Λένε κάποιοι: «Πηγαίνω στην εκκλησία καμιά φορά για να ηρεμήσω». Αυτή η ηρεμία είναι αίσθημα ψυχολογικής υφής. «Μα είναι κακό αυτό;» θα αντιτείνει κάποιος. Όχι, φυσικά. Αντίθετα, είναι ευλογία...
Λένε κάποιοι: «Πηγαίνω στην εκκλησία καμιά φορά για να ηρεμήσω». Αυτή η ηρεμία είναι αίσθημα ψυχολογικής υφής. «Μα είναι κακό αυτό;» θα αντιτείνει κάποιος.
Όχι, φυσικά.
Αντίθετα, είναι ευλογία.
Ωστόσο, αποτελεί μόνο τον προθάλαμο, το πρώτο σκαλοπάτι πάνω στο οποίο πρέπει αργότερα να οικοδομηθή η αληθινή πνευματικότητα.
Είναι, θα λέγαμε, ένα προστάδιο με το οποίο ο Θεός μάς γλυκαίνει για να προχωρήσουμε στην αληθινή πνευματικότητα.
Συχνά ακούμε τη φράση «αυτό με αναπαύει». Είναι ευλογημένη λέξη και πολλές φορές έχει πραγματικό νόημα, όμως κάποιες άλλες φορές διευρύνεται πολύ, μόνο και μόνο για να χωρέσει τις περιπτώσεις εκείνες που μας ενδιαφέρει μόνο να αισθανόμαστε καλά.
Δυστυχώς όμως, πολλοί από εμάς παραμένουμε εγκλωβισμένοι σ' αυτό το προστάδιο.
Κι ακόμα, είναι μια πνευματικότητα που υστερεί σε αγάπη, δίνει έμφαση στο πώς νιώθει το άτομο κι όχι στο πώς τοποθετείται απέναντι στον διπλανό του.
Είναι μια πνευματικότητα που δεν θα διστάζαμε να την ονομάσουμε «εγωκεντρική». Πρέπει να τονίσουμε πως αυτού του είδους η πνευματικότητα απαντάται εξίσου μέσα στις ενορίες και τα μοναστήρια μας, αλλά και μέσα στα ποικίλα παρακλάδια του δυτικού Χριστιανισμού.
Μπορεί να ακούγεται παράξενο κάτι τέτοιο, όμως η πνευματικότητα που ζούμε συχνά στις ενορίες και στα μοναστήρια μας έχει κάτι κοινό με την «πνευματικότητα» των διαφόρων θρησκευτικών ομάδων και αιρέσεων της σύγχρονης αμερικανικής «Βαβυλωνίας»: ό,τι μετρά περισσότερο είναι το ψυχολογικό βίωμα.
Σε αυτούς τους χώρους συνήθως, αγκαλιάζουν όλους όσοι τους πλησιάζουν, τους καλωσορίζουν, τους συμπαρίστανται, τους δίνουν τη δυνατότητα να ψάλουν όλοι μαζί, ή να παρακολουθήσουν ένα συναισθηματικό κήρυγμα που ξεσηκώνει τις ψυχές.
Όλα αυτά συνιστούν μια ψυχολογική «πνευματικότητα» που ξεκουράζει, γοητεύει και εμπνέει (ακόμα και τον Ορθόδοξο πιστό που συχνά παρασύρεται από τέτοιες ομάδες) κι έτσι ο άνθρωπος μετά απ' όλα αυτά επιστρέφει στο σπίτι του με την ψευδαίσθηση ότι, επειδή ένιωσε καλά σε όλη αυτή τη διαδικασία και ηρέμησε, έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος! Κι ακόμα παραπέρα, αυτή η «πνευματικότητα» απαντά και με εκκοσμικευμένη μορφή.
Τα τελευταία χρόνια στη διεθνή βιβλιογραφία η «Πνευματικότητα» (Spirituality) διακρίνεται από τη «Θρησκεία» (Religion) και περιγράφεται με όρους ψυχολογικούς και όχι θρησκευτικούς.
Γι' αυτό και στον δυτικό κόσμο το να πηγαίνει κανείς στην εκκλησία, να κάνει τις καθιερωμένες προσευχές του, να μελετά την Αγία Γραφή μαζί με άλλους και να νηστεύει (αν προβλέπει κάτι τέτοιο η Ομολογία του), αποτελεί έκφανση θρησκευτικότητας και όχι πνευματικότητας. «Πνευματικότητα», κατά την αντίληψη αυτή, θεωρείται το να στοχάζεται κανείς για το θείο και να συγκινείται από αυτό, να χαίρεται την εμπειρία της διαπροσωπικής σχέσης, να δονείται από την ομορφιά της φύσης και της τέχνης, ή να συγκλονίζεται από το βίωμα του απολύτου και του απείρου.
Έτσι, η «πνευματικότητα» αυτή ουσιαστικά περιλαμβάνει κάθε έντονο και ασυνήθιστο βίωμα που αυτονομείται από τη θεσμοποιημένη θρησκευτικότητα και αποκτά χαρακτήρα ατομικής ψυχολογικής εμπειρίας.
Δεν έχει σχέση με το Άγιο Πνεύμα, αλλά επικαλείται τον όρο «πνεύμα» με τρόπο καταχρηστικό.
Μέσα σ' αυτήν την «πνευματικότητα» ο δυτικός κόσμος περιλαμβάνει και αυτό που ονομάζουμε διεύρυνση της συνειδητότητας.
Αυτός ο όρος περιγράφει τον άνθρωπο εκείνο που αρχίζει να αισθάνεται, να βλέπει, και να ακούει πράγματα που συνήθως δεν βλέπει και δεν ακούει, δηλαδή τον άνθρωπο εκείνο που έχει διευρυμένο πεδίο εμπειρίας.
Συνήθως αυτή η διεύρυνση επιχειρείται με διαλογισμό ή με τεχνικές που καλλιεργούνται σε ορισμένες επικίνδυνες θρησκευτικές ομάδες (cults). Υπάρχουν συγγραφείς που προβάλλουν αυτή τη διεύρυνση της συνειδητότητας ενταγμένη στο κλίμα της «πνευματικότητας», διότι, όπως υποστηρίζουν, μέσα από τη διεύρυνση αυτή έρχεται ο άνθρωπος σε επαφή με ολόκληρο το σύμπαν, με την αρμονία και την αλήθεια του κόσμου. (Αν αναφερόμαστε εδώ στα προβληματικά στοιχεία του φαινομένου αυτού της Αμερικής, είναι γιατί σε κάποια χρόνια το φαινόμενο αυτό -όπως γίνεται πάντα – θα κάνει την εμφάνισή του και στη χώρα μας.
Και τότε, όταν πια θα δεχόμαστε μια πλημμύρα ορολογίας και βιβλίων και κινημάτων αυτής της «πνευματικότητας», ίσως με θλίψη διαπιστώσουμε πως οι ενορίες και τα μοναστήρια μας έχουν από καιρό προετοιμάσει το έδαφος για την είσοδο και εδραίωσή της.
Έχοντας κάνει τους Ορθόδοξους Χριστιανούς να σκέφτονται μόνο ψυχολογικά, έχοντας εισαγάγει στον χώρο της Εκκλησίας μια κατ' ουσίαν κοσμική ψυχολογική «πνευματικότητα», όταν πια το φαινόμενο θα είναι παρόν στη χώρα μας, οι χριστιανοί δυστυχώς θα κινδυνεύουν να το αναγνωρίσουν ως οικείο, να το αγκαλιάσουν, και μάλιστα κάποιοι να εγκαταλείψουν για χάρη του την Εκκλησία). Θα προσθέσουμε κάτι ακόμα: αυτή είναι μια πνευματικότητα που ενδιαφέρεται μόνο για την ατομική δύναμη του ανθρώπου και αδιαφορεί για τον διπλανό του.
Πώς εκφράζεται αυτό; Με μια συγκεκριμένη εγωκεντρική νοοτροπία εκζήτησης των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος.
Κάποιοι που μελετούν βίους Αγίων μπαίνουν στη λογική της δίψας για δύναμη.
Αν μπορούσαμε κάπως να κοιτάξουμε μέσα στο ασυνείδητο πολλών Ορθόδοξων Χριστιανών, θα βλέπαμε ένα αντίγραφο του νιτσεϊκού Υπερανθρώπου, ντυμένου όμως πλέον με πνευματικές κατηγορίες.
Η συλλογιστική τους ενδόμυχα και ανεπίγνωστα είναι η εξής: «Πώς θα καταφέρω να γίνω σπουδαίος αποκτώντας τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος; Ποιος θα μου τα δώσει, αφού δεν μπορώ να τα αποκτήσω μέσα από τη ρουτίνα της καθημερινής μου ζωής; Η Εκκλησία! Ας μπω λοιπόν στην Εκκλησία, ώστε μέσα από τα μυστήριά της να αποκτήσω τη δύναμη των χαρισμάτων». Με άλλα λόγια, η Εκκλησία γίνεται μέσο για την απόκτηση ενός στόχου.
Κι ο στόχος αυτός είναι η απόκτηση ατομικής δύναμης διά της χάριτος του Θεού.
Αυτό όμως συνιστά πλήρη ανατροπή της Ορθόδοξης Θεολογίας και ζωής... Η εκκλησιαστική συλλογιστική είναι ακριβώς η αντίθετη: «Ποιος είναι ο απώτερος στόχος του χριστιανού; Να εισέλθει ουσιαστικά στην Εκκλησία, να εκκλησιοποιηθή, δηλαδή να κοινωνήσει με τους άλλους την αγάπη.
Πώς θα το πετύχει αυτό; Διά της ασκήσεως και της Ευχαριστίας!». Αν ξεφύγει κανείς από αυτή τη σειρά, από αυτή τη συλλογιστική, συναντά τραγικά φαινόμενα. Η Εκκλησία πολλές φορές ταλαιπωρείται από ανθρώπους που την κατέστησαν μέσο για να πετύχουν τον σκοπό τους, να εκπληρώσουν προσωπικές τους επιδιώξεις και να αποκτήσουν την ψευδαίσθηση του «πνευματικού ανθρώπου». ------------▪︎------▪︎-----------▪︎--------▪︎-------- ▪︎Πληγές από νόημα- Εκδόσεις Έν πλώ • Απόσπασμα από το κεφάλαιο: Ουσία της πνευματικής ζωής: μια ή πολλές πνευματικότητες;
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους