Όσο υπάρχουν φάροι, το ταξίδι θα συνεχίζεται Ο Νικόλας μεγάλωσε σε ένα ψαροχώρι της Μάνης, εκεί που τα βράχια κόβουν τη θάλασσα. Ο παππούς του, ο καπετάν-Σταύρος, ήταν φαροφύλακας. Κάθε σούρουπο...
Όσο υπάρχουν φάροι, το ταξίδι θα συνεχίζεται Ο Νικόλας μεγάλωσε σε ένα ψαροχώρι της Μάνης, εκεί που τα βράχια κόβουν τη θάλασσα.
Ο παππούς του, ο καπετάν-Σταύρος, ήταν φαροφύλακας.
Κάθε σούρουπο ανέβαινε τα 97 πέτρινα σκαλιά του φάρου στο ακρωτήρι Ταίναρο, άναβε το φανάρι και καθόταν σιωπηλός να κοιτάζει το πέλαγος. «Παππού, γιατί το κάνεις κάθε βράδυ; Αφού τώρα έχουν GPS τα καράβια», τον ρώτησε μια φορά ο Νικόλας, μικρός ακόμα.
Ο παππούς χαμογέλασε και του έδειξε τα φώτα που τρεμόπαιζαν στον ορίζοντα. «Γιατί το GPS μπορεί να χαλάσει, παιδί μου.
Η μπαταρία τελειώνει.
Ο άνθρωπος χάνεται.
Το φως όμως… το φως μένει.
Όσο υπάρχουν φάροι, το ταξίδι θα συνεχίζεται.» Χρόνια αργότερα, ο Νικόλας έφυγε.
Σπούδασε ναυπηγός στην Αθήνα, έπιασε δουλειά σε γραφείο, παντρεύτηκε.
Η θάλασσα έγινε ανάμνηση.
Ώσπου μια νύχτα τον πήρε τηλέφωνο η μάνα του.
Ο παππούς είχε φύγει, ήσυχος, στον ύπνο του.
Στην διαθήκη του, του άφησε μόνο ένα πράγμα: το κλειδί του φάρου.
Γύρισε στο χωριό μετά από 15 χρόνια.
Ο φάρος ήταν κλειστός πια, αυτόματος. Το Υπουργείο τον είχε αφήσει να ρημάζει.
Οι ντόπιοι έλεγαν πως ήταν άχρηστος. Ο Νικόλας όμως ανέβηκε τα σκαλιά.
Η σκουριά, η σκόνη, η σιωπή τον έπνιγαν.
Στο τζάμι του φαναριού, ο παππούς είχε χαράξει με διαμαντοκόφτη μια φράση: Όσο υπάρχουν φάροι, το ταξίδι θα συνεχίζεται.
Εκείνο το βράδυ έμεινε ξάγρυπνος.
Έξω είχε μπουρίνι. Στο VHF ακούστηκε η φωνή ενός ψαρά: «Χάλασε το ραντάρ… δεν βλέπω τίποτα… αν με ακούει κανείς…» Χωρίς να το σκεφτεί, ο Νικόλας έτρεξε στο μηχανοστάσιο.
Τα καλώδια ήταν κομμένα, οι γεννήτριες νεκρές.
Δούλεψε με φακό, με γυμνά χέρια, με ό,τι θυμόταν από τον παππού.
Ιδρώτας, λάδι, αίμα στα δάχτυλα.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, το φανάρι αναστέναξε και άναψε.
Μια χρυσή δέσμη έσκισε την καταιγίδα.
Το πρωί, το καΐκι μπήκε σώο στο λιμάνι.
Ο ψαράς, ο μπαρμπα-Λευτέρης, τον αγκάλιασε. «Με έσωσε το φως, ρε Νικόλα.
Ποιος το άναψε;» Ο Νικόλας δεν απάντησε.
Κοίταξε μόνο τη θάλασσα.
Κατάλαβε τότε τι εννοούσε ο παππούς.
Φάρος δεν είναι το κτίριο.
Φάρος είναι η απόφαση να μείνεις άγρυπνος όταν όλοι οι άλλοι κοιμούνται.
Είναι το χέρι που απλώνεις όταν κάποιος χάνεται.
Είναι η ελπίδα που επιμένει.
Δεν ξαναγύρισε στην Αθήνα.
Έφτιαξε τον φάρο με δικά του έξοδα και κάθε βράδυ ανέβαινε τα 97 σκαλιά και άναβε το φως.
Γιατί όσο υπάρχουν φάροι – σε ακρωτήρια, σε καρδιές, σε βλέμματα – το ταξίδι θα συνεχίζεται και κανένα σκοτάδι δεν είναι αρκετό για να το σταματήσει. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους