[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

"Δωμάτιο 17" Κάθε χρόνο, την ίδια ημερομηνία, ο Αντρέας τηλεφωνούσε στο ξενοδοχείο. Δεν ρωτούσε αν υπήρχε διαθέσιμο δωμάτιο παρά μόνο κάτι συγκεκριμένο. "Το δεκαεπτά είναι ελεύθερο;" Στην αρχή οι...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

"Δωμάτιο 17" Κάθε χρόνο, την ίδια ημερομηνία, ο Αντρέας τηλεφωνούσε στο ξενοδοχείο.

Δεν ρωτούσε αν υπήρχε διαθέσιμο δωμάτιο παρά μόνο κάτι συγκεκριμένο. "Το δεκαεπτά είναι ελεύθερο;" Στην αρχή οι υπάλληλοι έψαχναν στο σύστημα.

Αργότερα έμαθαν τη φωνή του και τα τελευταία χρόνια δεν χρειαζόταν καν να πει το όνομά του. "Σας περιμένουμε, κύριε Αντρέα". Έφτανε πάντοτε λίγο πριν δύσει ο ήλιος, κρατώντας μια μικρή δερμάτινη τσάντα όπου μέσα της είχε ένα πουκάμισο, μια αλλαξιά εσώρουχα, οδοντόβουρτσα, ξυριστική μηχανή και ένα βιβλίο που δεν άνοιγε ποτέ.

Δεν χρειαζόταν περισσότερα, εξάλλου δεν πήγαινε για να μείνει αλλά για να περιμένει.

Είχαν γνωριστεί είκοσι χρόνια πριν, μέσα σε μια καταιγίδα.

Εκείνος ήταν τριάντα δύο μα εκείνη δεν του είπε ποτέ την ηλικία της.

Την υπολόγισε γύρω στα τριάντα, στην ηλικία όπου μια γυναίκα έχει μάθει ήδη να κρύβει όσα θέλει, αλλά δεν έχει ακόμη κουραστεί να ελπίζει πως κάποιος θα τα ανακαλύψει.

Το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο εκείνο το βράδυ.

Η θάλασσα είχε αγριέψει, τα πλοία είχαν δέσει στο λιμάνια και οι δρόμοι είχαν κλείσει από τις κατολισθήσεις και τα φερτά υλικά. Ο Αντρέας είχε φτάσει στο ξενοδοχείο βρεγμένος μέχρι το κόκαλο. "Μόνο ένα δωμάτιο έχει μείνει", του είπε ο ιδιοκτήτης. "Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα". Στον μικρό καναπέ της υποδοχής καθόταν μια γυναίκα με ένα κόκκινο παλτό.

Τα μαλλιά της έσταζαν πάνω στους ώμους και κρατούσε ένα ζευγάρι βρεγμένα παπούτσια στα χέρια. "Το δωμάτιο έχει δύο κρεβάτια", συνέχισε ο ξενοδόχος. "Εσείς αποφασίζετε". Η γυναίκα τον κοίταξε μα δεν χαμογέλασε.

Δεν κατέβασε τα μάτια στιγμή και τον μέτρησε αργά, σαν άνθρωπος που προσπαθεί να αποφασίσει αν ο απέναντί του είναι περισσότερο επικίνδυνος από τη νύχτα. "Δεν ροχαλίζετε, ελπίζω", είπε. "Μόνο όταν κοιμάμαι". Ήταν τότε που πρωτοχαμογέλασε.

Αργότερα ο Αντρέας θα θυμόταν πως την ερωτεύτηκε ακριβώς εκείνη τη στιγμή.

Όχι όταν έβγαλε το κόκκινο παλτό, όχι όταν άφησε τα βρεγμένα μαλλιά της να πέσουν στην πλάτη, όχι όταν ξάπλωσε στο απέναντι κρεβάτι φορώντας μόνο ένα λευκό πουκάμισο που της είχε δώσει ο ξενοδόχος.

Την ερωτεύτηκε όταν γέλασε με ένα ηλίθιο αστείο ενός άγνωστου άντρα, ενώ έξω ο κόσμος κατέρρεε από τη βροχή.

Ίσως αυτό να είναι τελικά ο έρωτας, να βρίσκεις έναν άνθρωπο που μπορεί να γελάσει μαζί σου την ώρα που η πραγματική ζωή κλείνει τους δρόμους.

Το δωμάτιο είχε τον αριθμό 17. "Πώς σε λένε;" τη ρώτησε. "Μαρίνα". "Κι από πού είσαι;" "Απόψε, από εδώ". "Κι αύριο;" "Το αύριο δεν έχει έρθει ακόμη". Εκείνος γέλασε. "Δεν απαντάς σε καμία ερώτηση". "Οι άνθρωποι ρωτούν πολλά όταν θέλουν να αποφύγουν τα σημαντικά". "Και ποια είναι τα σημαντικά;" Η Μαρίνα κοίταξε τη βροχή πίσω από το τζάμι. "Από τι έφυγες;" Η ερώτηση τον βρήκε απροετοίμαστο. Ο Αντρέας είχε πει σε όλους πως ταξίδευε για δουλειά και είχε μαζί του έναν χαρτοφύλακα γεμάτο έγγραφα, επαγγελματικές κάρτες και αριθμούς τηλεφώνων.

Πράγματα αρκετά επίσημα ώστε να κάνουν ένα ψέμα να μοιάζει αληθινό.

Στην πραγματικότητα είχε φύγει από το σπίτι έπειτα από έναν καβγά με τη γυναίκα του.

Έναν από εκείνους τους καβγάδες που δεν αρχίζουν για κάτι συγκεκριμένο.

Ένα ξεχασμένο ποτήρι στον νεροχύτη, μία τηλεφωνική κλήση που δεν απαντήθηκε, μια φράση ειπωμένη λίγο πιο δυνατά και ξαφνικά καταλαβαίνεις πως δεν μαλώνεις για αυτά αλλά για όλα τα χρόνια που τοποθετούσατε τα πράγματα ο ένας δίπλα στον άλλον και τα ονομάζατε ζωή.

Κοίταξε τη βέρα του. "Από μια γυναίκα που δεν φταίει σε τίποτα", είπε. Η Μαρίνα χαμήλωσε τα μάτια. "Οι πιο δύσκολοι άνθρωποι να εγκαταλείψεις είναι εκείνοι που δεν σου έκαναν ποτέ αρκετό κακό". "Εσύ από τι έφυγες;" Άγγιξε αφηρημένα τον λαιμό της.

Εκεί, κάτω από το αυτί, υπήρχε ένα μικρό μελανό σημάδι, ο Αντρέας το είχε προσέξει από την πρώτη στιγμή, αλλά είχε προσποιηθεί πως δεν το είδε. "Από έναν άνθρωπο που μου έκανε αρκετά", απάντησε.

Δεν τη ρώτησε τίποτε άλλο.

Στη ζωή υπάρχουν στιγμές όπου η ευγένεια δεν είναι να δείξεις ενδιαφέρον αλλά να αφήσεις τον άλλον να κρατήσει κλειστή την πόρτα που μόλις σου έδειξε.

Έμειναν ξύπνιοι όλη τη νύχτα.

Μίλησαν για τις ζωές που ονειρεύονταν όταν ήταν παιδιά και για εκείνες στις οποίες ξύπνησαν ενήλικες. Η Μαρίνα ήθελε να γίνει ζωγράφος μα είχε καταλήξει να σχεδιάζει κουζίνες για ανθρώπους που δεν μαγείρευαν ποτέ ενώ ο Αντρέας ήθελε να γράφει βιβλία και είχε καταλήξει να συντάσσει συμβόλαια που κανένας δεν διάβαζε αλλά όλοι υπέγραφαν. "Πότε εγκατέλειψες;" τον ρώτησε. "Δεν εγκατέλειψα". "Γράφεις ακόμη;" "Όχι". "Τότε εγκατέλειψες.

Απλώς χρησιμοποίησες πιο ευγενική λέξη" Η βροχή χτυπούσε τα παντζούρια.

Το ηλεκτρικό κόπηκε λίγο μετά τα μεσάνυχτα και άναψαν δύο κεριά που βρήκαν στο συρτάρι και το φως μίκρυνε το δωμάτιο τόσο πολύ που τα δύο κρεβάτια, που πριν έμοιαζαν να βρίσκονται σε διαφορετικές πλευρές του κόσμου, ξαφνικά απείχαν μόνο λίγα βήματα. Η Μαρίνα σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο.

Το λευκό πουκάμισο έφτανε λίγο πάνω από τα γόνατά της ενώ το φως του κεριού περνούσε μέσα από το λεπτό ύφασμα και φανέρωνε το περίγραμμα του σώματός της. Ο Αντρέας την κοίταξε και δεν προσπάθησε να κρυφτεί. "Με θέλεις;" τον ρώτησε.

Εκείνος δεν είπε ψέματα. "Ναι". "Και τι θα αλλάξει αν με αποκτήσεις;" "Δεν ξέρω". Γύρισε προς το μέρος του. "Τότε μη βιαστείς". Πλησίασε και κάθισε δίπλα του στο κρεβάτι.

Τα γόνατά τους ακούμπησαν και η Μαρίνα πήρε το χέρι του και το ακούμπησε πάνω στον λαιμό της, εκεί όπου το σημάδι είχε αρχίσει να σκουραίνει. "Με έπιασε σφικτά εδώ", του είπε. "Και για πρώτη φορά δεν φοβήθηκα ότι θα με σκοτώσει". "Τι φοβήθηκες;" "Ότι θα ζήσω και θα επιστρέψω πάλι κοντά του". Ο Αντρέας τράβηξε το χέρι του. "Μην επιστρέψεις". Η Μαρίνα χαμογέλασε πικρά. "Είναι εύκολο να λες 'φύγε' όταν δεν ξέρεις πόσα πράγματα έχει χτίσει κάποιος γύρω από τον φόβο σου". "Θα σε βοηθήσω". "Δεν με γνωρίζεις". "Ίσως γι’ αυτό το λόγο να μπορώ". Τον κοίταξε για ώρα και έπειτα άγγιξε το πρόσωπό του. "Όχι", είπε. "Δεν θέλω να σωθώ από έναν άντρα πέφτοντας πάνω σε άλλον". Έσκυψε και τον φίλησε.

Δεν ήταν φιλί ευγνωμοσύνης, ούτε ανάγκης.

Ήταν ένα φιλί άγριο και αργό μαζί, σαν να πάλευαν μέσα του δύο γυναίκες, εκείνη που ήθελε να φύγει και εκείνη που είχε μάθει να επιστρέφει. Ο Αντρέας τύλιξε τα χέρια του γύρω της και για λίγα δευτερόλεπτα δεν υπήρχαν σύζυγοι, σπίτια, φόβοι ή υποσχέσεις παρά μόνο δύο άνθρωποι βρεγμένοι από διαφορετικές καταιγίδες, που είχαν βρει καταφύγιο στο ίδιο δωμάτιο.

Όταν εκείνη απομακρύνθηκε, ακούμπησε το μέτωπό της στο δικό του. "Μη με ρωτήσεις το επίθετό μου". "Γιατί;" "Θα με ψάξεις". "Και δεν θέλεις να σε βρω;" "Θέλω να βρω πρώτα εγώ εμένα". Κοιμήθηκαν στο ίδιο κρεβάτι μα δεν έκαναν έρωτα. Ο Αντρέας την κράτησε στην αγκαλιά του και αισθανόταν την αναπνοή της πάνω στο στήθος του.

Λίγο πριν ξημερώσει, εκείνη έπιασε το χέρι του και το έσφιξε. "Αν συναντιόμασταν σε άλλη ζωή", ψιθύρισε. "Δεν έχουμε άλλη". "Τότε ίσως πρέπει να διορθώσουμε αυτή". Το πρωί η καταιγίδα είχε περάσει, οι δρόμοι άνοιξαν, τα πλοία ετοιμάστηκαν να φύγουν ενώ οι πελάτες του ξενοδοχείου κατέβηκαν στην υποδοχή, πλήρωσαν και συνέχισαν σαν να μην είχε σταματήσει ποτέ η ζωή τους. Η Μαρίνα φόρεσε το κόκκινο παλτό, προχώρησε προς την πόρτα, σιγοστάθηκε, γύρισε και κοίταξε τον Αντρέα. "Μην ψάξεις να με βρεις". "Δεν μπορώ να σου το υποσχεθώ". "Τότε υποσχέσου μου κάτι άλλο". Έβγαλε από την τσέπη της το κλειδί του δωματίου, πάνω στο μεταλλικό μπρελόκ ήταν χαραγμένος ο αριθμός 17. "Κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, έλα εδώ". "Για πόσα χρόνια;" "Μέχρι να μην έρχεσαι πια για μένα". "Κι εσύ;" "Όταν μπορέσω να έρθω χωρίς να αφήσω πίσω μου ερείπια, θα χτυπήσω την πόρτα". "Κι αν αργήσεις;" Η Μαρίνα τον κοίταξε όπως κοιτάζει κανείς έναν άνθρωπο που πρέπει να πληγώσει για να μην τον καταστρέψει. "Μη με περιμένεις", και έφυγε. Ο Αντρέας την περίμενε.

Τον πρώτο χρόνο έφτασε τρεις ώρες νωρίτερα.

Κάθε φορά που άκουγε βήματα στον διάδρομο, σηκωνόταν.

Κάθε φορά που σταματούσε το ασανσέρ, η καρδιά του χτυπούσε σαν να προσπαθούσε να ανοίξει μόνη της την πόρτα.

Κανείς δεν χτύπησε.

Τον δεύτερο χρόνο έφερε μαζί του ένα κόκκινο κρασί.

Ήπιε το ένα ποτήρι και άφησε το άλλο γεμάτο απέναντί του μέχρι το πρωί.

Τον τρίτο χρόνο είχε αποκτήσει έναν γιο.

Η γυναίκα του τον ρώτησε πού πήγαινε. "Επαγγελματικό ταξίδι", της είπε.

Ήταν το πρώτο από τα πολλά ψέματα που είπε για μια γυναίκα με την οποία δεν είχε κοιμηθεί ποτέ.

Τον πέμπτο χρόνο έβγαλε τη βέρα πριν μπει στο ξενοδοχείο επειδή ντρεπόταν να περιμένει φορώντας την.

Τον έβδομο χρόνο η γυναίκα του βρήκε την απόδειξη από το ξενοδοχείο.

Δεν τον κατηγόρησε για ερωμένη και δεν έκανε σκηνή.

Κάθισε απέναντί του στην κουζίνα και τον ρώτησε ευθέως. "Ποια είναι;" "Δεν υπάρχει άλλη γυναίκα". "Αυτό είναι χειρότερο". "Γιατί;" "Διότι υπάρχει κάτι που δεν υπήρξε ποτέ και κατάφερε να είναι μεγαλύτερο από εμάς". Χώρισαν δύο χρόνια αργότερα, όχι εξαιτίας της Μαρίνας.

Οι γάμοι σπάνια τελειώνουν εξαιτίας ενός ανθρώπου που μπαίνει ανάμεσα στο ζευγάρι διότι συνήθως υπάρχει ήδη ανάμεσά τους ένας άδειος χώρος και κάποιος απλώς του δίνει όνομα.

Τον δέκατο χρόνο, ο παλιός ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου πέθανε.

Ο γιος του ανακαίνισε τα δωμάτια.

Άλλαξε τα έπιπλα, τις κουρτίνες, τα στρώματα, έβγαλε τις παλιές μεταλλικές κλειδαριές και έβαλε ηλεκτρονικές κάρτες. Ο Αντρέας κράτησε το κλειδί με τον αριθμό 17. "Δεν ανοίγει τίποτε πια", του είπε ο νέος ιδιοκτήτης. "Δεν το κράτησα για να ανοίγει". Τον δωδέκατο χρόνο, ο γιος του τού τηλεφώνησε λίγο πριν τα μεσάνυχτα. "Μπαμπά, πού είσαι;" "Σε ένα ξενοδοχείο". "Μόνος;" Ο Αντρέας κοίταξε την άδεια καρέκλα απέναντι του. "Ναι". "Τότε γιατί πηγαίνεις;" Δεν ήξερε τι να απαντήσει.

Πώς να εξηγήσεις σε ένα παιδί ότι μερικές φορές ένας άνθρωπος δεν επιστρέφει σε έναν τόπο επειδή πιστεύει πως θα βρει κάποιον αλλά για να βεβαιωθεί ότι δεν έχει ξεχάσει ποιος ήταν όταν τον συνάντησε.

Τον δέκατο πέμπτο χρόνο έπαψε να περιμένει όρθιος.

Ξάπλωσε, διάβασε λίγες σελίδες από το βιβλίο του και αποκοιμήθηκε.

Το πρωί ξύπνησε τρομαγμένος και έτρεξε στην πόρτα και την άνοιξε, σαν να υπήρχε περίπτωση η Μαρίνα να είχε χτυπήσει και να είχε φύγει επειδή εκείνος δεν την άκουσε.

Ο διάδρομος ήταν άδειος και τότε κατάλαβε πως ο μεγαλύτερος φόβος του δεν ήταν πια ότι δεν θα ερχόταν αλλά ότι θα ερχόταν τη μοναδική στιγμή που εκείνος θα είχε πάψει να περιμένει.

Τον εικοστό χρόνο, το ξενοδοχείο επρόκειτο να κλείσει.

Μια κατασκευαστική εταιρεία είχε αγοράσει το κτίριο, θα το γκρέμιζαν για να χτίσουν πολυτελείς κατοικίες με θέα στη θάλασσα.

Ο ιδιοκτήτης τηλεφώνησε στον Αντρέα. "Αυτή θα είναι η τελευταία νύχτα του ξενοδοχείου". "Κρατήστε μου το δεκαεπτά". "Δεν δέχομαι άλλες κρατήσεις". "Δεν σας ζήτησα κράτηση". Ο άντρας σώπασε. "Θα είναι ανοιχτό για εσάς". Ο Αντρέας έφτασε λίγο πριν δύσει ο ήλιος.

Ήταν πια πενήντα δύο χρονών, τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει στους κροτάφους ενώ το πρόσωπό του είχε αποκτήσει εκείνη την ήσυχη κόπωση των ανθρώπων που έζησαν αρκετά ώστε να καταλάβουν πως δεν θα λάβουν απαντήσεις για όλα.

Ανέβηκε τις σκάλες αργά, το ξενοδοχείο ήταν σχεδόν άδειο.

Οι πίνακες είχαν κατέβει από τους τοίχους, τα περισσότερα έπιπλα ήταν σκεπασμένα και στους διαδρόμους υπήρχαν κούτες.

Μπήκε στο δωμάτιο 17 και άφησε τη δερμάτινη τσάντα στο κρεβάτι.

Τοποθέτησε ευλαβικά πάνω στο τραπέζι δύο ποτήρια και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και ύστερα κάθισε στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο.

Η θάλασσα ήταν ήρεμη.

Για πρώτη φορά ευχήθηκε να μην έρθει η Μαρίνα.

Δεν ήθελε η τελευταία του ανάμνηση από εκείνη να είναι μια μεσήλικη γυναίκα που θα έμπαινε αμήχανη στο δωμάτιο και θα αναγκαζόταν να ανταγωνιστεί το κορίτσι με το κόκκινο παλτό που είχε κρατήσει ζωντανό είκοσι χρόνια μέσα του και ύστερα ντράπηκε.

Δεν είχε αγαπήσει τη Μαρίνα, είχε αγαπήσει μια νύχτα της.

Την είχε κρατήσει ακίνητη, νέα, όμορφη, φοβισμένη και δική του, χωρίς να της επιτρέψει να γεράσει, να αλλάξει, να κάνει λάθη, να αγαπήσει άλλον, να γίνει κάποια που ίσως δεν θα αναγνώριζε.

Η μνήμη είναι ο πιο εγωιστικός εραστής, δεν αγαπά τον άνθρωπο μα την εκδοχή του που δεν μπορεί πια να την εγκαταλείψει.

Στις έντεκα άνοιξε το κρασί, στα μεσάνυχτα γέμισε και τα δύο ποτήρια, στη μία ήπιε και το δικό της, στις δύο μάζεψε τα πράγματά του.

Δεν υπήρχε λόγος να περιμένει το ξημέρωμα.

Πλησίασε την πόρτα και έβαλε το χέρι στο πόμολο.

Τότε ακούστηκε ένα χτύπημα, μόνο ένα.

Ούτε διστακτικό, ούτε δυνατό.

Το χτύπημα ενός ανθρώπου που είχε κάνει όλον τον δρόμο και δεν είχε πια δύναμη να φοβηθεί την απάντηση. Ο Αντρέας δεν άνοιξε αμέσως, στάθηκε ακίνητος, με το χέρι πάνω στο πόμολο. "Ποιος είναι;", ρώτησε.

Από την άλλη πλευρά ακούστηκε μια γυναίκα. "Άργησα". Έκλεισε τα μάτια.

Ήταν η φωνή της, δεν ήταν ίδια με αυτή που είχε κλείσει σφικτά στη μνήμη του επί είκοσι χρόνια.

Ήταν πιο βαθιά, πιο κουρασμένη, πληγωμένη από χρόνια που δεν γνώριζε αλλά ήταν δική της. Άνοιξε. Η Μαρίνα στεκόταν στον διάδρομο, δεν φορούσε το κόκκινο παλτό μα ένα γκρι φόρεμα και κρατούσε στα χέρια της μια μικρή βαλίτσα.

Τα μαλλιά της είχαν γκρίζες τούφες, στο πρόσωπό της υπήρχαν ρυτίδες και κάτω από το αριστερό της μάτι είχε μια λεπτή ουλή. Ο Αντρέας κοίταξε τον λαιμό της, το παλιό σημάδι είχε χαθεί. "Πέρασαν είκοσι χρόνια", είπε. "Το ξέρω". "Είπες να μη σε περιμένω". "Με άκουσες ποτέ;" Η Μαρίνα χαμογέλασε και εκείνος την αναγνώρισε από τον τρόπο που μπορούσε ακόμη να γελάσει όταν όλα γύρω της τελείωναν.

Παραμέρισε για να περάσει. Η Μαρίνα μπήκε στο δωμάτιο και κοίταξε γύρω της. "Άλλαξαν τα πάντα". "Όχι όλα". Είδε τα δύο ποτήρια. "Το δικό μου είναι άδειο". "Άργησες". Ο Αντρέας γέμισε ξανά το ποτήρι της και η Μαρίνα κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

Για λίγη ώρα κανείς δεν μίλησε.

Είχαν περάσει είκοσι χρόνια περιμένοντας αυτή τη στιγμή και τώρα οι λέξεις έμοιαζαν φτωχές. "Έφυγες από εκείνον;", τη ρώτησε. "Ναι". "Πότε;" "Τρεις μήνες μετά τη νύχτα μας". Ο Αντρέας σηκώθηκε απότομα. "Τότε γιατί δεν ήρθες;" Η Μαρίνα έσφιξε το ποτήρι. "Γιατί φεύγοντας πήρα μαζί μου την κόρη μου.

Ήταν τεσσάρων και εκείνος μας βρήκε.

Με απείλησε πως θα την πάρει.

Ακολούθησαν δικαστήρια, καταγγελίες, μετακομίσεις.

Σιγά σιγά έμαθα να ζω χωρίς σταθερή διεύθυνση". "Θα μπορούσες να μου γράψεις". "Τι να σου έγραφα; Να περιμένεις μια γυναίκα που κοίταζε κάθε πρωί πίσω από την πλάτη της μην της κάνει ο πρώην της κακό;; Να βάλεις τη ζωή σου σε αναμονή μέχρι να τελειώσει ο φόβος μου;" "Ήταν δική μου απόφαση". "Όχι.

Θα ήταν δική μου ενοχή". Ο Αντρέας γύρισε προς το παράθυρο. "Ήρθες ποτέ στο ξενοδοχείο αυτά τα χρόνια;" Η Μαρίνα δεν απάντησε αμέσως. "Τρεις φορές". Γύρισε και την κοίταξε. "Πότε;" "Τον τέταρτο χρόνο.

Σε είδα στην υποδοχή, μιλούσες στο τηλέφωνο με τον γιο σου και του έλεγες καληνύχτα". "Γιατί δεν ανέβηκες;" "Επειδή ήμουν η γυναίκα που προσπαθούσε να σώσει το παιδί της.

Δεν μπορούσα να γίνω εκείνη που θα πλήγωνε το δικό σου παιδί". "Τη δεύτερη φορά;" "Τον ένατο χρόνο.

Έμαθα πως είχες χωρίσει και ήρθα μέχρι την πόρτα". Ο Αντρέας κοίταξε το ξύλο, σαν να μπορούσε να διακρίνει ακόμη πάνω του τη σκιά της. "Γιατί δεν χτύπησες;" "Επειδή την ίδια εβδομάδα ο πατέρας της κόρης μου έπαθε εγκεφαλικό". "Και επέστρεψες κοντά του;" "Ναι". "Ύστερα από όσα σου είχε κάνει;" Η Μαρίνα τον κοίταξε ήρεμα. "Δεν επέστρεψα ως γυναίκα του αλλά ως μητέρα της κόρης του.

Εκείνη ήταν δεκατριών και τον αγαπούσε.

Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο ό,τι υπήρξαν για εμάς". "Και η τρίτη φορά;" "Απόψε". Ο Αντρέας γέλασε πικρά. "Άρα δεν περίμενα είκοσι χρόνια.

Έχασα δύο ευκαιρίες". "Όχι.

Τις χάσαμε". "Υπάρχει διαφορά;" "Υπάρχει.

Όταν λες 'έχασα', τιμωρείς τον εαυτό σου.

Όταν λες 'χάσαμε', αναγνωρίζεις πως η ζωή δεν είχε μόνο έναν ένοχο". Η Μαρίνα άνοιξε τη μικρή βαλίτσα και έβγαλε ένα κόκκινο παλτό, προσεκτικά διπλωμένο.

Το ίδιο με αυτό που φορούσε πριν είκοσι χρόνια.

Το άπλωσε πάνω στο κρεβάτι. "Το κράτησες;", τη ρώτησε. "Όχι για σένα". "Για ποιον;" "Για τη γυναίκα που κατάφερε να φύγει φορώντας το". Ο Αντρέας κάθισε δίπλα της και τα χέρια τους ακούμπησαν.

Ήταν διαφορετικά χέρια από τότε, πάνω τους υπήρχαν φλέβες, μικρές κηλίδες, ουλές, αποδείξεις πως ο χρόνος δεν είχε περάσει απλώς από δίπλα τους αλλά είχε ζήσει επάνω τους. "Τι περιμένεις να γίνει τώρα;", τη ρώτησε. "Δεν ξέρω". "Δεν ήρθες για να μείνεις;" "Ήρθα για να μη φύγω άλλη μία φορά χωρίς να σε κοιτάξω". Ο Αντρέας ένιωσε θυμό, όχι εναντίον της αλλά εναντίον όλων εκείνων των χρόνων που είχε μετατρέψει σε υπόσχεση κάτι που ίσως ήταν μόνο μια νύχτα και τίποτα περισσότερο. "Εγώ έχτισα τη ζωή μου γύρω από αυτή την πόρτα".. "Όχι", είπε η Μαρίνα. "Εσύ ερχόσουν εδώ μία νύχτα τον χρόνο.

Τις υπόλοιπες τριακόσιες εξήντα τέσσερις ζούσες". "Μισός". "Όλοι μισοί ζούμε, Αντρέα.

Δεν φταίει πάντοτε εκείνος που λείπει.

Μερικές φορές κρυβόμαστε πίσω από την απουσία του για να μη χρειαστεί να δώσουμε ολόκληρο τον εαυτό μας σε κανέναν". Η φράση αυτή από το στόμα της Μαρίνας τον χτύπησε. Πόνεσε.

Σκέφτηκε τη γυναίκα του, τον γιο του, τις σχέσεις που άρχισε και τελείωσε, τις φορές που είχε συγκρίνει μια πραγματική γυναίκα, κουρασμένη, απαιτητική και ανθρώπινη, με μια Μαρίνα που παρέμενε για πάντα τριάντα χρονών, φωτισμένη από δύο κεριά. "Με χρησιμοποίησες", της είπε. "Δεν ήμουν εκεί". "Ακριβώς". Η Μαρίνα έσκυψε το κεφάλι. "Συγχώρεσέ με". 'Για ποιο πράγμα;" "Που άφησα μια πόρτα μισάνοιχτη και σε ανάγκασα να ακούς βήματα σε όλη σου τη ζωή". Έμειναν σιωπηλοί.

Κάποια στιγμή η Μαρίνα σήκωσε το χέρι της και άγγιξε τα γκρίζα μαλλιά του. "Γέρασες". "Κι εσύ". "Με φανταζόσουν έτσι;" Ο Αντρέας κοίταξε τις ρυτίδες της, την ουλή κάτω από το μάτι, τα χείλη που δεν ήταν πια εκείνα της μνήμης του. "Όχι". "Απογοητεύτηκες;" Την πλησίασε. "Ανακουφίστηκα". "Γιατί;" "Επειδή είσαι αληθινή". Την φίλησε.

Το φιλί τους δεν είχε τίποτε από εκείνη την γεύση και την ανάμνηση της πρώτης νύχτας.

Δεν υπήρχε καταιγίδα, κίνδυνος ή η βεβαιότητα της νιότης πως ένα άγγιγμα μπορεί να αλλάξει τον κόσμο μα δύο άνθρωποι που είχαν χάσει αρκετά ώστε να μην προσπαθούν πια να νικήσουν.

Τα χείλη της είχαν γεύση από κρασί και χρόνο. Η Μαρίνα άνοιξε τα χέρια της και τον τράβηξε κοντά. Ο Αντρέας ακούμπησε το πρόσωπό του στον λαιμό της, ακριβώς εκεί όπου κάποτε υπήρχε η μελανιά τώρα υπήρχε μόνο ζεστό δέρμα.

Το φίλησε αργά και εκείνη ανατρίχιασε. "Περίμενα είκοσι χρόνια να το κάνεις αυτό", ψιθύρισε. "Όχι.

Περίμενες είκοσι χρόνια για να μη σε πονάει όταν κάποιος σε αγγίζει εκεί". Η Μαρίνα έκλαψε.

Δεν έκλαψε δυνατά και τα δάκρυά της κύλησαν αθόρυβα, σαν νερό που βρίσκει επιτέλους διέξοδο από έναν τοίχο να απελευθερωθεί. Ο Αντρέας δεν προσπάθησε να τα σταματήσει, την κράτησε στην αγκαλιά του.

Ορισμένες φορές δεν παρηγορείς έναν άνθρωπο σκουπίζοντας τα δάκρυά του αλλά επιτρέποντάς του να κλάψει χωρίς να ντρέπεται.

Εκείνο το βράδυ έκαναν έρωτα, όχι όπως θα έκαναν είκοσι χρόνια πριν.

Τα σώματά τους δεν ήταν πια άφοβα, είχαν πόνους, σημάδια, δισταγμούς.

Κάθε ρούχο που έβγαζαν αποκάλυπτε όχι μόνο δέρμα, αλλά χρόνο αποτυπωμένο πάνω του. Η Μαρίνα προσπάθησε να κρύψει την ουλή χαμηλά στην κοιλιά της και ο Αντρέας έπιασε το χέρι της. "Μη μου δείξεις μόνο όσα επέζησαν όμορφα από το κορμί σου". Εκείνη άγγιξε την ουλή στο στήθος του από μια παλιά επέμβαση. "Ούτε εσύ". Δεν κατακτούσε ο ένας το σώμα του άλλου, το μάθαιναν σαν δύο ταξιδιώτες που ανοίγουν έναν παλιό χάρτη και ανακαλύπτουν πως οι δρόμοι άλλαξαν, οι γέφυρες έπεσαν, μα ο προορισμός εξακολουθεί να υπάρχει.

Μετά έμειναν γυμνοί κάτω από το λευκό σεντόνι και η Μαρίνα είχε το κεφάλι της πάνω στο στήθος του. "Άκου", του είπε. "Τι;" "Δεν βρέχει" Ο Αντρέας χαμογέλασε. "Δεν τη χρειαζόμαστε πια". Το πρωί, ένα δυνατό χτύπημα ακούστηκε από τον κάτω όροφο.

Οι εργάτες είχαν αρχίσει να αδειάζουν το ξενοδοχείο και ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο. Η Μαρίνα ντύθηκε, πήρε το κόκκινο παλτό και το φόρεσε, παρόλο που η ημέρα ήταν ζεστή. Ο Αντρέας έκλεισε τη βαλίτσα του και κατέβηκαν μαζί στην υποδοχή.

Ο ιδιοκτήτης τού έδωσε το τελευταίο έντυπο αναχώρησης. "Θα κρατήσετε την κάρτα για ενθύμιο;" τον ρώτησε. Ο Αντρέας κοίταξε την κάρτα που έγραφε 17, έπειτα έβγαλε από την τσέπη του το παλιό μεταλλικό κλειδί και το άφησε πάνω στον πάγκο. "Όχι", είπε. "Δεν χρειάζεται να ανοίξω ξανά αυτό το δωμάτιο". Ο ιδιοκτήτης χαμογέλασε. "Να σας κλείσω κάτι σε άλλο ξενοδοχείο για του χρόνου;" Ο Αντρέας κοίταξε τη Μαρίνα.

Εκείνη άπλωσε το χέρι της και της το έδωσε. "Δεν θα επιστρέψουμε του χρόνου", είπε.

Βγήκαν από το ξενοδοχείο τη στιγμή που οι εργάτες άρχισαν να κατεβάζουν την πινακίδα της επιγραφής του ξενοδοχείου.

Περπάτησαν προς τη θάλασσα χωρίς να γνωρίζουν πού θα πήγαιναν ύστερα και για πρώτη φορά αυτό δεν τους φόβισε.

Πίσω τους το δωμάτιο 17 έμενε άδειο.

Δεν είχε πια κανέναν να περιμένει.

Ούτε καν εκείνους. Δημήτρης Ποντίκας (απλά ένας άνθρωπος) Σημείωση συγγραφέα: θα σας αφήσω να ταξιδέψετε με έξι από τις ερωτικές ιστορίες που έχω γράψει στο "Όταν αργεί η ζωή - ερωτικές ιστορίες για όσα δεν ειπώθηκαν εγκαίρως.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences