"Η γυναίκα που δεν έβγαζε ποτέ το φόρεμά της" Την πρώτη φορά που την είδα, φορούσε ένα μαύρο φόρεμα, όχι από εκείνα που προσπαθούν να τραβήξουν τα βλέμματα αλλά από εκείνα που τα κρατούν αιχμάλωτα...
"Η γυναίκα που δεν έβγαζε ποτέ το φόρεμά της" Την πρώτη φορά που την είδα, φορούσε ένα μαύρο φόρεμα, όχι από εκείνα που προσπαθούν να τραβήξουν τα βλέμματα αλλά από εκείνα που τα κρατούν αιχμάλωτα και ύστερα προσποιούνται πως δεν κατάλαβαν τίποτα.
Όσο και να προσπάθησα, δε μπόρεσα να θυμηθώ αν την είδα να μπαίνει στο χώρο παρότι συνέχεια κοιτούσα προς την είσοδο λόγω της θέσης μου στο μπαρ.
Καθόταν μόνη της, δίπλα στο παράθυρο.
Έξω έβρεχε και οι σταγόνες γλιστρούσαν πάνω στο τζάμι βασανιστικά αργά, σαν δάχτυλα που γνωρίζουν πως δεν χρειάζεται να βιαστούν όταν έχουν ολόκληρη τη νύχτα μπροστά τους.
Ήταν τριάντα εννέα, το έμαθα αργότερα.
Εγώ ήμουν αρκετά μεγάλος για να μην πιστεύω πια στον έρωτα και αρκετά ανόητος για να τον αναγνωρίσω αμέσως.
Δεν κοιταχτήκαμε.
Εξάλλου, οι άνθρωποι που πρόκειται να σημαδέψουν ο ένας τον άλλον σπάνια κοιτάζονται από την αρχή και προσποιούνται πως ενδιαφέρονται για το ποτήρι κρασί, τη μουσική, τον δρόμο, τη βροχή.
Στην πραγματικότητα, ακούν ήδη την αναπνοή του άλλου.
Παρήγγειλε κόκκινο κρασί και διάλεξα το ίδιο, χωρίς να ξέρω το λόγο, ίσως επειδή ο πόθος αρχίζει πάντοτε με μια μικρή μίμηση.
Θέλεις να πιεις ό,τι πίνει, να δεις ό,τι βλέπει, να ακουμπήσεις για λίγο τον κόσμο από τη δική της πλευρά.
Πλησίασα προς το μέρος της και άκουσα τη φωνή της. "Με ακολουθείτε;" με ρώτησε χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει. "Όχι ακόμη", αποκρίθηκα και αυτή χαμογέλασε και αυτό το χαμόγελο ήταν το πρώτο πράγμα που έβγαλε από πάνω της.
Καθίσαμε στο ίδιο τραπέζι χωρίς να το αποφασίσουμε.
Μου είπε πως λεγόταν Άννα, της είπα και εγώ το όνομά μου, μα δεν το επανέλαβε ποτέ ξανά κατά τη διάρκεια της συνάντησης μας. "Δεν μου αρέσουν τα ονόματα", είπε. "Δίνουν στους ανθρώπους την ψευδαίσθηση πως γνωρίζονται". "Και τι σου αρέσει;" Σήκωσε το ποτήρι της προς το φως της λάμπας. "Οι σιωπές που δεν χρειάζονται περαιτέρω εξήγηση". Έξω η πόλη μούσκευε, τα αυτοκίνητα περνούσαν αδιάκοπα και άφηναν πάνω στην άσφαλτο κόκκινες ανταύγειες, σαν πληγές που δεν είχαν αποφασίσει ακόμη αν ήθελαν να κλείσουν.
Δεν θυμάμαι τι άλλο είπαμε παρά μόνο το χέρι της πάνω στο τραπέζι με τα δάχτυλά της ακίνητα και ένα μικρό κενό ανάμεσά μας.
Εκείνα τα λίγα εκατοστά που κάποτε είναι μεγαλύτερα από ωκεανό και κάποτε μικρότερα από ανάσα.
Άπλωσα το χέρι μου μα δεν την άγγιξα.
Το άφησα δίπλα στο δικό της.
Εκείνη μετακίνησε το μικρό της δάχτυλο τόσο λίγο, που θα μπορούσε κανείς να πει πως έγινε κατά λάθος.
Ακουμπήσαμε, το χέρι της κρύο και τότε κατάλαβα πως το σώμα δεν χρειάζεται πάντα να φωνάζει.
Μερικές φορές συγκλονίζεται αθόρυβα, σαν σπίτι που χτυπήθηκε από σεισμό βαθιά κάτω από τα θεμέλιά του και δεν έχει αρχίσει ακόμη να καταρρέει. "Φοβάσαι;" με ρώτησε. "Εσένα;" "Όχι.
Αυτό που θα γίνεις αν με θελήσεις". Έσκυψε προς το μέρος μου.
Μύριζε βρεγμένο χώμα σαν από κήπο και κάτι που δεν μπόρεσα να προσδιορίσω.
Ίσως επειδή ορισμένες μυρωδιές δεν ανήκουν σε αρώματα αλλά σε αναμνήσεις που δεν έχουμε ζήσει ακόμη.
Τα χείλη της στάθηκαν κοντά στα δικά μου μα δεν με φίλησε.
Με άφησε να αισθανθώ όλη την απόσταση που χωρίζει την επιθυμία από την εκπλήρωσή της. "Έλα", είπε.
Περπατήσαμε μέσα στη βροχή χωρίς ομπρέλα.
Το φόρεμά της κόλλησε πάνω της.
Δεν κοίταξα δευτερόλεπτο το σώμα της ή, τουλάχιστον, προσπάθησα να την πείσω πως δεν το κοίταξα.
Δεν έτρεμε, σαν να μην ένιωθε το κρύο ενώ εγώ είχα μουσκέψει μέχρι το κόκκαλο.
Ανέβηκα στο διαμέρισμά της μα δεν άναψε τα φώτα.
Το δωμάτιο φωτιζόταν από τις πινακίδες του δρόμου και κάθε τόσο άλλαζε χρώμα.
Μια κόκκινο, μια γαλάζιο, μια σκοτεινό, σαν να περνούσαν οι ζωές που δεν ζήσαμε από πάνω μας και να μας αποχαιρετούσαν.
Στάθηκε μπροστά μου και με κοίταξε στα μάτια. "Θέλω να μου υποσχεθείς κάτι". "Δεν υπόσχομαι εύκολα". "Για αυτό στο ζητώ". Πήρε τα χέρια μου και τα ακούμπησε στη μέση της. "Μη βιαστείς να με αποκτήσεις". Την πλησίασα, το μέτωπό της ακούμπησε στο δικό μου.
Η αναπνοή μας ανακατεύτηκε, τα χέρια της πέρασαν γύρω από τον λαιμό μου.
Ένιωσα τα χείλη της στο μάγουλο, στον κρόταφο, δίπλα στο στόμα, παντού εκτός από εκεί όπου τα περίμενα.
Ίσως αυτή να είναι η αληθινή τέχνη του έρωτα, να γνωρίζεις ακριβώς τι ζητά ο άλλος και να του χαρίζεις για λίγο την απουσία του.
Όταν με φίλησε, δεν υπήρχε πια βροχή, δωμάτιο ή πόλη, μόνο εκείνη η στιγμή όπου δύο άνθρωποι πλησιάζουν τόσο πολύ, ώστε για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπορούν να ξεχωρίσουν ποιανού η μοναξιά χτυπά δυνατότερα.
Δεν έβγαλε το φόρεμά της, ούτε εγώ της το ζήτησα.
Κοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι, σχεδόν ακίνητοι, σαν δύο ναυαγοί που είχαν βρει ο ένας πάνω στον άλλον το τελευταίο κομμάτι στεριάς.
Το πρωί είχε φύγει.
Πετάχτηκα και την έψαξα, πάνω στο τραπέζι βρήκα ένα σημείωμα. "Δεν σου χάρισα το σώμα μου μα τη γυναίκα που το κατοικούσε.
Πρόσεξε μόνο, εκείνη δεν επιστρέφει ποτέ". Έμεινα για ώρα καθισμένος στο κρεβάτι απορημένος να προσπαθώ να συμμαζέψω τις σκέψεις μου.
Τότε είδα το μαύρο φόρεμα κρεμασμένο πίσω από την πόρτα.
Το πλησίασα και το άγγιξα, ήταν στεγνό ενώ στην εσωτερική του τσέπη υπήρχε μια παλιά φωτογραφία της, με μία ημερομηνία γραμμένη στο πίσω μέρος. Η Άννα είχε πεθάνει πριν από δώδεκα χρόνια και όμως, πάνω στο μαξιλάρι δίπλα μου, η θέση της ήταν ακόμη ζεστή. Δημήτρης Ποντίκας (απλά ένας άνθρωπος) Σημείωση συγγραφέα: θα σας αφήσω να ταξιδέψετε με έξι από τις ερωτικές ιστορίες που έχω γράψει στο "Όταν αργεί η ζωή - ερωτικές ιστορίες για όσα δεν ειπώθηκαν εγκαίρως".
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους