— Τι κάνετε εδώ, ρε μικρά ληστόπουλα; Ο Δημήτρης ονειρευόταν όλη του τη ζωή ένα γιο. Είχε κιόλας σκεφτεί το όνομα – Τιμόθεος. Όμως, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, στο σπίτι μεγάλωναν τρεις κόρες... Η...
— Τι κάνετε εδώ, ρε μικρά ληστόπουλα; Ο Δημήτρης ονειρευόταν όλη του τη ζωή ένα γιο.
Είχε κιόλας σκεφτεί το όνομα – Τιμόθεος.
Όμως, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, στο σπίτι μεγάλωναν τρεις κόρες... Η γυναίκα του, η Ελένη, δεν έχανε το κέφι της: — Κοίτα τι ομορφιές έχουμε! — έλεγε συνέχεια. Ο Δημήτρης χαμογελούσε και κουνούσε το κεφάλι.
Φυσικά, αγαπούσε πολύ τα έξυπνα κοριτσάκια του.
Ωστόσο, κάποιες φορές ένιωθε ένα μικρό τσίμπημα ζήλιας όταν έβλεπε τον γείτονα να παίζει μπάλα με τους γιους του. — Έλα, μωρέ Δημήτρη! Η Ειρήνη σου κάνει καράτε.
Δέρνεται καλύτερα από κάθε αγόρι, — του έλεγε ο φίλος του ο Γιάννης. Ο Δημήτρης γελούσε. Η Ειρήνη στα δέκα της χρόνια ήταν πραγματικά ένα μαχητικό κορίτσι.
Οι αδελφές της – οι επτάχρονες δίδυμες Σοφία και Δάφνη – είχαν κι αυτές ζωηρό χαρακτήρα.
Μα η επιθυμία για γιο δεν τον άφηνε... Κι οι κόρες του είχαν ένα όνειρο – ένα κατοικίδιο. — Όχι, δεν αντέχω άλλο ένα πλάσμα που γαβγίζει συνέχεια, — απέρριπτε ο Δημήτρης τις παρακλήσεις των κοριτσιών για σκύλο. — Η γάτα θα καταστρέψει όλες τις ταπετσαρίες.
Τα χάμστερ βρομάνε.
Ο παπαγάλος είναι πολύ θορυβώδης, — απέρριπτε κάθε πρόταση.
Τα κορίτσια κατσούφιαζαν και θύμωναν. — Η Ναυσικά κι η Κατερίνα έχουν δύο σκυλιά στο σπίτι! Και τίποτα δεν παθαίνουν! — παραπονιόταν σιγανά η Ειρήνη, αλλά ο πατέρας ήταν ανένδοτος. — Κάτι θα σκεφτούμε, — παρηγορούσε η Σοφία, που δεν το έβαζε κάτω.
Πλησίαζε η γιορτή του Δημήτρη.
Τα κορίτσια κάθονταν στο δωμάτιο της Ειρήνης και μάλωναν για το δώρο. — Θερμός; Σετ ξυρίσματος; — Όχι, αυτά είναι πολύ κοινότοπα! — Τότε σκέψου εσύ, αφού είσαι έξυπνη! Εμείς θα ζωγραφίσουμε μια κάρτα! Δύο μέρες έμειναν! — Πάλι καλά, νηπιαγωγείο! Το δώρο πρέπει να είναι απρόσμενο και αξέχαστο! Έτσι λέει η μαμά.
Η συζήτηση κρατούσε μισή ώρα και κόντευε να γίνει καβγάς, όταν χτύπησε το τηλέφωνο: — Ειρήνη, βγάλατε τα σκουπίδια; — ρώτησε η μητέρα. — Φυσικά... τα βγάλαμε.
Όλα εντάξει.
Εσύ έρχεσαι; — είπε ψέματα η Ειρήνη χωρίς να διστάσει.
Κι αφού βεβαιώθηκε πως η μαμά θα αργήσει, άρχισε να ετοιμάζεται. — Ερχόμαστε κι εμείς! — φώναξαν οι δίδυμες. — Τι, με μια σακούλα σκουπίδια θα πάμε και οι τρεις; — συνοφρυώθηκε η Ειρήνη.
Παρ’ όλα αυτά, σε λίγο βγήκαν όλες από την πολυκατοικία. — Ακούτε; Εκεί, στους κάδους, — είπε σιγά η Δάφνη.
Οι άλλες σταμάτησαν και κούνησαν το κεφάλι.
Πλησιάζοντας, κατάλαβαν πως από τους κάδους ακουγόταν ένα αξιολύπητο νιαούρισμα. — Δεν μπορεί, κάποιος έβαλε γάτα στα σκουπίδια; — είπε διστακτικά η Ειρήνη. Η Σοφία ανασήκωσε τους ώμους κι άρχισε να πετάει έξω σακούλες από τον κάδο.
Οι αδερφές, μορφάζοντας, βοήθησαν.
Σαν να κατάλαβε πως έρχεται σωτηρία, η γάτα έβγαλε μια απελπισμένη κραυγή. — Ελπίζω να μη χυμήξει πάνω μας.
Γιατί δεν βγαίνει; Κόλλησε; — βογκούσε η Ειρήνη, σκυμμένη πάνω από τον κάδο.
Από την άλλη, η Σοφία και η Δάφνη έψαχναν.
Σε λίγο βρήκαν την απάντηση: — Τρελάθηκαν οι μεγάλοι.
Να βάλουν γάτα σε σακούλα και να την πετάξουν! — αγανάκτησε η Ειρήνη λύνοντας το πλαστικό που είχε μέσα ένα φοβισμένο κόκκινο γατί. — Τι όμορφο και γλυκό! Πώς μπόρεσαν να το παρατήσουν; — αναστέναξε η Δάφνη.
Η γάτα σκαρφάλωσε αμέσως στην αγκαλιά της και κούρνιασε, τρέμοντας. — Τι κάνετε εδώ, ρε μικρά ληστόπουλα; Η συνέχεια στο άρθρο! Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους