισθό.» Η Μαρίνα κατάπιε δύσκολα. «Δεν έπαιρνε πια.
Είχε φύγει από την εταιρεία σχεδόν έναν χρόνο.
Έκανε μικροδουλειές.
Μελέτες, δηλώσεις αυθαιρέτων, ό,τι έβρισκε.» Ένιωσα το στομάχι μου να δένει κόμπο. «Και γιατί δεν μου είπε τίποτα;» «Γιατί μαζί σου ένιωθε ότι έπρεπε πάντα να είναι ο δυνατός.
Ο πετυχημένος.» Ήθελα να της πω ότι λέει ανοησίες.
Ότι εγώ ήμουν η μάνα του.
Ότι θα το ήξερα.
Αλλά δεν το είπα.
Γιατί μέσα μου, βαθιά, κάτι τσίμπησε.
Λίγο αργότερα ήρθαν τρεις άνθρωποι.
Ένας ψηλός με γκρίζα γενειάδα, μια κοπέλα με σκισμένο τζιν και μια μεγαλύτερη γυναίκα με πάνινη τσάντα.
Δεν έμοιαζαν με φίλους του Στέφανου.
Ή μάλλον, δεν έμοιαζαν με τους φίλους που φανταζόμουν ότι θα είχε.
Ο ψηλός άπλωσε το χέρι. «Είμαι ο Μανώλης. Ο Στέφανος μας βοηθούσε στη δομή στον Κολωνό.» «Τι δομή;» «Μοιράζουμε φαγητό, ρούχα, φάρμακα.
Σε αστέγους, σε χρήστες που προσπαθούν να σταθούν, σε οικογένειες χωρίς ρεύμα.» Δεν μιλούσα.
Μόνο τους κοιτούσα έναν έναν.
Η κοπέλα, η Ελένη, είπε σιγά: «Είχε πληρώσει ενοίκιο σε μια μάνα με δύο παιδιά στον Βοτανικό.
Τρεις μήνες.
Μας είχε απαγορεύσει να σας το πούμε αν ποτέ… αν γινόταν κάτι.» «Όχι,» ψιθύρισα. «Όχι, αυτά δεν…» Η μεγαλύτερη γυναίκα, η Κατερίνα, άνοιξε την τσάντα της και μου έδωσε ένα παλιό πορτοφόλι και ένα κινητό. «Τα είχε πάνω του.» Μέσα στο πορτοφόλι δεν είχε σχεδόν τίποτα.
Κάτι ψιλά, μια παλιά φωτογραφία με εμένα και τα παιδιά, κι ένα διπλωμένο χαρτί.
Το άνοιξα με τρεμάμενα χέρια.
Ήταν μια λίστα. Ονόματα. Ποσά. Φάρμακα.
Ένα τηλέφωνο δίπλα σε κάθε ανάγκη.
Και κάτω κάτω έγραφε: «Να μην τους λείψει τίποτα ως την Παρασκευή». Εκεί έσπασα. «Κι εγώ νόμιζα ότι έκανε οικονομία για να ξανασταθεί…» ⬇️Περίμενα έξω από τη Μονάδα να ανοίξει τα μάτια του, όταν μια άγνωστη γυναίκα και μερικοί αλλιώτικοι φίλοι του άρχισαν να μου λένε ποιος ήταν πραγματικά ο γιος μου… κι ένιωσα να γκρεμίζεται ό,τι πίστευα για τη ζωή του. 💔🏥 Τελικά τον ήξερα ποτέ; Διάβασε παρακάτω τι συνέβη και πες μου εσύ τι θα έκανες στη θέση μου. 👇⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους