[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Η πιο συγκινητική στιγμή της παγκόσμιας λογοτεχνίας όλων των εποχών... Όταν ο Πρίαμος γονάτισε μπροστά στον φονιά του γιου του και ο Όμηρος αποκάλυψε την ψυχή του ανθρώπου»🏛️ Με αφορμή τον παταγώδη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Η πιο συγκινητική στιγμή της παγκόσμιας λογοτεχνίας όλων των εποχών... Όταν ο Πρίαμος γονάτισε μπροστά στον φονιά του γιου του και ο Όμηρος αποκάλυψε την ψυχή του ανθρώπου»🏛️ Με αφορμή τον παταγώδη θόρυβο που έχει ξεσπάσει αυτές τις ημέρες γύρω από τη μεγάλη κινηματογραφική επιστροφή του Κρίστοφερ Νόλαν στον κόσμο των Ομηρικών επών, αξίζει ίσως να σταθούμε για λίγο πέρα από τις μάχες, τα άρματα, τις πανοπλίες και τις εικόνες μιας εποχής που συνεχίζει να γοητεύει την ανθρωπότητα.

Αξίζει να θυμηθούμε κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν πόλεμο.

Μια από τις συγκλονιστικότερες σκηνές που γράφτηκαν ποτέ.

Μια σκηνή όπου δεν κερδίζει κανένας στρατός,δεν θριαμβεύει κανένας βασιλιάς και δεν υψώνεται κανένα ξίφος.

Γιατί εκείνη τη στιγμή, πριν από σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια, ο Όμηρος έκανε κάτι μοναδικό έβαλε την ανθρώπινη ψυχή πάνω από τη δόξα των όπλων. 📜Η Τροία θρηνεί. Ο Έκτορας είναι νεκρός.

Ο μεγαλύτερος υπερασπιστής της πόλης, ο γιος του Πριάμου και της Εκάβης, ο άνθρωπος που στάθηκε απέναντι στην καταστροφή με αξιοπρέπεια και ανδρεία, έχει πέσει από το χέρι του Αχιλλέα.

Μέσα στη νύχτα, ένας γέροντας βαδίζει προς το αδύνατο. Ο Πρίαμος.

Ο βασιλιάς της Τροίας.

Ο άνθρωπος που έχει πίσω του έναν θρόνο, έναν λαό, μια ολόκληρη ιστορία.

Όμως εκείνη τη στιγμή δεν είναι βασιλιάς.

Είναι μόνο ένας πατέρας που θέλει να πάρει πίσω το παιδί του.

Προχωρά μόνος μέσα στο σκοτάδι, προς το στρατόπεδο των εχθρών.

Προς τη σκηνή του ανθρώπου που σκότωσε τον γιο του.

Πόσοι άνθρωποι θα είχαν το θάρρος να αντικρίσουν τον δολοφόνο του παιδιού τους; Πόσοι θα είχαν τη δύναμη να αφήσουν πίσω τους την οργή, την περηφάνια, την εκδίκηση; Κι όμως, ο Πρίαμος το κάνει.

Φτάνει μπροστά στον Αχιλλέα και τότε συμβαίνει κάτι που μοιάζει αδιανόητο.

Ο βασιλιάς γονατίζει.

Αγγίζει τα γόνατα του πολεμιστή και φιλά τα χέρια του.Τα χέρια που αφαίρεσαν τη ζωή του Έκτορα.Αυτή η χειρονομία δεν είναι ταπείνωση αλλά η μεγαλύτερη μορφή δύναμης.

Γιατί μόνο ένας πραγματικά δυνατός άνθρωπος μπορεί να αφήσει στην άκρη την υπερηφάνειά του όταν η αγάπη μιλά πιο δυνατά από τον εγωισμό. Ο Πρίαμος δεν παραδίδεται αλλά όσο περίεργο και εάν φαίνεται νίκα.Νικά γιατί καταφέρνει να κάνει τον εχθρό του να δει ξανά τον άνθρωπο.

Και τότε συμβαίνει το θαύμα. Ο Αχιλλέας.Ο φοβερός Αχιλλέας.

Ο πολεμιστής που κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει.Ο άνδρας που έγινε σύμβολο οργής και δύναμης.Σπάει,γιατί απέναντί του δεν βλέπει πια έναν Τρώα.

Βλέπει έναν πατέρα.

Βλέπει τον δικό του πατέρα, τον Πηλέα.

Βλέπει τον πόνο της απώλειας.

Βλέπει τον εαυτό του.

Και τότε ο ανίκητος κλαίει.

Οι δύο άνδρες, ο πατέρας του νεκρού και ο φονιάς του νεκρού, κάθονται μαζί και μοιράζονται το ίδιο δάκρυ.Είναι ίσως η πιο μεγάλη στιγμή της Ιλιάδας.

Γιατί εκείνη τη στιγμή ο πόλεμος χάνει όλη τη λάμψη του.Δεν υπάρχουν πλέον ήρωες και εχθροί.Δεν υπάρχουν Έλληνες και Τρώες.

Υπάρχουν μόνο δύο άνθρωποι που στέκονται μπροστά στο ίδιο αναπόφευκτο γεγονός.

Όλοι οι άνθρωποι αγαπούν.

Όλοι οι άνθρωποι χάνουν.

Όλοι οι άνθρωποι πονάνε.

Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό είναι το πιο συγκλονιστικό μήνυμα του Ομήρου.Η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται σε αυτόν που κάνει τους άλλους να γονατίζουν.Βρίσκεται σε αυτόν που έχει το θάρρος να γονατίσει μπροστά στην αγάπη.

Δεν βρίσκεται στο χέρι που κρατά το όπλο.

Βρίσκεται στο χέρι που απλώνεται για συμφιλίωση.

Δεν βρίσκεται στην κραυγή της νίκης.Βρίσκεται στη σιωπή δύο ανθρώπων που κλαίνε μαζί.

Κάθε φορά που επιστρέφω σε αυτή τη σκηνή, νιώθω πως ο Όμηρος δεν μιλά μόνο για τους ανθρώπους ενός μακρινού, μυθικού παρελθόντος.

Μιλά για εμάς.

Για κάθε εποχή που ξεχνά πως πίσω από τις σημαίες υπάρχουν πρόσωπα.

Πίσω από τις μάχες υπάρχουν οικογένειες.

Πίσω από κάθε «εχθρό» υπάρχει κάποιος που αγαπά, φοβάται και πονά.

Γι’ αυτό η Ιλιάδα παραμένει ζωντανή.

Όχι επειδή μας μιλά για πολέμους.

Αλλά επειδή μας θυμίζει πώς να παραμένουμε άνθρωποι μέσα στον πόλεμο. Ο Πρίαμος γονάτισε. Ο Αχιλλέας έκλαψε και για μια στιγμή, μέσα σε έναν κόσμο φτιαγμένο από σίδερο, αίμα και εκδίκηση, η ανθρωπιά νίκησε.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη νίκη που μπορεί να πετύχει ποτέ ένας άνθρωπος. via Στυλιανός Καβάζης Ακολουθούν οι στίχοι του Ομηρικών Έπους της Ιλιάδας με την αντίστοιχη σκηνή! Ραψωδία Ω 468-677 Η συνάντηση Πρίαμου και Αχιλλέα Οι απαρχές των ανθρωπιστικών αξιών του δυτικού πολιτισμού! Η καταξίωση και η ηθική κάθαρση του Αχιλλέα και η αποκατάσταση του Έκτορα ή πώς η λύτρωση του θύματος οδηγεί στη λύτρωση του θύτη. Ο Πρίαμος στη σκηνή του Αχιλλέα: Είπεν ο Ερμής κι επέταξε στες κορυφές του Ολύμπου και ξεπεζεύει ο Πρίαμος και αφήνει στον Ιδαίον αυτού στον τόπον να φυλά τα δυο ζεμέν' αμάξια.

Και ίσια επήγε στην σκηνήν που έμενε ο Πηλείδης·τον ήβρε αυτού και ανάμερα οι σύντροφοι εκαθίζαν·μόνοι να τον υπηρετούν στεκόνταν ο Αυτομέδωνμε τον γενναίον Άλκιμον, ότ' είχε αποδειπνήσεικι ήταν ακόμη ασήκωτον εμπρός του το τραπεζι.

Εμπήκε ο μέγας Πρίαμος χωρίς να τον νοήσει αυτού κανείς, και άμ' έφθασε σιμά στον Αχιλλέα, τα γόνατά του αγκάλιασε και τ' ανδροφόνα χέρια εφίλησε, που του 'σφαξαν τόσα λαμπρά παιδιά του.

Και ως όταν ένας πάνερμος, που φόνον έχει κάμειεις ξένον τόπον έρχεται, στο σπίτι ανδρός πλουσίουθαυμάζουν όσοι τον ιδούν, ομοίως όταν είδε εκείνον τον θείον Πρίαμον εθαύμαζε ο Πηλείδης,θαύμαζαν και εκοιτάζονταν κι οι άλλοι ολόγυρά του. Ο Πρίαμος ικετεύει τον Αχιλλέα: Άρχισε τότε ο Πρίαμος να τον παρακαλέσει: «Θυμήσου τον πατέρα σου, ισόθεε Πηλείδη, οπού και αυτόν, ωσάν εμέ το έρμο γήρας ήβρε.

Ίσως και τον στεναχωρούν οι γείτονες τριγύρω και από τον όλεθρον κανείς δεν είναι να τον σώσει.

Αλλά εκείνος χαίρεται και από μακριά ν' ακούει οπού του ζεις και ολοκαιρίς ελπίζει να 'λθ' η μέρανα ιδεί τον ποθητόν του υιόν να φθάσει από τα ξένα·αλλ' ο βαριόμοιρος εγώ, δεν μόμεινε κανένααπ' όσα τέκνα εγέννησα κι εδόξασαν την Τροίαν.

Είχα πενήντα ότ' έφθασαν των Αχαιών τα πλήθη.

Τα δεκαννιά γεννήθηκαν όλ' από μια γαστέρα τα επίλοιπ' από σπιτικές γυναίκες, και από τόσα μόσφαξ' ο Άρης πάμπολλα και αυτόν που ακόμα μόνος την πόλιν φύλαγε κι εμάς, τον φόνευσες προτώρα, τον Έκτορα, μαχόμενον να σώσει την πατρίδα.

Γι' αυτόν τώρα κατέβηκα στων Αχαιών τα πλοία με πλήθια λύτρα πόφερα, για να τον αποδώσεις.

Σέβου, ω γενναίε, τους θεούς, λυπήσου με, θυμήσου τον γέροντά σου· κι είμ' εγώ ελεεινότερός του,πόπαθ' αυτό που άλλος θνητός δεν έχει πάθει ακόμη, του ανδρός οπού μ' ορφάνεψε το χέρι να φιλήσω». Ο Αχιλλέας αποδέχεται την ικεσία και παρηγορεί τον Πρίαμο: Τα λόγια τούτα ως άκουσε, λαχτάρισε ο Αχιλλέας να κλάψει τον πατέρα του και πιάνοντας το χέρι του γέροντος, τον άμπωσεν αγάλι από σιμά του.

Κι οι δύο, με τον πόνον του καθένας τους, εκλαίαν.

Εκείνος για τον Έκτορα στα πόδια του Αχιλλέως, τούτος για τον πατέρα του και ακόμη για τον φίλον Πάτροκλον, και απ' τα κλάυματα τα δώματ' αντηχούσαν.

Και αφού στο κλάμα ευφράνθηκεν ο ισόθεος Πηλείδης, ορθώθη απ' όπου εκάθονταν και σήκωσε απ' το χέρι τον γέροντα λυπούμενος την άσπρην κεφαλήν του, και προς αυτόν ομίλησε: «Ω δύστυχε, τωόντι πίκρες πολλές και βάσανα υπέφερε η καρδιά σου.

Πώς μπόρεσες στων Αχαιών τες πρύμνες να 'λθεις μόνος τον άνδρα οπού σου εφόνευσε τόσα παιδιά γενναία να ιδείς στα μάτια; Σίδερον έχ' η καρδιά σου, ω γέρε.

Αλλ' έλα τώρα κάθισε, και, αν και λυπημένοι, τους πόνους τώρ' ας κλείσομεν στα βάθη της ψυχής μας· και τίποτε δεν ωφελούν τα μαύρα κλάυματά μας· ότι στους άμοιρους θνητούς οι αθάνατοι δωρήσαν να ζουν στον πόνον και άλυποι μόνον εκείνοι μένουν.

Ότι απ' όσα δίδει ο Ζευς πιθάρια δυο σιμά του έχει, το ένα των κακών, των αγαθών το άλλο.

Και σ' όποιον δώσει ανάμικτα ο βροντητής Κρονίδης, εκείνος πότ’ έχει κακές, πότε αγαθές ημέρες, και σ' όποιον τα πικρά, τον κάμνει μαύρον κι έρμον και στ' άγιο πρόσωπο της γης φρικτή τον σέρνει ανάγκη και ατίμητος από θεούς και ανθρώπους παραδέρνει.

Και του Πηλέως οι θεοί λαμπρά χαρίσαν δώρα, πανευτυχής και υπέρπλουτος να γίνει στους ανθρώπους, των Μυρμιδόνων βασιλιάς και τον καταξιώσαν θεάν να λάβει ομόκλινην, αν και θνητός εκείνος.

Αλλά του εδώσαν και κακόν στο σπίτι του δεν έχει παιδιά να γίνουν βασιλείς, παρ' εν' αγόρι μόνον ολιγοήμερον, κι εγώ να τον γηροκομήσω δεν δύναμ' επειδή μακράν απ' την γλυκιάν πατρίδα μένω στην Τροίαν, συμφορά σ' εσέ και στα παιδιά σου.

Και συ, ω γέρε, ακούομεν πανευτυχής πως ήσουν· λέγουν που απ' όσους κατοικούν στου Μάκαρος την χώραν στην Λέσβον, στον Ελλήσποντον κι επάνω στην Φρυγίαν για πλούτη και λαμπρά παιδιά συ είχες τα πρωτεία.

Αλλ' αφού τούτο το κακόν οι αθάνατοι σου εφέραν, ολόγυρα στην πόλιν σου μάχες και φόνους έχεις.

Υπόφερε, ας μην τήκεται στην λύπην η καρδιά σου· το πεθαμένο σου παιδί με δάκρυα ν' αναστήσεις δεν ημπορείς, και απ' τον καημόν και άλλο κακό μην πάθεις» Η λύτρωση του Έκτορα: Και τότε ο θείος Πρίαμος απάντησε του κι είπε: «Πώς να καθίσω διόθρεπτε, ενόσω εις τες σκηνές σου ο Έκτωρ κείτεται άταφος· α! τώρα λύσε μου τον, να τον ιδούν τα μάτια μου, και συ τα λύτρα λάβε οπού σου εφέραμε πολλά· να τα χαρείς να φθάσεις εις την πατρίδα σου, ω καλέ, που τόσο μ' ελυπήθης και την ζωήν μου εχάρισες, του ηλιού το φως να βλέπω». Με άγριο βλέμμ' απάντησε σ' εκείνον ο Πηλείδης: «Μη μ' ερεθίζεις, γέροντα, και αφ' εαυτού μου θέλω να λύσω εγώ τον Έκτορα· μου εμήνυσε και ο Δίας με την θεάν μητέρα μου, την κόρην του Νηρέως.

Και ακόμη σε, ω Πρίαμε, το εννόησα, το είδα, κάποιος θεός σε οδήγησε στων Αχαιών τα πλοία.

Πώς θα ερχόνταν στον στρατόν θνητός, κι αν νέος ήταν, από τους φύλακες κρυφά, πώς θα ημπορούσε μόνος της θύρας μου το μάνταλο το μέγα να σηκώσει; Μη, ω γέρε, την κατάπικρην ψυχήν μου εξαγριώνεις μήπως και σένα, ικέτης μου, ως είσαι στην σκηνήν μου, δεν λυπηθώ και παραβώ την προσταγήν του Δία». Είπε, φοβήθη ο γέροντας και υπάκουσε τον λόγον και ωσάν λεοντάρι απ' την σκηνήν πετάχθηκε ο Πηλείδης, ο Άλκιμος κατόπιν του και ο ήρως Αυτομέδων ακολουθούσαν, σύντροφοι που επροτιμούσε απ' όλους ύστερ' από τον θάνατον του ποθητού Πατρόκλου.

Και τα μουλάρια ξέζεψαν εκείνοι και τους ίππους κι έμπασαν μέσα στην σκηνήν τον κήρυκα του γέρου και τον εκάθισαν εκεί· και απ' το λαμπρόν αμάξι τ' άπειρα λύτρα εσήκωσαν του Έκτορος και δύο χλαμύδες άφησαν εκεί κι έναν κάλο χιτώνα να πάρει σπίτι τον νεκρόν μ' εκείνα σκεπασμένον.

Κι είπε στες δούλες τον νεκρόν να λούσουν και να χρίσουν ανάμερα, μη ο Πρίαμος θωρώντας το παιδί του μες στην καρδιά του την οργήν του πόνου δεν κρατήσει και του Αχιλλέως η ψυχή ξαγριωθεί και αμέσως τον σφάξει παραβαίνοντας την προσταγήν του Δία.

Και αφού τον λούσαν κι έχρισαν οι δούλες με τα μύρα και τον ενεκροστόλισαν, τον σήκωσε ο Πηλείδης ο ίδιος και τον άπλωσε στο νεκρικό κρεβάτι και οι σύντροφοι τον έβαλαν εις το λαμπρόν αμάξι.

Τότ' είπε αναστενάζοντας: «Άκου, γλυκέ μου φίλε, μην, Πάτροκλε, μου χολωθείς, αυτού στον Άδη αν μάθεις πως έλυσα τον Έκτορα του γέροντος πατρός του, επειδή λύτρα όχι κακά μου έδωσε και απ’ όλα ό,τι σου πρέπει, αγαπητέ, θα σου χαρίσω μέρος».

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences