[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΑΡΓΟΣ Ο ΠΙΣΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ. Στην ελληνική μυθολογία ο Άργος ήταν ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα που αναγνώρισε τον κύριό του ύστερα από είκοσι χρόνια. Αυτό έγινε παρά το γεγονός ότι ο Οδυσσέας...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΑΡΓΟΣ Ο ΠΙΣΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ. Στην ελληνική μυθολογία ο Άργος ήταν ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα που αναγνώρισε τον κύριό του ύστερα από είκοσι χρόνια.

Αυτό έγινε παρά το γεγονός ότι ο Οδυσσέας ήταν μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο προκειμένου να ανακαλύψει το τι συνέβαινε στο ανάκτορό του κατά τη μακρά απουσία του.

Aμέσως μετά, ο Άργος που περίμενε απλα και μόνο να δει τον κύριο του πέθανε (Οδύσσεια, ρ 291 κ.ε.). Γιατί απλά ήταν τόσο αφοσιωμένος.

Πιο κάτω το ποίημα το Γιάννη Ριτσου για τον Άργο τον πιστώτερο φίλο, τον φίλο που αγαπάει τον φίλο του περισσότερο από τον εαυτό του!!! Που περιμ΄νει 20 χρόνια να τον δει και ας πεθάνει!! Γιάννης Ρίτσος Άργος, ο σκύλος του Οδυσσέα Αφέντη, τόσα χρόνια που ’λειπες, εδώ απορριγμένος — κοίταξέ με — απάνου στην κοπριά που ’χουν για τα χωράφια.

Αγκάθια και τσιμπούρια μπηχτήκαν στο πετσί μου.

Τόσα χρόνια, αφέντη, και δεν είχα σε ποιόνε να κουνήσω την ουρά μου.

Πού ’ναι τα πρωινά μας με τη δροσιά στα δάση, τα νερά, τα φύλλα, το κυνήγι, τα πολύχρωμα πούπουλα στον αέρα τα βράδια; Καρτερώντας κοκάλωσαν τα μάτια μου — δεν κλείνουν· πέτρωσε κι η τσίμπλα.

Βάλε το χέρι σου ανάμεσα στ’ αυτιά μου, να μπορέσω να πεθάνω.

Ο αφέντης πέρασε, τον κλότσησε, μπήκε στα δώματα.

Σε λίγο ακούστηκε το σφύριγμα απ’ τα βέλη που καρφώνονταν στους τοίχους.

Κι ο Άργος, εκεί, με πετρωμένη ουρά, με πετρωμένα μάτια — να μην κλείνουν, νεκρός απάνου στην κοπριά, να βλέπει ακόμα — πρώτη του φορά να βλέπει.

Λέρος, 22.ΙX.68 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΔΥΣΣΕΙΑ Κι ενώ εκείνοι συναλλάσσοντας τα λόγια τους μιλούσαν, ένα σκυλί που ζάρωνε, σήκωσε ξαφνικά τ᾽ αφτιά και το κεφάλι του — ο Άργος του καρτερικού Οδυσσέα! Τον είχε ο ίδιος μεγαλώσει, όμως δεν πρόλαβε να τον χαρεί· πρωτύτερα αναχώρησε να πάει στην άγια Τροία.

Τα πρώτα χρόνια οι νιούτσικοι τον έβγαζαν κυνήγι, και κυνηγούσε αγριοκάτσικα, ζαρκάδια και λαγούς.

Μετά τον παραμέλησαν, αφότου ο κύρης του ταξίδεψε μακριά, και σέρνονταν στην κοπριά, χυμένη σε σωρούς από τις μούλες και τα βόδια στην αυλόθυρα μπροστά, απ᾽ όπου του Οδυσσέα οι δούλοι σήκωναν κάθε τόσο να κοπρίσουν το μέγα τέμενός του.

Εκεί τώρα σερνόταν το σκυλί, μ᾽ αμέτρητα τσιμπούρια ο Άργος.

Κι όμως, αναγνωρίζοντας τον Οδυσσέα στο πλάι του, σάλεψε την ουρά του και κατέβασε πάλι τ᾽ αφτιά του, όμως τη δύναμη δεν βρήκε να φτάσει πιο κοντά στον κύρη του.

Τον είδε εκείνος, και γυρίζοντας αλλού το βλέμμα του, σκούπισε ένα δάκρυ — από τον Εύμαιο κρυφά, για να τον ξεγελάσει.

Ύστερα μίλησε ρωτώντας: «Εύμαιε, τι παράξενο· τέτοιο σκυλί μες στις κοπριές να σέρνεται, φαίνεται η καλή του ράτσα.

Δεν ξέρω ωστόσο και γι᾽ αυτό ρωτώ· εξόν από την ομορφιά, ήταν και γρήγορο στο τρέξιμο; ή μήπως έτσι, σαν τους άλλους σκύλους που τριγυρίζουν στα τραπέζια των ανδρών, και τους κρατούν οι άρχοντες μόνο για το καμάρι τους;» Και τότε, Εύμαιε χοιροβοσκέ, πήρες ξανά τον λόγο κι αποκρίθηκες: «Ω ναι, ετούτο το σκυλί σ᾽ αυτόν ανήκει που αφανίστηκε πέρα στα ξένα.

Αν είχε ακόμη το σκαρί, αν είχε και την αντοχή, όπως ο Οδυσσέας το άφησε, μισεύοντας στην Τροία, βλέποντας θα το θαύμαζες και για τη γρηγοράδα και για την αλκή του· που, κυνηγώντας, δεν του ξέφευγε κανένα αγρίμι, βαθιά χωμένο στο δάσος το βαθύ — ξεχώριζε πατώντας πάνω στα πατήματά του.

Τώρα το πλάκωσε η μιζέρια, αφότου χάθηκε το αφεντικό του μακριά από την πατρίδα του, κι αδιάφορες οι δούλες αφρόντιστο το αφήνουν.

Ξέρεις, οι δούλοι, σαν τους λείψει το κουμάντο των αρχόντων, δεν θέλουν πια να κάνουν τη στρωτή δουλειά τους.

Γιατί κι ο Δίας, που το μάτι του βλέπει παντού, κόβει του ανθρώπου τη μισή αρετή, απ᾽ τη στιγμή που θα τον βρει η μέρα της σκλαβιάς.» Μιλώντας πια, προχώρησε στα ωραία δώματα, και πέρασε στην αίθουσα με τους περήφανους μνηστήρες.

Κι αυτοστιγμεί τον Άργο σκέπασε η μαύρη μοίρα του θανάτου, αφού τα μάτια του είδαν ξανά, είκοσι χρόνια περασμένα, τον Οδυσσέα. (απόσπασμα από τη «Οδύσσεια» του Ομήρου, στίχ. 331-376) Αφιερωμένο στον δικό μας φίλο Ρεξ...

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences