— Τι κάνατε εδώ, μικρές λησταρχίνες; Σκορπίσατε τα σκουπίδια! Θα παραπονεθώ στους γονείς σας! Για μια ζωή, ο Στέφανος ήθελε γιο. Είχε βρει κιόλας όνομα – Αλέξανδρο. Αλλά όπως τα 'φερε η μοίρα, στο...
— Τι κάνατε εδώ, μικρές λησταρχίνες; Σκορπίσατε τα σκουπίδια! Θα παραπονεθώ στους γονείς σας! Για μια ζωή, ο Στέφανος ήθελε γιο.
Είχε βρει κιόλας όνομα – Αλέξανδρο.
Αλλά όπως τα 'φερε η μοίρα, στο σπίτι μεγάλωναν τρεις κόρες… Η γυναίκα του, η Ελένη, δεν το 'βαζε κάτω: — Κοίτα τι ομορφιές έχουμε! — έλεγε. Ο Στέφανος χαμογελούσε και κούναγε το κεφάλι.
Αγαπούσε πολύ τα έξυπνα κοριτσάκια του.
Όμως κάπου μέσα του ένιωθε μια ζήλια όταν έβλεπε τον γείτονα να παίζει μπάλα με τους γιους του. — Άσε ρε Στέφανε, η Μαρίνα σου κάνει καράτε.
Δέρνεται καλύτερα από κάθε αγόρι, — του 'λεγε ο φίλος του. Ο Στέφανος γελούσε. Η Μαρίνα στα δέκα της ήταν πράγματι τσαχπίνα.
Οι αδερφές της, τα δίδυμα στα εφτά τους, η Σοφία και η Δήμητρα, είχαν κι αυτές ζωηρό χαρακτήρα.
Αλλά η ιδέα του γιου δεν τον άφηνε… Οι κόρες του είχαν κι εκείνες ένα όνειρο – ένα κατοικίδιο. — Μπα, δεν αντέχω άλλο ένα σκυλί που γαβγίζει συνέχεια, — απομάκρυνε τις παρακάλια τους. — Γάτα; Θα μου καταστρέψει τις ταπετσαρίες. Χάμστερ; Βρωμάνε. Παπαγάλος; Φασαρία, — απέρριπτε κάθε πρόταση.
Τα κορίτσια σκυθρώπιαζαν και θύμωναν. — Η Ναταλία κι η Λένα έχουν δύο σκυλιά σπίτι! Και δεν πάθανε τίποτα! — ψιθύριζε η Μαρίνα, αλλά ο πατέρας ήταν ανένδοτος. — Κάτι θα σκεφτούμε, — τις παρηγορούσε η Σοφία, που δεν τα παρατούσε εύκολα.
Πλησίαζαν τα γενέθλια του Στέφανου.
Τα κορίτσια κάθονταν στο δωμάτιο της Μαρίνας και μάλωναν για το δώρο. — Θερμός; Σετ ξυρίσματος; — Όχι βρε, πολύ κλισέ! — Τότε σκέψου εσύ, αφού είσαι έξυπνη! Εμείς θα ζωγραφίσουμε κάρτα! Δύο μέρες έμειναν! — Α, μπράβο, νηπιαγωγείο! Το δώρο πρέπει να εκπλήξει και να μείνει αξέχαστο! Έτσι λέει η μαμά.
Η συζήτηση κρατούσε μισή ώρα και κόντευε να γίνει καβγάς, όταν χτύπησε το τηλέφωνο: — Μαρίνα, βγάλατε τα σκουπίδια; — ρώτησε η μαμά. — Φυσικά… τα βγάλαμε.
Έρχεσαι; — είπε ψέματα η Μαρίνα.
Κι όταν κατάλαβε πως η μαμά θ' αργούσε, ετοιμάστηκε γρήγορα. — Κι εμείς! — είπαν τα δίδυμα. — Και τι θα κάνουμε, με μια σακούλα σκουπιδιών και οι τρεις; — γκρίνιαξε η Μαρίνα.
Αλλά σε λίγα λεπτά βγήκαν από την πολυκατοικία. — Ακούτε; Εκεί, στους κάδους, — είπε σιγά η Δήμητρα.
Τα κορίτσια σταμάτησαν.
Πλησιάζοντας, άκουσαν ένα αξιολύπητο νιαούρισμα. — Δεν το 'βαλαν γάτα μέσα; — είπε διστακτικά η Μαρίνα. Η Σοφία ανασήκωσε τους ώμους κι άρχισε να πετάει σακούλες από τον κάδο.
Οι αδερφές τη βοήθησαν, μορφάζοντας.
Λες κι άκουσε ότι έρχεται σωτηρία, η γάτα έβγαλε μια απελπισμένη κραυγή. — Ελπίζω να μην ορμήσει.
Γιατί δεν βγαίνει; Κόλλησε; — βογκούσε η Μαρίνα σκυμμένη στην άκρη του κάδου.
Από την άλλη, η Σοφία και η Δήμητρα έψαχναν.
Σε λίγο βρήκαν την απάντηση: — Τρελάθηκαν οι μεγάλοι.
Τη γάτα μέσα σε σακούλα και στα σκουπίδια! — αγανάκτησε η Μαρίνα λύνοντας το νάιλον.
Μέσα ήταν μια φοβισμένη κοκκινοτρίχη γάτα. — Τι όμορφη και γλυκιά! Ποιος την πέταξε; — αναστέναξε η Δήμητρα.
Η γάτα σκαρφάλωσε στην αγκαλιά της και κόλλησε τρέμοντας. — Τι κάνατε εδώ, μικρές λησταρχίνες; Σκορπίσατε τα σκουπίδια! Θα παραπονεθώ στους γονείς σας! — φώναζε από μακριά η κυρία Γεωργία.
Ήταν άχρηστο να της αντιμιλήσουν.
Πλησίαζε γοργά, παρά τα χρόνια της. — Τρέχουμε, — πρόσταξε η Μαρίνα. Συνέχεια στο άρθρο! Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους