Μυρτώ Λέτσ. Μετά από 16 χρόνια η υπόθεση της Marfin ήρθε ξανά στο προσκήνιο με μια τεχνική έκθεση 117 σελίδων από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, δύο συλλήψεις και ένα ακόμη ένταλμα που...
Μυρτώ Λέτσ. Μετά από 16 χρόνια η υπόθεση της Marfin ήρθε ξανά στο προσκήνιο με μια τεχνική έκθεση 117 σελίδων από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, δύο συλλήψεις και ένα ακόμη ένταλμα που δημιούργησαν την αίσθηση μιας καθυστερημένης, έστω, δικαστικής δικαίωσης.
Ωστόσο, η ουσία μιας τέτοιας υπόθεσης κρίνεται στον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία επιλέγει να διαχειριστεί την πληροφορία πριν αυτή φτάσει στο ακροατήριο.
Και εκεί, για ακόμη μια φορά, το Κράτος Δικαίου υπέστη μια σοβαρή ήττα. Για τέταρτη φορά γινόμαστε μάρτυρες του ίδιου επαναλαμβανόμενου μοτίβου: στοιχεία της ανάκρισης βρίσκουν τον δρόμο τους προς φιλικά ΜΜΕ, πριν καν η υπεράσπιση λάβει γνώση της δικογραφίας, και πριν ολοκληρωθεί επίσημα η ταυτοποίηση των φερόμενων ως δραστών με μια συντονισμένη, «διοχετευμένη» διαρροή με προφανές πολιτικό ωφέλιμο φορτίο, η οποία ναρκοθετεί τις βασικές αρχές της ποινικής διαδικασίας. Οι καταγγελίες των συνηγόρων υπεράσπισης δεν μπορούν να προσπεραστούν ελαφρά τη καρδία.
Όσα διαρρέουν με πηχυαίους τίτλους περί «απόλυτης ταυτοποίησης» των προσώπων με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, φαίνεται πως δεν υφίστανται στο ίδιο το κείμενο της τεχνικής έκθεσης. Η ΔΕΕ, λειτουργώντας με επιστημονική αυστηρότητα, αποφεύγει ρητά να μιλήσει για «απόλυτη ταυτοποίηση» πάνω σε οπτικό υλικό χαμηλής ευκρίνειας από το 2010. Σε αυτό το χάσμα μεταξύ επιστημονικής πραγματικότητας και επικοινωνιακής παρουσίασης προστίθεται και μια σοβαρή χρονική ασυνέπεια.
Η επίσημη ενημέρωση έκανε λόγο για ένα κρίσιμο e-mail που εντοπίστηκε «πριν από ενάμιση χρόνο», ενώ το ίδιο το έγγραφο φέρει ημερομηνία μόλις τριών μηνών πριν. Σε οποιαδήποτε άλλη ποινική υπόθεση, τέτοιες αντιφάσεις και προχειρότητες θα είχαν προκαλέσει άμεσα ερωτήματα αξιοπιστίας.
Εδώ, όμως, η ανάγκη για τη δημιουργία ενός γρήγορου πολιτικού αφηγήματος μοιάζει να υπερτερεί της ανάγκης για μια δικονομικά άψογη διαδικασία. Η συστηματική παραβίαση του απορρήτου της ανάκρισης δεν είναι μια τυπική νομικίστικη λεπτομέρεια.
Το απόρρητο θεσπίστηκε για δύο πολύ συγκεκριμένους λόγους: Για να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της έρευνας και για να προστατεύσει το τεκμήριο αθωότητας και να εγγυηθεί τη δυνατότητα μιας δίκαιης δίκης. Όταν μια ανακριτική πράξη που λαμβάνει χώρα Παρασκευή μεσημέρι παράγει ένα προβλέψιμο, ενορχηστρωμένο κύμα «αποκαλύψεων» στα δελτία ειδήσεων του Σαββατοκύριακου, η αρχή της ισότητας των όπλων καταλύεται.
Η υπεράσπιση αναγκάζεται να τοποθετηθεί στο σκοτάδι, την ώρα που η κοινή γνώμη έχει ήδη «δικάσει» και «καταδικάσει» βάσει επιλεκτικών διαρροών. Η δικαίωση των θυμάτων δε θα έρθει μέσα από επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και πρόχειρες ταυτοποιήσεις που θα καταρρεύσουν στο ακροατήριο.
Αντιθέτως, η εργαλειοποίηση της ποινικής διαδικασίας για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων το μόνο που καταφέρνει είναι να τροφοδοτεί περαιτέρω την καχυποψία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς. Η Δικαιοσύνη πρέπει να αφεθεί να κάνει τη δουλειά της μακριά από τα non-paper των υπουργείων.
Η αλήθεια δεν κρίνεται στα τηλεοπτικά πάνελ, αλλά στις δικαστικές αίθουσες με σεβασμό στις δικονομικές εγγυήσεις.
Πολλώ δε μάλλον όταν ο ίδιος άνθρωπος βρίσκεται επικεφαλής του ίδιου μηχανισμού σε τρεις διαφορετικές απόπειρες εξιχνίασης που καταλήγουν διαδοχικά σε φιάσκο, η ανάλυση δεν μπορεί να περιορίζεται στην αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, αλλά να εξετάσει και το θεσμικό υποκείμενο που τα διαχειρίζεται.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους