Ο γιος του Ιωάννη, ο Μανουήλ Α΄, θαρραλέος και ιπποτικός, ο οποίος ηγήθηκε πολλών εκστρατειών σε όλα τα μέτωπα, είναι η πλέον αντιφατική προσωπικότητα ανάμεσα στους Κομνηνούς. Ηγέτης με...
Ο γιος του Ιωάννη, ο Μανουήλ Α΄, θαρραλέος και ιπποτικός, ο οποίος ηγήθηκε πολλών εκστρατειών σε όλα τα μέτωπα, είναι η πλέον αντιφατική προσωπικότητα ανάμεσα στους Κομνηνούς.
Ηγέτης με αδιαμφισβήτητες ικανότητες και με τολμηρές και μεγαλεπήβολες ιδέες, εμπνεόταν από την ιδέα μιας οικουμενικής αυτοκρατορίας.
Τέτοιες φιλοδοξίες αναπόφευκτα τον έφεραν σε σύγκρουση με τις παρόμοιες επιδιώξεις του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Α΄ Βαρβαρόσα (1152-1190). Στη διάρκεια της διακυβέρνησης του Μανουήλ, το Βυζάντιο δέχτηκε σημαντικές επιδράσεις από τη λατινική Δύση.
Έτσι, στη βυζαντινή κοινωνία όλο και περισσότερο και πιο αποφασιστικά διείσδυαν οι νέες αξίες της ιπποτικής κοινωνίας, ενώ στην αυλή της Κωνσταντινούπολης η κάποτε παραδοσιακή τυπικότητα των μεγαλειωδών εορτασμών αντικαταστάθηκε από μια πιο χαλαρή ατμόσφαιρα.
Ωστόσο, δε θα πρέπει να υπερτιμηθεί η δυτική επιρροή στο Βυζάντιο, διότι αυτή εξαντλούνταν κυρίως στα ανώτερα στρώματα της βυζαντινής κοινωνίας. Ο Μανουήλ Κομνηνός, μεγαλωμένος ανάμεσα σε Δυτικούς ιππότες, Βαράγγους φρουρούς και Έλληνες λόγιους, είχε αναπτύξει ένα χαρακτήρα με ανάμικτες επιρροές.
Ήταν ο πρώτος Βυζαντινός αυτοκράτορας που μιλούσε άπταιστα τη γλώσσα των ιπποτών και απολάμβανε τις μάχες.
Ταυτόχρονα, ήταν γνήσιος διάδοχος μιας χιλιόχρονης ρωμαϊκής παράδοσης.
Η μεγάλη του εμμονή έχει δύο λέξεις: αποκατάσταση ισχύος.
Στα όνειρά του έβλεπε μια αυτοκρατορία που θα κρατούσε: τα Βαλκάνια πλήρως υποταγμένα, την Ιταλία να κοιτά ξανά προς την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία όχι απλώς ασφαλή, αλλά νικηφόρα προελαύνουσα, και τους Λατίνους των Αγίων Τόπων να ζητούν την προστασία του. Ο Ραϋνάλδος του Σατιγιόν, θρασύς και πολυπράγμων, αποφάσισε να επιτεθεί στην Κύπρο, λεηλατώντας το νησί τόσο άγρια ώστε ο ιστορικός Γουλιέλμος της Τύρου γράφει πως ακόμη και οι Φράγκοι ντρέπονταν γι’ αυτό. Ο Μανουήλ δεν θα άφηνε τέτοια προσβολή αναπάντητη.
Ένα τεράστιο στράτευμα κινήθηκε προς την Ανατολή. Η Κιλικία υποτάχθηκε, οι Αρμένιοι ηγεμόνες προσκύνησαν και ο Ραϋνάλδος, βλέποντας το τέλος να πλησιάζει, έφτασε ενώπιον του αυτοκράτορα.
Μετέτρεψε την Αντιόχεια της Συρίας των Νορμανδών σε υποτελές του προτεκτοράτο του Βυζαντίου.
Το 1159, όταν ο Μανουήλ μπήκε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, δύο Φράγκοι ηγεμόνες, ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ και ο πρίγκιπας της Αντιόχειας ακολουθούσαν πεζοί, πίσω από το άλογό του. Στα Βαλκάνια, ο Μανουήλ προσπάθησε να ολοκληρώσει αυτό που είχε αρχίσει ο Βασίλειος Β’. Οι Σέρβοι ηττήθηκαν και υποτάχθηκαν. Η Ουγγαρία δέχθηκε σειρά επιδρομών μέχρι που ο διάδοχός της Μπέλα στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να εκπαιδευθεί σαν Έλληνας πρίγκιπας. Ο Μπέλα επέστρεψε στην Ουγγαρία και έγινε βασιλιάς – και παρέμεινε για χρόνια πιστός σύμμαχος των Ρωμαίων.
Για τους ιστορικούς του σήμερα, μια προσωπικότητα γεμάτη αντιφάσεις: Φιλόδοξος, διορατικός, αλλά και υπερβολικά τολμηρός, ίσως και αλαζόνας.
Το αδιαμφισβήτητο όμως είναι ότι ο Μανουήλ Α’ υπήρξε ο τελευταίος των μεγάλων αυτοκρατόρων της αναγέννησης των Κομνηνών. Ο Μανουήλ έκτισε έναν τεράστιο στόλο.
Οι χρονικογράφοι, Ιωάννης Κίνναμος και Νικήτας Χωνιάτης, μιλούν για περισσότερα από χίλια πολεμικά πλοία και μεταγωγικά πλοία, που μετέφεραν δεκάδες χιλιάδες στρατιωτών, χωρί να προσμετρώνται οι Βενετοί σύμμαχοι.
Οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι τέτοιοι αριθμοί είναι υπερβολικοί: αλλά ακόμη και έτσι, ο πιθανός αριθμός τους είναι αρκετές εκατοντάδες.
Επρόκειτο για ένα εκστρατευτικό σώμα, του οποίου το μέγεθος, κανένα άλλο ευρωπαϊκό κράτος δεν μπορούσε να κινητοποιήσει και να οργανώσει.
Είχε ως σκοπό να εντυπωσιάσει τους βάρβαρους της Δύσης επιδεικνύοντας το μέγεθος και την ικανότητα της βυζαντινής πολεμικής μηχανής, αλλά την ίδια στιγμή προκάλεσε δριμεία κριτική εκ των έσω.
Ο εγγονός του Αλεξίου Κομνηνού, ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός, είχε ασυνήθιστα μελαχρινό δέρμα για Βυζαντινό. Οι Βενετοί, οι οποίοι φυσικά γνώριζαν την πληροφορία αυτή, έκαναν κάποτε ένα χοντροκομμένο αστείο: Σε μια ναυμαχία αιχμαλώτισαν το αυτοκρατορικό πλοίο, στο οποίο βρισκόταν και η καμπίνα του Μανουήλ στολισμένη με χρυσοκέντητες κουρτίνες και πορφυρά χαλιά.
Οδήγησαν λοιπόν στο δωμάτιο έναν ταπεινό ανθρωπάκο, ένα μαυριδερό Αιθίοπα, κι αφού τον στόλισαν με χρυσό στεφάνι, τον περιέφεραν επίσημα και τον χαιρετούσαν σαν Βυζαντινό αυτοκράτορα. Ο Μανουήλ Α΄, ο οποίος έμαθε για το επεισόδιο αυτό, ποτέ δε συγχώρησε τους Βενετούς για την προσβολή. Ο Μανουήλ αποφάσισε να προχωρήσει σε γενικό πόλεμο, εισβάλλοντας από κοινού στη νότια Ιταλία και τη Σικελία, συνεπικουρούμενος από τον Κονράδο Γ΄, τον αυτοκράτορα των Γερμανών, για να αποτελειώσει μια και καλή την απειλή των Νορμανδών (που αποτελούσαν μάστιγα για την αυτοκρατορία από το 1071). Ωστόσο, κείνη τη στιγμή, η διπλωματία του Ρογήρου απέδωσε, καθώς η Ουγγαρία και η Σερβία ξεκίνησαν εκ νέου τις επιθέσεις τους ενάντια στην αυτοκρατορία, αναγκάζοντας τον Μανουήλ και τον Κονράδο να εγκαταλείψουν τον πόλεμο στην Ιταλία.
Ο στόλος, επίσης, απαιτήθηκε να σταλθεί επειγόντως στα παραδουνάβια σύνορα. Ο Ρογήρος Β΄ πέθανε το 1154.
Ο θάνατος του Ρογήρου Β’ τον Φεβρουάριο του 1154 (τον διαδέχτηκε ο Γουλιέλμος Α’ ο «Κακός»), ενεθάρρυνε τον Μανουήλ να εκμεταλλευτεί την αστάθεια στην Ιταλική χερσόνησο. Ο Μανουήλ Α΄ έστειλε τους Μιχαήλ Παλαιολόγο και Ιωάννη Δούκα (αμφότεροι είχαν τον υψηλό αυτοκρατορικό τίτλο του Σεβαστού), με Βυζαντινά στρατεύματα, 10 πλοία και άφθονο χρυσό να εισβάλλουν στην Απουλία.
Η εκστρατεία πέτυχε γρήγορα θεαματικά αποτελέσματα, καθώς ολόκληρη η Νότια Ιταλία επαναστάτησε κατά του Σικελικού Στέμματος. Ο Μανουήλ είχε επίσης την υποστήριξη του Πάπα, καθώς οι Πάπες ουδέποτε είχαν καλές σχέσεις με τους απρόβλεπτους Νορμανδούς της Σικελίας.
Η πόλη του Μπάρι, η οποία ήταν στο παρελθόν η πρωτεύουσα του Βυζαντινού Κατεπανικίου της Νότιας Ιταλίας για αιώνες πριν την άφιξη των Νορμανδών, άνοιξε τις πύλες της στον στρατό του Αυτοκράτορα, και οι κατενθουσιασμένοι κάτοικοι κατέστρεψαν το Νορμανδικό κάστρο.
Μετά την πτώση του Μπάρι, οι πόλεις Τράνι, Άντρια, Τάραντο και Μπρίντιζι κατελήφθησαν επίσης, ενώ ο Γουλιέλμος Α’ που κατέφθασε με τον στρατό του (που περιλάμβανε και 2.000 ιππότες) κατανικήθηκε.Οι Βυζαντινοί κατόρθωσαν να επιστρέψουν μετά από 90 χρόνια στη Νότια Ιταλία.
Δυστυχώς αυτή η επιτυχία δεν κράτησε πολύ, καθώς εκδιώχτηκαν οριστικά σε ένα χρόνο.
Χωρίς την ικανή ηγεσία του και με τις εξεγέρσεις εναντίον των Νορμανδών να εξαπλώνονται, αρχικά έχασαν εδάφη στην Ιταλία, αλλά ο διάδοχός του, Γουλιέλμος Α΄, αποδείχθηκε ικανός στρατηγός, απωθώντας τους Βυζαντινούς στη θάλασσα.
Έτσι, ο πόλεμος δεν απέδωσε οφέλη για τους Βυζαντινούς αλλά, τουλάχιστον, εξάντλησε τους Νορμανδούς που έκαναν σύμφωνο ειρήνης με την αυτοκρατορία.
Δεν θα έκαναν την εμφάνισή τους μέχρι το 1185, μετά τον θάνατο του Μανουήλ.
Υπό αυτή την έννοια, η έκβαση του πολέμου μπορεί να θεωρηθεί ως επιτυχής, τουλάχιστον, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Μανουήλ.
Για τους χρονικογράφους, ωστόσο, ο πόλεμος ήταν μια τεράστια σπατάλη, οικονομική και υλική, με μικρά κέρδη (π.χ. οι εργάτες μεταξουργίας των Θηβών, που κρατούνταν ως όμηροι από τους Νορμανδούς, ποτέ δεν ελευθερώθηκαν). Το 1169, ο Μανουήλ έστειλε έναν στόλο εναντίον της Αιγύπτου με πάνω από 200 πλοία υπό την ηγεσία του νέου Μεγάλου Δούκα, Ανδρόνικου Κοντοστέφανου.
Η οικογένεια των Κοντοστέφανων είχε ισχυρές διασυνδέσεις και ήταν δυνατή αποκτώντας ακόμη περισσότερη ισχύ την περίοδο των Κομνηνών.
Πολλά μέλη της οικογένειας αυτής διατήρησαν τη θέση του Μεγάλου Δούκα, που είναι αντίστοιχη με αυτή του Ναυάρχου. Η Αίγυπτος ήταν υπό την ηγεμονία του σιϊτικού χαλιφάτου των Φατιμιδών.
Ήταν μια δύναμη σε διαδικασία παρακμής, της οποίας το ναυτικό ήταν κατώτερο των Βενετών και των Νορμανδών.
Στις απαρχές της Α΄ Σταυροφορίας, οι Μουσουλμάνοι ανασυγκροτούνταν κάτω από την αναζωογονητική ηγεσία του Σαλαντίν. Οι Σταυροφόροι ανυπομονούσαν να κατακτήσουν την Αίγυπτο πριν συμβεί αυτό και ο Μανουήλ αποφάσισε να επιδείξει την αλληλεγγύη του στους ιερούς πολεμιστές. Ο Μανουήλ σκεφτόταν με όρους ισχυροποίησης της σκληρά κατακτημένης ναυτικής κυριαρχίας στην Ανατολή και σκόπευε να αναλάβει τον ρόλο του προστάτη της Λατινικής Ανατολής.
Η αιγυπτιακή εκστρατεία αποσκοπούσε στην επίδειξη της ικανότητας και θέλησης της αυτοκρατορίας να δρα σε μεγάλη κλίμακα. Ο Μανουήλ στην πραγματικότητα ήθελε να αποκαταστήσει την αυτοκρατορική κυριαρχία, δηλαδή, τον κυριάρχο στόχο της δυναστείας των Κομνηνών από την εποχή του Αλέξιου Α΄. Το 1168, οι Σταυροφόροι επιτέθηκαν στην Αίγυπτο. Η Αλεξάνδρεια πυρπολήθηκε από τους Φατιμίδες σε μια απελπισμένη προσπάθεια να καθυστερήσουν την προέλαση των Σταυροφόρων.
Ενθαρρυμένος απ' αυτές τις εξελίξεις, ξεκίνησε κοινή επιχείρηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και του Aμαλαρίχου, βασιλιά της Ιερουσαλήμ, τον Ιούλιο του 1169.
Η εκστρατευτική δύναμη αποβιβάστηκε στην αιγυπτιακή ακτή με ευκολία και πολιόρκησε τη σημαντική πόλη-λιμάνι της Δαμιέττης τον Οκτώβριο.
Ωστόσο, λόγω της έλλειψης συντονισμού με τους Σταυροφόρους, τα βυζαντινά στρατεύματα ξέμειναν από εφόδια, ενώ ο Αμαλαρίχος ακύρωσε την εκστρατεία φτάνοντας σε συμφωνία με τον Σαλαντίν.
Οι αηδιασμένοι Βυζαντινοί αποχώρησαν. Ο Μανουήλ θα προσπαθούσε ξανά, σε μικρότερη κλίμακα, λίγα χρόνια αργότερα, αλλά χωρίς αποτελέσματα.
Λίγο αργότερα, ο Σαλαντίν καταλάμβανε οριστικά την Αίγυπτο και τα σχέδια του Μανουήλ για την Αίγυπτο κατέρρευσαν.
Στο τέλος του καλοκαιριού του 1176, ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να ξεμπερδεύει με τους Σελτζούκους Τούρκους.
Συγκρότησε ένα μεγάλο εκστρατευτικό σώμα με το σύνολο σχεδόν του Βυζαντινού τακτικού στρατού και βάδισε προς το Ικόνιο, την πρωτεύουσα του Σελτζουκικού σουλτανάτου του Ρουμ (Ρωμανίας). Οι Τούρκοι έκαψαν τις σοδειές και δηλητηρίασαν τα αποθέματα νερού, για να κάνουν δύσκολη την προώθηση του Μανουήλ, ενώ παρενοχλούσαν το Βυζαντινό στράτευμα με σκοπό να το αναγκάσουν να εισέλθει στην κοιλάδα του Μαιάνδρου ποταμού και ειδικότερα στο ορεινό πέρασμα του Μυριοκεφάλου (η ακριβής θέση δεν είναι γνωστή, αλλά πρέπει να είναι κοντά στη λίμνη Beysehir). Η πιο σοβαρή συνέπεια της ήττας ήταν ότι υποβάθμισε δραματικά το κύρος του Μανουήλ προσωπικά, αλλά και του Βυζαντινού θρόνου γενικότερα.
Η ήττα του Μυριοκεφάλου, παρόλο που δεν ήταν μεγάλη πανωλεθρία, συμβολίζει την αρχή του τέλους για το Βυζάντιο που από τότε ουσιαστικά έπαψε να είναι υπερδύναμη.
Η ήττα αποτέλεσε μεγάλη ντροπή για τον Μανουήλ και το Βυζάντιο.
Συχνά περιγράφεται σαν κατακλυσμιαία καταστροφή.
Ο ίδιος ο Μανουήλ που ήταν κάπως κυκλοθυμικός και είχε την τάση να δραματοποιεί τις καταστάσεις, τη συνέκρινε με το Ματζικέρτ και οι ιστορικοί της εποχής δεν διαφώνησαν μαζί του.
Όμως η αλήθεια είναι ότι, πέρα από το τρωθέν κύρος, η ήττα αυτή δεν του κόστισε και πάρα πολύ και δεν κατέστρεψε τον Βυζαντινό στρατό, ενώ οι άμεσες συνέπειες ήταν αμελητέες. Ο Νικήτας Χωνιάτης έχει καταγράψει μια δεισιδαίμονα αντίληψη του αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνού, βάσει της οποίας αποφάσισε το όνομα που θα έδινε στο γιο του. Ο Μανουήλ λοιπόν ονόμασε το γιο που απέκτησε το 1169 –έπειτα από μακρά αναμονή– Αλέξιο, όχι όμως προς τιμήν του παππού του Αλεξίου Κομνηνού, αλλά εξαιτίας μιας προφητείας.
Η προφητεία συνίστατο στη λέξη «αίμα» και υποτίθεται ότι προέλεγε πόσο θα παραμείνει η οικογένεια των Κομνηνών στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Ο Μανουήλ διάβαζε τη λέξη ως αρκτικόλεξο των ονομάτων των Κομνηνών αυτοκρατόρων: «α» για τον ιδρυτή της δυναστείας Αλέξιο Α΄, «ι» για το διάδοχό του Ιωάννη Β΄, «μ» για τον ίδιο.
Κατά συνέπεια, το δεύτερο «α» θα έπρεπε να αντιστοιχεί στο όνομα του διαδόχου του Μανουήλ.
Γι' αυτόν το λόγο, τονίζει ο Χωνιάτης, ονόμασε ο αυτοκράτορας το γιο του Αλέξιο. Ο Αλέξιος Β΄ Κομνηνός διαδέχτηκε τον πατέρα του Μανουήλ σε ηλικία μόλις δέκα ετών.
Επίτροπος ανέλαβε η μητέρα του, η Μαρία της Αντιοχείας, η οποία παραγκώνισε το γιο της από την εξουσία προς όφελος του πρωτοσέβαστου Αλεξίου, ο οποίος ήταν ενδεχομένως εραστής της.
Οι υποστηρικτές του νεαρού αυτοκράτορα ξεσήκωσαν το λαό της Κωνσταντινούπολης σε εξεγέρσεις, αλλά η παράταξή τους ηττήθηκε.
Ωστόσο η αναταραχή έδωσε την ευκαιρία στον Ανδρόνικο Κομνηνό, θείο του Αλεξίου Β΄, να επέμβει και να ανατρέψει την Νορμανδή Γαλλίδα Μαρία της Αντιοχείας, αναλαμβάνοντας ο ίδιος επίτροπος του ανήλικου αυτοκράτορα, τον Απρίλιο του 1182. Ο Ανδρόνικος Κομνηνός βασίστηκε στα αντιλατινικά αισθήματα του λαού της Κωνσταντινούπολης για να βρει υποστηρικτές στο πραξικόπημά του και, με την ανάληψη της εξουσίας, επέτρεψε εκτεταμένες βιαιότητες και σφαγές κατά των Ιταλών (Πισ(ζ)ατών και των Γενουατών) της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι είχαν συγκεντρώσει μεγάλο μέρος της εμπορικής δραστηριότητας στα χέρια τους.
Στη συνέχεια, ο Ανδρόνικος Κομνηνός οργάνωσε τη δολοφονία όχι μόνο της Μαρίας της Αντιοχείας, αλλά και της αδελφής του Αλεξίου Β΄ Μαρίας Κομνηνής και του συζύγου της, οι οποίοι ήταν ηγέτες της αντιπολιτευόμενης στη Μαρία της Αντιοχείας παράταξης. Το Σεπτέμβριο του 1183 ο Ανδρόνικος στέφθηκε συναυτοκράτορας, διέταξε τη δολοφονία του Αλεξίου Β΄ και έμεινε μόνος αυτοκράτορας. http://constantinople.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaId=12490 https://www.pontosnews.gr/822838/pontos/prosopikotites/manoyil-a-komninos-o-eylogimenos-aytokratoras-tis-konstantinoypolis/ https://www.historical-quest.com/109-archive/mesaioniki-istoria/340-o-megas-stolos-tou-autokratora-manouil-a-komninou.html?srsltid=AfmBOopNjs-cRXhtwHSFaPx6mkJFXF9HO5bRUeIqHG2nGco__bR5qs_- https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c12_05 https://www.historical-quest.com/109-archive/mesaioniki-istoria/340-o-megas-stolos-tou-autokratora-manouil-a-komninou.html?srsltid=AfmBOopNjs-cRXhtwHSFaPx6mkJFXF9HO5bRUeIqHG2nGco__bR5qs_- https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c12_03
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους