[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

🚩Η συμμετοχή των γυναικών στον ΔΣΕ μέσα από τις λογοτεχνικές εκδόσεις της «Σύγχρονης Εποχής» 🚩Αδελφοί μου, αδελφές μου με το καλοσυνάτο και ωραίο χαμόγελο, πόσες φορές δε δάκρυσα ακούγοντάς σας να...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

🚩Η συμμετοχή των γυναικών στον ΔΣΕ μέσα από τις λογοτεχνικές εκδόσεις της «Σύγχρονης Εποχής» 🚩Αδελφοί μου, αδελφές μου με το καλοσυνάτο και ωραίο χαμόγελο, πόσες φορές δε δάκρυσα ακούγοντάς σας να τραγουδάτε, βλέποντας όλους έτσι ενωμένους στην αγάπη για την πατρίδα σας, στην εμπιστοσύνη σας για το μέλλον. 🚩Με αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε ο κομμουνιστής ποιητής Πωλ Ελυάρ τους μαχητές και τις μαχήτριες του ΔΣΕ, αναχωρώντας από την επίσκεψή του στον Γράμμο, τέλη Μάη του 1949.

Ιδιαίτερη εντύπωση του έκαναν οι μαχήτριες του ΔΣΕ, οι νεαρές κοπέλες που με τ' όπλο στο χέρι μάχονταν δίνοντας όλες τους τις δυνάμεις στην υπόθεση της λευτεριάς και της ευημερίας του ελληνικού λαού.

Αδελφές μου της ελπίδας, ω, γυναίκες της Ελλάδας, που κεντάτε με το αίμα σας τον δρόμο της λευτεριάς.

Εσείς που δεν λυγίσατε μπροστά στνο θάνατο, που κρατάτε το όπλο με χέρια καθαρά, είστε η τιμή του κόσμου, η δόξα της ζωής.

Μαζί σας το σκοτάδι θα νικηθεί, και η αυγή θα ξημερώσει πάνω από τα βουνά σας. Ο Πωλ Ελυάρ δεν ήταν ο μοναδικός ποιητής που ύμνησε τις νεαρές Αμαζόνες του ΔΣΕ.

Κατά τη διάρκεια του 1948 και του 1949, κυκλοφόρησε διεθνώς σε φυλλάδια η Ωδή στις Αντάρτισσες της Ελλάδας, ποίημα του Πάμπλο Νερούδα με σκοπό την οικονομική και ηθική αλληλεγγύη στους πρόσφυγες του Εμφυλίου.

Το ποίημα αυτό, αν και λιγότερο γνωστό από του Ελυάρ, δεν υστερεί σε θαυμασμό για το σθένος των μαχητριών του ΔΣΕ. «Αδελφές των βουνών, μπαρουτοκαπνισμένα στάχυα της γης, το αίμα σας δεν πέφτει σε άγονη γη. Η Ελλάδα υψώνει τα πύρινα ονόματά σας μέσα στη νυχτερινή παγωνιά που κυριεύει τον κόσμο.

Αντάρτισσες του ανέμου, γυναίκες φαντάροι της ανατολής, με το τουφέκι σας υπερασπίζετε το λατρεμένο φως της ανθρωπότητας». Ποια ήταν λοιπόν εκείνα τα κορίτσια - από 16 έως 20 χρόνων, στην πλειονότητά τους - που μπόρεσαν να εμπνεύσουν στους ποιητές τέτοιους στίχους;... «...Οι νέες κοπέλες που εντάχθηκαν στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας ήταν κατά βάση χωριατοπούλες οι περισσότερες, άβγαλτα κορίτσια που έμελλε όμως να εξελιχθούν σε σπουδαίες μαχήτριες» αναφέρει ο Βασίλης Αποστολόπουλος στο βιβλίο του «Το χρονικό μιας εποποιίας». «Τα προβλήματα που έπρεπε να λυθούν και μάλιστα σύντομα και καίρια ήταν πολλά: εκπαίδευση, στρατωνισμός, διατροφή, ενδυμασία, ιδιαίτερα προβλήματα όπως το χαμηλό επίπεδο μόρφωσης, αγραμματοσύνη, παραδοσιακές αρχές.

Χρειαζόταν λοιπόν να παρθούν όλα εκείνα τα μέτρα που θα εκπαίδευαν ολόπλευρα τις κοπέλες: στρατιωτικά, τεχνικά, πολιτικά, ιδεολογικά, ηθικά». * * * Στο περιοδικό «Θεσσαλιώτισσα», επίσημο δημοσιογραφικό όργανο των γυναικών μαχητριών της 1ης Μεραρχίας του ΔΣΕ, διαφαίνεται η επιμονή των εγγράμματων μαχητριών, προκειμένου να μάθουν να διαβάζουν όσες δεν ήξεραν ούτε την αλφάβητο:«...δε μαθαίνω γράμματα γω. Δεν μπορώ, λέω.

Είμαι 25 χρονώ.

Αφήτε με. "Μη σκανιάζεις παιδί μου Ολγα... κάτσε και θα δεις πώς θα μάθεις.

Εγώ έμαθα στη μητέρα μου που ήταν 60 χρονών"...» Σημαντικός ήταν ο ρόλος ανθρώπων της διανόησης και της τέχνης, που είχαν προλάβει να αποφύγουν τα ξερονήσια, τις φυλακίσεις, ακόμη και τις εκτελέσεις.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τoυς Γιώργη Λαμπρινό, Νίκο Κυττόπουλο, Απόστολο Σπήλιο, Κώστα Μπόση, Αλέξανδρο Πάρνη, Μήτσο Αλεξανδρόπουλο, Δημήτρη Χατζή, που μπόρεσαν να συνδέσουν τους αγωνιστές του ΔΣΕ με κάτι που τους ήταν σχεδόν άγνωστο, το βιβλίο: «Μπορεί να μην έβρισκες ψωμί στο σακίδιο των μαχητών, αλλά βιβλία όπως η "Δημοσιά του Βoλοκολάμσκ", το "Πώς δενότανε τ' ατσάλι"... θα 'βρισκες σίγουρα». Η τέχνη ξεδιπλώνεται στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας με τη δημιουργία ομάδας θεάτρου.

Το πιο γνωστό ντοκουμέντο του κινηματογραφικού συνεργείου είναι το ντοκιμαντέρ «Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας», όπου αποτυπώνεται η δεινή θέση μέχρι την περίοδο του ΔΣΕ, όχι μόνο των παιδιών, αλλά και των γυναικών της υπαίθρου. «Δε χορταίναμε καλαμποκίσιο ψωμί, δε βλέπαμε καινούργιο ρούχο, ποτέ δε μας έλειψε το "αχ" απ' το στόμα...» λέει ο Κώστας Μπόσης στο μυθιστόρημά του «Το τρένο τραβούσε για τα ξεχερσώματα» για τη σκληρή ζωή των γυναικών στα χωριά.

Στα κτηνοτροφικά χωριά, ιδιαίτερα, η μιζέρια δεν είχε μέτρο για να μετρηθεί: «Τι καλά να είμαι, Στέργιο: Με πέθαναν αυτά τα έρμα.

Δεν μπορώ άλλο... Ολη τη μέρα, ακόμα και τη νύχτα, δε στέκομαι στα πόδια. Σκοτώνομαι... Να έβγαινε ένας χασάπης.

Να τα δίναμε όσο - όσο κι ύστερα να πάω στο σπίτι και να πεθάνω στη στέγνα... ξαποσταμένη». * * * Από τη Συμφωνία της Βάρκιζας έως το φθινόπωρο του 1946 που ιδρύεται επισήμως ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας η «λευκή τρομοκρατία» απλώνει πάνω απ' την ελληνική ύπαιθρο τα θανάσιμα σάβανά της.

Δολοφονίες, βασανισμοί, βιασμοί, συλλήψεις, φυλακίσεις, λεηλασίες, καταστροφές.

Τα χωριά ρημάζονται με οικονομικό αποκλεισμό, οι ήρωες της αντίστασης σέρνονται στη φυλακή.

Η πείνα κι η στέρηση θερίζουν τη φτωχολογιά.

Καθημερινά σφαγές κι εκτελέσεις. «Ο κόσμος φοβότανε.

Η εποχή ήτανε γεμάτη φρίκη, αίμα, πόνο και δάκρυα απ' τη μια, κι αποχτήνωση απ' την άλλη», λέει η Δήμητρα Πέτρουλα στη λογοτεχνικά μεταπλασμένη αυτοβιογραφική αφήγησή της με τίτλο «Πού 'ναι η μάνα σου μωρή;». «Κανένας, ποτέ, δε θα μπορέσει να συλλάβει πόσο ξεδιάντροπα και συστηματικά διαστρεβλώθηκε η αλήθεια και τι έκταση είχε πάρει η τρομοκρατία τότε, αν δεν έζησε τα γεγονότα από πολύ κοντά...». Η Δήμητρα Πέτρουλα ήταν μόλις τριάμισι χρόνων όταν η μάνα και οι δυο αδελφές της, μία έγκυος συγγένισσα κι ο ανήμπορος θείος της, άοπλοι κι αιφνιδιασμένοι, κατασφάχτηκαν από τα ανθρωπόμορφα τέρατα των αποχαλινωμένων συμμοριών.

Οταν το δολοφονικό όργιο έφτασε στο απροχώρητο, παλικάρια και κοπέλες αποχαιρέτησαν τα σπίτια τους και με την ευχή των γερόντων πήραν ξανά τον δρόμο του βουνού.

Σε αυτές τις συνθήκες, όλο και περισσότερα νέα κορίτσια, τέκνα της ανάγκης και της οργής, διαλέγουν τα ορεινά μονοπάτια του κινδύνου αλλά και της ελπίδας.

Εντάσσονται στα τμήματα του ΔΣΕ, συνδράμουν το έργο του, γίνονται μαχήτριες με τ' όπλο στο χέρι, σκαπανείς μιας δύσκολης πορείας για λευτεριά και καλύτερη ζωή, αλλά και για ισοτιμία και χειραφέτηση... «Χάραμα έφτασ' ο σύνδεσμος με τ' άλλα παιδιά κι η Δημητρούλα κοιμόταν.

Πετάχτηκε με το τραγούδι της μάνας της.

Ετοιμαζότανε και τραγουδούσε: Στ' άρματα, στ' άρματα εμπρός στον αγώνα, για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά. "Μανούλα μου, γεια και χαρά!"... "Με την ευχή μου, κορίτσι μου.

Σύρε για τη λευτεριά!"... Αγκαλιαστήκανε, φιληθήκανε, σταυρωτά, αδάκρυτες. Η Δημητρούλα πετούσε, σα να πήγαινε στο χορό.

Η μάνα την ξεπροβόδιζε χαρούμενη, σα να την έστελνε στο πανηγύρι». Η αφήγηση ανήκει στην Ναταλία Αποστολοπούλου, που κατέγραψε λογοτεχνικά τις μαρτυρίες των εξόριστων γυναικών, οι περισσότερες ανταρτομάνες, στη συλλογή διηγημάτων «Δε δουλώνω, δεν απογράφω». Η Γιάννα Τρικαλινού ξεκίνησε από το χωριό της - έλεγε η ίδια στο βιογραφικό της - με μόνα εφόδια την πείρα της σκληρής αγροτικής ζωής και τη θέληση για μόρφωση. «...πικρό φαρμάκι για μια μάνα ν' αφήσει το σπλάχνο της.

Εκανα μεγάλες προσπάθειες και τελικά βρήκα τη δύναμη ν' ακολουθήσω το δρόμο του χρέους που ήταν το βουνό...». Η μαρτυρία της περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Γιώργη Τρικαλινού «Ανασκαλεύοντας τη χόβολη της μνήμης (οδοιπορικό μιας ζωής)». Ο Μενέλαος Μούστος ιστορεί τα γεγονότα στη Νιάλα, αλλάζοντας «ξεπίτηδες» τα ονόματα εκείνων που ζούσαν ακόμα τότε, για ευνόητους λόγους.

Οι «Αφηγήσεις για τον Δημοκρατικό Στρατό», σταλμένες από τον ίδιο, πρωτοεκδόθηκαν στο Βουκουρέστι το 1954, από τις «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις». «Είναι σκληρός ο πόλεμος στ' αλήθεια.

Να χωρίζεις απ' τον πατέρα και απ' τη μάνα, απ' την καλή σου ή κι απ' τα παιδιά σου που μπορεί να μην τα ξαναδείς ποτές.

Είναι σκληρός ο πόλεμος.

Μα όταν γίνεται για τη λευτεριά και την πατρίδα μαλακώνει η σκληράδα του... Από σήμερα θα λογίζεσαι στη δύναμη της διμοιρίας μου.

Μαχήτρια του Δημοκρατικού Στρατού.

Αυτό επιβάλλει το καθήκον.

Τα δώσαμε όλα.

Τι μας μένει άλλο; Ελα λοιπόν, να 'σαι μαζί μου σ' όλες τις μπόρες.

Αν ζήσουμε, θα ζήσουμε κι οι δυο.

Να μην έχεις τον κίνδυνο να σε πιάσουν οι φασίστες και να σε σκοτώσουν.

Στις μάχες θα 'σαι δίπλα μου.

Θα με βοηθάς ώσπου να μάθεις μονάχη σου να πολεμάς.

Και σαν τελειώσει η μάχη θα 'χουμε όλο τον καιρό να κάνουμε όνειρα για το μέλλον μας, για το μέλλον των παιδιών μας...». «Ανταρτοπούλα θα γινώ / ντουφέκι θε ν' αρπάξω / και κει στο δάσος, στο βουνό / κάθε φασίστα ελεεινό / στα τρίσβαθα να θάψω...». * * * Οσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερες γυναίκες, όλο και πιο συνειδητά, γίνονταν μαχήτριες του ΔΣΕ. Ο Υμνος των Μαχητριών του ΔΣΕ, συλλογική δημιουργία του βουνού, γράφτηκε και τραγουδήθηκε από τις ίδιες τις νεαρές γυναίκες στα έμπεδα και στις μάχιμες μονάδες του Δημοκρατικού Στρατού.

Μας έλεγαν σκλάβες, μας είχαν κλεισμένες, στον αργαλειό και στην άκρη της γης, μα τώρα στα βουνά, αδελφές ενωμένες, κρατάμε το όπλο της νέας ζωής.

Εμπρός μαχήτριες, ψηλά το κεφάλι, ο Γράμμος αντιλαλεί τη φωνή, για τη λευτεριά μας θα πέσουμε πάλι, να λάμψει η νέα, χρυσή χαραυγή. «Ποιήματα, αινίγματα, ανέκδοτα γεμίζουν τις βραδιές των ανταρτισσών και τις όπλιζαν με δύναμη και θάρρος.

Αντηχούσαν τα βουνά από γέλια και τραγούδια...», γράφει ο Βασίλης Αποστολόπουλος. «Την ψυχαγωγία αναλάμβαναν με τη σειρά οι διμοιρίες.

Η καθεμιά προετοίμαζε την ψυχαγωγική βραδιά... Ολη αυτή η προσπάθεια αντιστάθμιζε τα προβλήματα των νέων κοριτσιών και τα αποστασιοποιούσε από τους συναισθηματισμούς για τα χωριά και τις οικογένειές τους, τα έκανε να συνειδητοποιούν τις συνθήκες του ένοπλου αγώνα, να αναζητούν τις αιτίες και να δεχθούν τον αγώνα για δικαιοσύνη». Το περιοδικό «Μαχήτρια», επίσημο έντυπο της Πανελλήνιας Δημοκρατικής Ενωσης Γυναικών (ΠΔΕΓ), τυπωνόταν σε συνθήκες παρανομίας ή στα πρόχειρα τυπογραφεία του βουνού.

Φιλοξενούσε άρθρα για τη διεθνή γυναικεία αλληλεγγύη, αποφάσεις για τη χειραφέτηση της γυναίκας, ανταποκρίσεις από τις μάχες, αλλά είχε και μια κατεύθυνση στη λογοτεχνία.

Δημοσίευε ποιήματα, πεζά και γράμματα που έστελναν οι αντάρτισσες από την πρώτη γραμμή, περιγράφοντας τη ζωή στα χαρακώματα. «Το τραγούδι της Μαχήτριας» δημιουργία μιας Ανώνυμης Αντάρτισσας! Μες στις πλαγιές, στα κορφοβούνια γυρνώ, με το ντουφέκι μου στον ώμο, τον εχθρό κοιτώ.

Δεν είμαι πια η σκλάβα του σπιτιού, η σιωπηλή, η λευτεριά με φώναξε, μού έδωσε φωνή.

Με το χωνί στο χέρι και με το σπαθί, για έναν κόσμο νέο, η μάχη θα δοθεί.

Κι αν πέσω εδώ ψηλά, στον Γράμμο, στα βουνά, η θυσία μου θα γίνει της αυγής φωτιά.

Τα γλέντια και οι θεατρικές παραστάσεις δεν λείπουν.

Για τους σκοπούς των ψυχαγωγικών βραδιών δημιουργούνται και μουσικά σχήματα, όπως η Ορχήστρα Βίτσι.

Το σύνθημα «Πολεμάμε και τραγουδάμε» στα έργα και τις ημέρες του ΔΣΕ βρίσκει το αληθινό νόημά του.

Εν μέσω χιονοθύελλας στην τραγική πορεία μάχιμων και αμάχων στη Νιάλα, οι αντάρτες τραγουδούν.

Να η περιγραφή του Μούστου: «"Να τραγουδήσουμε σύντροφε ταγματάρχη;"... Δε χωρούσαν πια αστεία.

Κι ας τον είχαν χίλιες φορές πιασμένο τον αυχένα οι μπουραντάδες.

Επρεπε να φτάσουμε ως εκεί και θα φτάναμε οπωσδήποτε. "Τραγουδήστε ορέε!" αποκρίθηκε η φωνή του ταγματάρχη γαλήνια.

Κι οι άνθρωποι που είχαν γίνει φαντάσματα, που κινδύνευαν από στιγμή σε στιγμή να παγώσουν, χωρίς να δειλιάσουν, συνεπάρθηκαν απ' τον ενθουσιασμό και το βρόντηξαν... Και το τραγούδι αντιβουίζει στις πλαγιές, τις σκεπασμένες με χιόνι που τις έδερνε λυσσασμένος ο αγραφιώτικος άνεμος...». Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Θεανώς Πανάγου, οι 18 ανταρτοπούλες, που ξεκίνησαν από το Καρπενήσι κι έφτασαν στο Βίτσι για την πρώτη Συνδιάσκεψη της ΠΔΕΓ (1-8/3/1949) ύστερα από πορεία 26 ημερών, είχαν μετατραπεί ολόκληρες σε κινούμενα παγωμένα φαντάσματα.

Είχαν όμως αποφασίσει ότι ούτε τα χιόνια, ούτε οι βροχές, ούτε οι παγωνιές, ούτε οι αυχένες θα έκαναν ό,τι ήθελαν! Στη διάρκεια αυτής της πορείας συνέθεσαν κι ένα τραγούδι τσάμικο (στο ρυθμό του «Αντάριασε ο Παρνασσός»), που αναφερόταν με ενθουσιασμό στην απελευθέρωση του Καρπενησίου από τον ΔΣΕ.

Το «δώρισαν» στη Συνδιάσκεψη όταν έφτασαν στον προορισμό τους. * * * Ονομαστοί έχουν μείνει οι χοροί των ανταρτών στα έμπεδα όπου (για πρώτη ίσως φορά στη ζωή τους) άντρες και γυναίκες χόρευαν όχι χωριστά, αλλά πιασμένοι μαζί, στον ίδιο κύκλο! Η Ολυμπία Παπαδούκα περιγράφει τον νούτικο χορό - δηλαδή του νου - που τον χόρευαν αντάρτες κι αντάρτισσες από Πελοπόννησο έως Μακεδονία. «Να, με λόγια, πώς ήτανε ο χορός αυτός όπως μας τον χόρευαν στη φυλακή οι αντάρτισσες... Αδειάζαμε το θάλαμο από ράντζα κ.λπ. για να γίνει χώρος.

Από κάποια μεριά έρχονται οι αντάρτες (άντρες και γυναίκες). Με κινήσεις και την έκφρασή τους μας δείχνουνε ότι γυρίζουνε από τη μάχη.

Δένουνε το χέρι ενός λαβωμένου κι άλλος δείχνει πως έχει χτυπήσει στο κορμί.

Ομως όλοι κοιτιούνται με χαρά και ικανοποίηση για το αποτέλεσμα της μάχης.

Βάζουνε δυο παρατηρητές στο ύψωμα (ένας στη μια μεριά, ο άλλος στην άλλη), που αγναντεύουνε ένα γύρο, μήπως και φανεί ο εχθρός.

Βγάζουνε από πάνω τους τα όπλα, τα στοιβάζουνε χάμω στο κέντρο και γύρω τους αρχίζουν το χορό.

Μόνο με κινήσεις, χωρίς τραγούδι, γιατί ο εχθρός που είναι κοντά δεν πρέπει να τους ακούσει.

Χορεύουνε πότε σε κύκλο με πιασμένα τα χέρια, πότε ξεκόβουν και - καθένας μόνος του, πάντα στο σχήμα του κύκλου - αυτοσχεδιάζει φιγούρες που εκφράζουν της ψυχής του τους κραδασμούς μετά τη μάχη.

Μετά, ξανασμίγουν πάλι όλοι στον κύκλο και έτσι κυλάει ο χορός.

Κάθε τόσο όμως, όπως χορεύουνε, ρίχνουν και μια ματιά στον παρατηρητή.

Αυτός τους κάνει νόημα με το χέρι που σημαίνει: "δεν είναι κανείς, χορεύτε". Και ο χορός συνεχίζεται ως τη στιγμή που ακούγεται ένα σφύριγμα.

Είναι ο παρατηρητής που τους καλεί πάλι στη μάχη, γιατί: "εχθρός εν όψει". Αμέσως, τότε, σταματάει ο χορός, ξαναπιάνουνε τα όπλα και τρέχουνε στο πόστο τους.

Αυτός ήτανε ο "νούτικος" χορός.

Μ' όλο που δεν άκουγες λόγια, δεν άκουγες τραγούδι, παρά μονάχα μια στιγμή το σφύριγμα απ' το παρατηρητήριο, ο χορός αυτός σε συγκλόνιζε.

Σε μετέφερε σε ηρωικές στιγμές της ίδιας της μάχης και της βέβαιης νίκης!». * * * Η ζωή στο βουνό δεν ήταν για τους μαχητές του ΔΣΕ ευχάριστος περίπατος.

Ακόμα πιο δύσκολη ήταν για τις νεαρές μαχήτριες: «Ζούσαν στη Ρούμελη και τα Τζουμέρκα, στο Βίτσι και τα Χάσια μια ζωή τυραγνισμένη» λέει στα «Ξεχερσώματα» ο Κώστας Μπόσης. «Ανέβηκαν στ' αντάρτικο παιδούλες άπλαστες ακόμα, φορτώθηκαν τα πολυβόλα... ακολούθησαν οι πορείες και τα κυνηγητά, ήρθε η πείνα και το κρύο, προστέθηκαν οι μάχες κι ο χάρος... Υπόφεραν και παιδεύτηκαν περισσότερο απ' τους άντρες...». Κι όμως! Παρά τις ταλαιπωρίες, εκείνες οι παιδούλες άνθισαν σαν τα λουλούδια.

Πήραν πρωτοβουλίες, άρχισαν να μιλούν και να υποστηρίζουνε τη γνώμη τους, σιγά - σιγά στη συνείδησή τους έπαιρνε μορφή ένας ολόκληρος κόσμος που πιο πριν δεν ήξεραν πως υπήρχε, τους ανοίχτηκε μια χαραμάδα στο όραμα - ένα όραμα που θα ήταν ασχημάτιστο ή ανέφικτο αν δεν υπήρχε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας: Το όραμα μιας ζωής που έως τότε δεν μπορούσαν ούτε να τη φανταστούν, αλλά ήταν δυνατό να τη δημιουργήσουν με τα ίδια τους τα χέρια.

Καταλάβαιναν για ποιο λόγο έδιναν τη ζωή τους. «Ω, αθάνατες αγαπημένες μου», λέει στο ποίημά του ο Πωλ Ελυάρ, «παίζετε με τη ζωή σας για να θριαμβεύσει η ζωή.Κορίτσια του περήφανου λαού που ξέρει τι ζητάει, που ξέρει τι έχασε και τι θα κερδίσει, εσείς που δε λυγίσατε μπροστά στο θάνατο, εσείς που δώσατε το αίμα σας για τη λευτεριά.

Ο θάνατος δεν είναι τίποτα μπροστά στο φως σας, μπροστά στα μάτια σας που βλέπουν το μέλλον.

Εσείς, οι αδελφές των αστεριών και της ελπίδας, κρατάτε το όπλο για να μην πεθάνει η άνοιξη». Οι ηρωίδες που έδωσαν τη ζωή τους στον αγώνα δεν γεννήθηκαν ηρωίδες.

Κανείς δεν γεννιέται ήρωας.

Κανείς δεν πεθαίνει χωρίς να έχει γνωριστεί με τον φόβο.

Ο ηρωισμός είναι κι αυτός τέκνο της ανάγκης.

Αν ο άνθρωπος δεν έδινε κάτι απ' την προσωπική του ευτυχία, καμιά φορά και τη ζωή του, πρόοδος δε θα υπήρχε.

Θα ζούσαμε αιώνια στη σκλαβιά και τη φτώχεια... Γράφει ο Μούστος για τον θάνατο των στελεχών του Κόμματος που πιάστηκαν στη Νιάλα: «Στις 4 το πρωί της 9 του Μάη 1947 τους βάλανε στ' αυτοκίνητο για τον τόπο της εκτέλεσης.

Απ' το στόμα των παλικαριών ξεχύθηκε περήφανο ένα αυτοσχέδιο τραγούδι: "Θάνατο εμείς δε βρίσκουμε / και λησμονιά η γενιά μας / για μιαν ιδέα ευγενικιά / δίνουμε τη ζωή μας"... Στον τόπο της εκτέλεσης, η Βαγγελιώ Κουσάντζα, η απλή δασκάλα του λαού βροντοφώναξε στους τυράννους: "Ο λαός μας δεν θα μας λησμονήσει.

Ζήτω το ΚΚΕ!". Και στήσανε όλοι το χορό της λεβεντιάς και της αθανασίας: το χορό του Ζαλόγγου.

Η δασκάλα η Βαγγελιώ πρώτη τραγούδησε το "Εχετε γεια βρυσούλες"... Τελευταία έπεσε... Με τρυπημένο το κορμί στεκότανε ορθή και ζητωκραύγαζε για το Κόμμα...». Ολες οι λογοτεχνικές ηρωίδες - μαχήτριες του ΔΣΕ, είτε πρόκειται για ιστορικά είτε για μυθιστορηματικά πρόσωπα, είναι αληθινές - βασίστηκαν σε υπαρκτές προσωπικότητες και πραγματικά γεγονότα.

Η όμορφη Βάσω, του Δημήτρη Ραβάνη - Ρεντή, που χτυπήθηκε με πάντσερ στο πρόσωπο, από την πρόσφατα αναδημοσιευμένη συλλογή με τίτλο «Δεν ξέρεις μερικά πράγματα...». Η Χρυσαυγή, του Κώστα Μπόση, από τα «Ξεχερσώματα», που σκοτώθηκε για να βοηθήσει τον αγαπημένο της. Η Σοφία, του Γιώργου Φαρσακίδη, από τη συλλογή «Ποτέ τους δεν έγιναν είκοσι», που την πήρε η ριπή και δεν μπορούσε να σηκωθεί... «"Δεν θέλω, μας λέει, να πέσω στα χέρια τους ζωντανή... Λευτέρη", μου ψιθυρίζει, "μόλις ρίξω κατηφορίστε τη ρεματιά κι αν γλιτώστε και δεις τα παιδιά πες τους πώς έγινε". Τι να σκεφτόσουν Σοφία τα τελευταία λεπτά;... Μην παραλύσουν τα χέρια;... Μην σε προλάβουν ζωντανή;... Τρεις φορές τη σκανδάλη! Να μπορείς τρεις φορές να πεθάνεις για να ζήσουν οι άλλοι!...». Στη νεκρή μαχήτρια.

Από χειρόγραφο τετράδιο της Ρούμελης, ένα σύντομο ποίημα αφιερωμένο σε μια νεαρή κοπέλα του ΔΣΕ που έπεσε σε μάχη οπισθοφυλακής.

Γράφτηκε από μια συντρόφισσά της στο ίδιο τμήμα.

Σε θάψαμε κάτω απ' την έλατο των βράχων, χωρίς παπά, χωρίς κερί, μες στη βοή των μαχών.

Το όπλο σου το πήραμε, ζεστό απ' τη δεξιά σου, και συνεχίζουμε, αδελφή, το δρόμο τον δικό σου. * * * Από την εποχή της Παρισινής Κομμούνας, οι επαναστάτριες κατηγορούνται από τους αστούς (άνδρες και γυναίκες) ως πόρνες διψασμένες για αίμα και λυσσασμένες για έρωτα.

Η διαπόμπευση, ο εξευτελισμός της προσωπικότητας υπήρξαν πρακτική που εφαρμόστηκε συστηματικά από τον κυβερνητικό στρατό. «Οπως διηγούνται όσοι τις γνώρισαν στη μάχη πρόκειται για φανατισμένες ύαινες» γράφει ο χρονογράφος του «Βήματος» Παύλος Παλαιολόγος. «Γυναίκες και παιδιά είναι στρατιώται και εκτελεσταί εξ ίσου άγριοι και θηριώδεις με τους χειρότερους ενηλίκους.

Ο ελληνικός στρατός πρέπει να το έχει υπόψη του...» υπερθεματίζει η εφημερίδα «Εμπρός», στις 8/7/1948. «...οι γυναίκες που θεληματικά ή άθελα ακόμα βρεθήκαν μπλεγμένες στα δίχτυα του συμμοριτισμού, μεταλλάχθηκαν πολύ γρήγορα σε αληθινές μαινάδες, ύαινες, γεμάτες ερωτισμό, πάθος και κακία...» γράφει στο «Εθνος» ο δημοσιογράφος Αλέξανδρος Πωπ, τον Σεπτέμβρη του'48. Στην ουρανομήκη υποκρισία των αστών που σπέρνουν ανέμους, αλλά ανερυθρίαστα απαιτούν να μη θερίσουν θύελλες, αποστομωτικοί είναι οι στίχοι του Λέοντα Κουκούλα, δημοσιευμένοι στο τεύχος 4 του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα» (2.6.1945): Εχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου για το δίκιο του ανθρώπου δουλεύει· να μισείς όποιον πάει στο χωράφι σου και τον τίμιον ιδρώτα σου κλέβει.

Εχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου του φονιά το μαχαίρι στομώνει· να μισείς όποιον άσπλαχνα κι άνομα των παιδιών σου το γέλιο σκοτώνει.

Εχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου το σκοτάδι της νύχτας σκορπίζει· να μισείς όποιον κλείνει τα μάτια σου, να μη βλέπεις το φως που ροδίζει Εχεις χρέος να μισείς αν αλλιώτικα απ' το βέβαιο χαμό δε γλιτώνεις κι αν μ' αυτό το θανάσιμο μίσος σου της αγάπης το κάστρο στεριώνεις. (Το άρθρο είναι η ομιλία στην εκδήλωση του Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ για την Ισοτιμία και τη Χειραφέτηση των Γυναικών, που πραγματοποιήθηκε στις 29/6/26 στο Επιμορφωτικό Κέντρο «Χαρίλαος Φλωράκης») Εύη Κοντόρα Μέλος του Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ για την Ισοτιμία και τη Χειραφέτηση των Γυναικών https://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=18/7/2026&id=20685&pageNo=30

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences