[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ω ΤΟ φετινό μας το καλοκαίρι! Να πάει και να μη γυρίσει. Φωτιά και λάβρα. Η ατμόσφαιρα πάντα στεναχωρημένη. Συχνά πυκνά κάνει μπόρες που μποδίζουν τα μελτέμια να φυσήξουνε λεύτερα. Ζέστα· ζέστα και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ω ΤΟ φετινό μας το καλοκαίρι! Να πάει και να μη γυρίσει.

Φωτιά και λάβρα.

Η ατμόσφαιρα πάντα στεναχωρημένη.

Συχνά πυκνά κάνει μπόρες που μποδίζουν τα μελτέμια να φυσήξουνε λεύτερα.

Ζέστα· ζέστα και πλήξη.

Μα όλα αφτά δεν είναι τίποτε μπρος στην άλλη εκείνη τη θεοτική την πληγή, μπρος στο φοβερό το θανατικό, που δέρνει τον τόπο! Έχομε επιδημία από βλογιά.

Δεν είναι σπίτι που να μην έχει κι ένα δύο αρρώστους· δεν περνά μέρα που να μη θάφτουμε πέντε δέκα.

Πού να προκάμουνε γιατροί, πού να προκάμουνε παπάδες! Είναι φρίκη να βλέπεις πώς κουβαλούνε κάθε μέρα τους νε­κρούς.

Ένας παπάς μπροστά με πετραχήλι πένθιμο στο λαιμό, μ’ ένα φανάρι στο χέρι αντί κάθε άλλο φως και μ’ ένα σταυρό αντί κάθε άλλη παράταξη.

Κατόπι τέσσερες μόρτηδες κρατώντας το σκάμνο, όπως λέμε το κοινό νεκροκρέβατο που κουβαλούνε σύνηθα τους πεντάφτωχους· μέσα σ’ αφτόν ο πεθαμένος ραμμένος σε χασεδένιο σάκο μέσα, για να μη βλέπει ο κόσμος το σαπισμένο από τις πληγές κι απ’ τον όμπιο κι αγριέβεται.

Όσοι έχουνε τον τρόπο τους κάνουν φοβγή1 στα γύρω χωριά.

Το ίδιο κάμνουμε κι εμείς· μόνο ο αδελφός μου ο Γιάννης, που κάνει τον παλικαρά, μένει στη χώρα για να μην κλείσει ολό­τελα το σπίτι, που δεν το ‘χουμε σε καλό.

Το χωριό που μας φιλοξενεί είναι μικρό και χαριτωμένο, χτι­σμένο γιαλοπερίγιαλα κατά το βοριά ανάμεσα σε ελιώνες και σκαμνιώνες.

Καθόμαστε σ’ ένα μεταξοσκουληκαριό, καινούργιο πέτρινο χτίριο, όξω απ’ το χωριό χτισμένο πάνου σε ύψωμα, με σάλα απλόχωρη και αερικιά, με πολλά παράθυρα, που βλέπουνε τα μισά κατά τον κάμπο, τα μισά κατά το πέλαο, με περίγυρο απλόχωρο γεμάτο σκαμνιές κι άλλα δέντρα καρπερά.

Το νερό του χωριού είναι ελαφρό και κρυσταλλένιο, και το φαγί μας πίτα και κότα, που λέει ο λόγος. * * * Έχουνε περάσει ως δεκαπέντε μέρες, αφού στήσαμε εδώ τη φωλιά μας.

Ωστόσο τα χαμπάρια από τη χώρα καθόλου καλορίζικα δεν είναι.

Η αρρώστια θερίζει κι οργώνει και χορτασμό δεν έχει.

Και σαν αντίλαλος της καταστροφής όλο και μας έρ­χονται ονόματα νιοπεθαμένωνε, γνωστά, φιλικά, συγγενικά.

Σφίγ­γει η καρδιά μας και γανιάζουμε.

Ως πού θα πάει αφτό το κακό; Αμ’ εκείνος ο παράβολος ο Γιάννης τι κάνει και δε σηκώνεται να φύγει από τη φωτιά; Παλικαριές περνούνε σε οργή θεού; * * * «Είναι νύχτα βαθιά και το φεγγάρι δε βγαίνει να σκοτίσει άστρο κανένα». Όλοι οι δικοί μου από νώρας πλαγιάσανε γραμμή στη φαρδιά αίθουσα.

Εγώ δεν έχω ύπνο απόψε.

Βγαίνω απ’ το πορτί στον κήπο και ξαπλώνουμαι πάνου σένα ταπί, ή πέφκι, όπως το λέει η μάνα μου με τη βυζαντινή του ονομασία, απλωμένο εκεί από τη μέρα, ακουμπώντας τι κεφάλι μου στην απαλάμη και στηρίζον­τας καταγής τον αγκώνα.

Βλέπω τον ουρανό κι η ψυχή μου βυθίζεται στα μυστήρια της δημιουργίας.

Κάπου δυο άστρα πλάι πλάι μου φαίνονται σα δυο μάτια που επίμονα με βλέπουνε, με βλέπουνε Κάποιο νυχτοπούλι θρηνολαλεί απ’ τον πέρα λόγγο.

Σε μια στιγμή ένα σύγκρυο διατρέχει το κορμί μου κι αρχινώ να μουρμουρίζω τους στίχους της Πενταγιώτισσας: ― Νύχτα κατάμαβρη, μάνα του τρόμου έξυπνος βρίσκομαι στο φτωχικό μου… Εκεί που μουρμουρίζω μου έρχεται σαν αποκάρωμα, όμως δεν μπορώ να βεβαιώσω αν αποκοιμήθηκα ή αν είμαι ξυπνητός, γιατί και τ’ αστέρια τα βλέπω και το ποίημα ξακολουθώ να το ψιθυρίζω.

Σιγά σιγά κάτι συννεφάκια συμμαζεύουνται γύρω στα δυο τ’ αστέρια εκείνα και κάνουν ένα φανταστικό κεφάλι· τ’ αστέρια είναι τα μάτια του και με βλέπουνε, και με βλέπουνε.

Κι οι διάφοροι ίσκοι, σκορπισμένοι στο άπειρο, πυκνώνουνται, πυκνώνουνται και κάνουν το κορμί, ένα κορμί γιγάντιο, το ένα πόδι του μες στο πέλαο, τ’ άλλο πάνου στο βουνό.

Και τώρα κάνοντας κάτι σκουληκολυγίσματα άρχισε να περι­μαζεύεται, να μικραίνει.

Όσο μικραίνει τόσο γίνεται διάφανο.

Να το… έρχεται κατά μένα… ήρθε κιόλας… χοπ! Στάθηκε από πάνου μου.

Ίδιος ο κοκκαλιάρης εκείνος που είχανε μια φορά, σαν ήμουνα μικρός, στη βιτρίνα ενός φαρμακείου κι ήταν ο τρόμος μου… τα μάτια του φλόγες —είναι κείνα τα ίδια τ’ αστέρια― και με βλέπουνε και με βλέπουνε.

Η παρουσία του με στενοχωρεί, με πνίγει… θα σκάσω· τι να κάμω; πώς να γλιτώσω: Τι μύτη είν’ εκείνη; μια σιχαμερή τρύπα με λίγο χόντρο μπροστά.

Τα σαγόνια του τα κοκαλένια, τα ολόγυμνα, τι απο­τρόπαια! Τα δόντια του δίχως ούλα, τι άγρια!… τι απαίσια! Τα λιγνά ποδαροκάλαμα και τα χεροκάλαμά του τα σερπετά μου φέρνουνε φρίκη.

Τα χέρια του τα γραπωμένα σαν όρνιου νυχοδάχτυλα θαρρώ θ’ απλωθούνε στο λαιμό μου να γραπώσουν το λαρύγγι μου, να το ξεριζώσουνε… Ο θρήνος απ’ το νυχτοπούλι μου φαίνεται τώρα πως βγαίνει μέσ’ απ’ το στήθος του το κοκαλιάρικο, που ανεβοκατεβαίνουν οι πλευρές του σαν του τζίτζικα τα στέρνα.

Κουνά τα καλορίζικα σιαγόνια του… Θα… μου μιλήσει… να! μου μιλεί… μου μιλεί στο ρυθμό της Πενταγιώτισσας που γυρίζει ακόμα στο μυαλό μου: Εγώ ‘μαι της μορφιάς η καταλύτρα νεράιδα του θανάτου παρωρίτρα Τα κρύα αφτά χέρια μου τα κοκαλένια όλοι τα τρέμουν και με λεν Μελένια.

Απ’ τα καταχθόνια σταλμένη τώρα θρήνο που χύνω εγώ σ’ αφτή τη χώρα! Κι ανοίγοντας το χαώδικο στόμα της πατά ένα χάχλανο2 απαίσιο… Εγώ μέσα μου λέω στον ίδιο πάντα το ρυθμό χωρίς τον ελάχιστο κόπο για το πλέξιμο του στίχου: Νύχτα αξημέρωτη! σαλέβει ο νους μου… ω μη σε μένανε… μη στους δικούς μου!… Να … τώρα το σκιάχτρο σήκωσε το χέρι του… τ’ απλώνει στο λαιμό μου… θα με πιάσει… θα με ξελαρυγγίσει… Θεέ μου! … ― Α!!! Τινάχτηκα μια κι η οπτασία χάνεται από μπρος μου στη στιγμή.

Ανακάθουμαι και συνεφέρνω λίγο απ’ τη φρίκη.

Είναι χαράματα.

Το χέρι μου που ακουμπούσα πάνου μούδιασε και μερμηγκιάζει.

Σηκώνουμαι ολόρθος και σιγοπερπατώ.

Ακούω μέσα θόρυβο πινακιών.

Μπαίνω στη σάλα.

Η μάνα μου έχει σηκωθεί κι ετοιμάζει το γάλα μας.

Δεν της λέω τίποτε· εκείνη όμως παρατηρεί τη χλωμάδα του προσώπου μου και με ρωτά με διαφέρο. ― Δεν κοιμήθηκα, μάνα, απόψε κι είναι απ’ την αγρυπνιά.

Σιγά σιγά σηκώνουνται κι οι άλλοι.

Σε μισή ώρα όλοι είναι στο πόδι.

Καθούμαστε γύρω σε μια μάσα να πιούμε το γάλα.

Τα παιδιά πολυλογούνε.

Εγώ είμαι αφηρημένος παρά τα συνήθια μου.

Οι μεγάλες σιγούνε.

Η μάνα με βλέπει στα μάτια και προσπαθεί να μαντέψει.

Ξάφνου χτυπά η πόρτα.

Αλαφιάζομαι και μου φεύγει απ’ το στόμα: ― Σε καλό μας… Η μάνα τινάζεται ανήσυχη κι ανοίγει την πόρτα. Ο Λαμπής ο βαρκάρης απ’ τη χώρα. ― Καλημέρα σας. ― Καλημέρα, καλώς τονα. ― Καλό να ‘χετε. ― Τι τρέχει, Λαμπή; ― Δεν είναι τίποτε· μην ανησυχείτε. ― Λέγε λοιπόν! ― Γεια σε λόγου σας… ο κυρ-Γιάννης… ― Ο Γιάννης, Λαμπή… Τι έπαθε, λέγε. ― Τίποτε, καλέ… δόξα σοι ο Θεός· τίποτε… Να, χάλασε λίγο το κέφι του και θέλει, λέει, να πάτε μια λόγου σου κι η γριά να τόνε δείτε, λέει. ― Ο Γιάννης μας άρρωστος… ― Αλαφρά, αφεντικό. ― Βλογιά; ― Μα… έτσι φαίνεται. ― Μπρος, δε θέλει άργητα· ‘τοιμάσου, μάνα.

Είσαι έτοιμος, Λαμπή; ― Στο πόστο, αφεντικό.

Η μάνα ανοίγει το μπαούλο και παίρνει ό,τι χρειάζεται και το καλοθέτει σε μια βαλίτσα.

Εγώ περπατώ με νεβρική ταραχή απάνω και κάτω. Ο Λαμπής βγάζει την ταμπακέρα του και κά­νει τσιγάρο, τα παιδιά σωπαίνουν, οι μεγάλες δακρύζουν.

Η μάνα αφήνει του σπιτιού τη διαφέντεψη στη μεγαλύτερη. ― Να προσέχεις, τ’ ακούς Όμορφα! Άντρας με μουστάκια και γυναίκα με βυζιά αρμήνεια δε χρειάζονται.

Μεις θα ξαναγυρίσουμε γρήγορα, πρώτα ο θεός.

Έτσι λοιπόν αρματωμένοι με το θάρρος που δίνει η αγάπη, εγώ κι η μάνα μου κατεβαίνουμε στο γιαλό, μπαίνουμε στη βάρκα και πάμε ν’ αγναντέψουμε καταπρόσωπο τη Μελένια την καταλούσα. 1. φοβγή = φοβοφυγή =ειδικά για το φεβγιό απ’ το φόβο της επιδημίας. (Σημ. του κειμένου) 2. χάχλανο και χάχανο = καγχασμός ΜΕΛΕΝΙΑ, ΜΕΝΟΣ ΦΙΛΗΝΤΑΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences