«Δεν μπορώ πια, μάνα! Δεν αντέχω. Γιατί με αφήσατε μόνο μου;» Τα λόγια αυτά βγήκαν από το στόμα μου χωρίς να τα ελέγξω. Στεκόμουν στο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, με τα χέρια μου να τρέμουν, και τα...
«Δεν μπορώ πια, μάνα! Δεν αντέχω. Γιατί με αφήσατε μόνο μου;» Τα λόγια αυτά βγήκαν από το στόμα μου χωρίς να τα ελέγξω.
Στεκόμουν στο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, με τα χέρια μου να τρέμουν, και τα μάτια της μητέρας μου – της Μαρίας – γεμάτα με αυτό το γνώριμο, παγωμένο βλέμμα.
Στη γωνία, η αδελφή μου, η Ελένη, προσποιούνταν πως πλένει τα πιάτα, αλλά κάθε τόσο πετούσε κλεφτές ματιές – ψίθυροι ανάμεσα στα κομμένα μακαρόνια και τα ξινά μου λόγια. «Δε σου χρωστάμε τίποτα, Νικόλα.
Έτσι δεν λες πάντα; Να τα καταφέρνεις μόνος σου;» Η φωνή της μάνας μου ηχούσε ψυχρή.
Τόσα χρόνια, πάντα υποστήριζα ότι πρέπει να πατάει κανείς στα πόδια του.
Όταν ήμουν μικρός και ο πατέρας με έβριζε για τους βαθμούς μου ή γιατί δεν έβρισκα δουλειά, έλεγα – πρώτα στον εαυτό μου και μετά στους άλλους – «Εγώ θα τα βγάλω πέρα». Όμως, εκείνη τη μέρα, ο τρόμος της μοναξιάς με έπνιγε.
Έχασα τη δουλειά μου στη Θεσσαλονίκη πριν δύο μήνες. «Περικοπές», μου είπε ο κύριος Αποστόλης, ο λογιστής.
Πίσω από το βλέμμα του διέκρινα τη δυσκολία.
Υπήρξαν εποχές που πίστευα ότι ήμουν άτρωτος.
Δεκατέσσερα χρόνια στο ίδιο γραφείο, αναλύοντας αριθμούς – «Ο Νικόλας όλο δουλεύει και τίποτα άλλο δεν κάνει!». Άκουγα τους άλλους να με σχολιάζουν, αλλά ήμουν περήφανος.
Περήφανος και μόνος.
Τα πράγματα χειροτέρεψαν τους τελευταίους μήνες.
Οι φίλοι απομακρύνθηκαν χωρίς να το καταλάβω.
Στην αρχή είχα μέσα μου μια ελπίδα ότι η οικογένειά μου θα με στηρίξει.
Όμως, στο πατρικό μας, στη Δράμα, ήρθα ταπεινωμένος και σχεδόν απελπισμένος.
Η μάνα μου, πικραμένη γυναίκα του χωριού, κουβαλούσε τις δικές της απογοητεύσεις.
Ο αδελφός μου ο Θύμιος – ταξιτζής, πάντα βιαστικός, πάντα θυμωμένος – ούτε που με ρώτησε πώς νιώθω. Η Ελένη, με το μικρό καφέ στο χέρι και το φρύδι σηκωμένο, λες και όλα στη ζωή της ήταν διαγωνισμός και εγώ ήμουν το αποτυχημένο αστείο.
Στο πρώτο βράδυ που κοιμήθηκα στον παλιό μου καναπέ, άκουσα λόγια πίσω απ’ την πόρτα. «Δεν αρκεί να έχεις σπουδάσει, αν δεν έχεις το μυαλό να κρατήσεις μια δουλειά», ψιθύριζε ο πατέρας μου.
Δεν μίλησα, ούτε διεκδίκησα το δίκιο μου.
Η ντροπή έγινε κουβέρτα που με σκέπασε, καθώς το σπίτι, που κάποτε ήταν καταφύγιο, τώρα μύριζε προδοσία.
Σε αυτό το σπίτι, τα πάντα γύρω μου ήταν γεμάτα σιωπές και χαμένες στιγμές.
Τις μέρες αναρωτιόμουν αν αξίζω βοήθεια, ή αν όντως η δική μου αυτονομία με έχει οδηγήσει ως εδώ.
Άκουγα τον πατέρα μου να λέει «Άντρας είσαι, σήκω και βρες δουλειά – να βοηθήσεις κανέναν άλλον, όχι να γυρεύεις να σε σώσουν!» Ο πόνος του να ζητάς το αυτονόητο από ανθρώπους που σου έμαθαν πως τίποτα δεν είναι αυτονόητο, έκαιγε μέσα μου πιο πολύ από κάθε απόρριψη.
Μια μέρα η Ελένη ήρθε στο δωμάτιο: «Τι ακριβώς περιμένεις να κάνουμε; Να σου δώσουμε λεφτά; Να σου βρούμε δουλειά; Κι εγώ έχω προβλήματα, Νικόλα!» «Ποιος σου είπε ότι θέλω λεφτά, ρε Ελένη; Μια κουβέντα ήθελα – να νιώσω πως δεν είμαι αόρατος εδώ μέσα!» Εκείνη σήκωσε το φρύδι, με κοίταξε ψυχρά κι έφυγε.
Η ερημιά που ακολούθησε ήταν χειρότερη από το πρώτο κρύο ξημέρωμα μετά την απόλυση.
Κάθε μέρα του καλοκαιριού ήταν ένας χρόνος μοναξιάς.
Βγήκα στα καφενεία να βρω τους παλιούς γνωστούς. Ο Μιχάλης με ρώτησε «Τι κάνεις τώρα;», κι όταν του απάντησα «Ψάχνω», γύρισε αλλού. Στην Ελλάδα, κανείς δεν θέλει να έχει φίλο έναν άνεργο – σαν να κολλάει πάνω σου αρρώστια.
Άρχισα να κρατάω σημειωματάριο για να σώζω το νου μου.
Έγραψα: «Αξίζω βοήθεια ή είμαι το βάρος που τόσο φοβόμουν;» Κάποιες μέρες με έπιανε οργή.
Άλλες, ενοχές που δεν είχα το κουράγιο να προσποιηθώ χαρά.
Μια φορά χτύπησε το τηλέφωνο: «Νικόλα, η θεία, στο χωριό, ψάχνει κάποιον να της καθαρίσει το χωράφι. Θα πας;» η φωνή της μάνας μου. Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους