«Η μέσα λέξη κι άλλες ιστορίες του βυθού»: του Αντρέα Τιμοθέου Ευχαριστώ τον φίλο, εκπαιδευτικό και ποιητή, Αντρέα Τιμοθέου (Andreas Timotheou) για την αποστολή αντιτύπου της νέας ποιητικής συλλογής...
«Η μέσα λέξη κι άλλες ιστορίες του βυθού»: του Αντρέα Τιμοθέου Ευχαριστώ τον φίλο, εκπαιδευτικό και ποιητή, Αντρέα Τιμοθέου (Andreas Timotheou) για την αποστολή αντιτύπου της νέας ποιητικής συλλογής του (και ασφαλώς για την αφιέρωση), το οποίο, οφείλω να ομολογήσω, διάβασα απνευστί.
Ως κοινωνός της ποιήσεώς του, και με την ιδιότητα του απλού αναγνώστη, παραθέτω μερικές από τις εντυπώσεις μου.
Θα έλεγα πως πρόκειται για μια ποιητική συλλογή όπου ο αναγνώστης μπορεί να ακολουθήσει μια υπόγεια διαδρομή από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο ποίημα.
Μια, ουσιαστικά, κατάβαση στον προσωπικό και συλλογικό βυθό, εκεί όπου συνυπάρχουν η μνήμη, η απώλεια, ο έρωτας, η πατρίδα, η οικογένεια και, πάνω απ’ όλα, η ίδια η ποίηση, η οποία λειτουργεί ως δύναμη αντίστασης και, εν γένει, ως κινητήρια δύναμη πολλών άλλων πνευματικών δυνατοτήτων που διαθέτει ο σύγχρονος άνθρωπος, ιδιαίτερα αν είναι ρομαντικός, ευαίσθητος και στοχαστικός.
Ας αρχίσουμε, όμως, από τον τίτλο της συλλογής.
Η «μέσα λέξη» θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως αποτελεί την εσωτερική φωνή του ποιητή και οι ιστορίες του βυθού τα βιώματά του.
Είναι, ωστόσο, εκείνη η λέξη που αντιστέκεται στη σιωπή και δικαιώνεται μέσα από την ποίηση και την πορεία της ζωής.
Αυτό αποτυπώνεται στους στίχους του τελευταίου ποιήματος, με τίτλο «Δέκατη παρουσία»: «Ποίηση, μου παραστάθηκες / κι ας ήμουν ψεύτης». Η ποίηση παρουσιάζεται ως συνοδοιπόρος στις διαδρομές της ύπαρξης, οι οποίες είναι συνήθως δύσκολες, έντονα συναισθηματικά φορτισμένες και ενίοτε σκοτεινές.
Στο ποίημα «Το αληθινό μου όνομα», ο ποιητής ομολογεί: «Σκάβω το ποίημα / να βρω μια λέξη / να μου παρασταθεί / μα αντιστέκεται». Η λέξη, όμως, δεν χαρίζεται σε κανένα.
Κατακτάται μέσα από την αναμέτρηση με τον χρόνο, τη μνήμη και τον ίδιο τον εαυτό (να επισημάνουμε πως η εν λόγω ποιητική συλλογή αποτελεί το δέκατο λογοτεχνικό έργο του δημιουργού της). Αντικρίζοντας τη συλλογή στο σύνολό της, διαπιστώνεται ξεκάθαρα πως η ποίηση του Αντρέα Τιμοθέου είναι βαθιά υπαρξιακή.
Στο ποίημα «Η μέσα λέξη», ενώ αρχικά δηλώνει πως «δεν θα γράψω για σένα», στη συνέχεια καταλήγει σε μια ανατρεπτική παραδοχή: «Γι’ αυτό σου λέω / χωρίς σφαγή / δεν γράφονται ποιήματα». Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η προσέγγισή του για τον έρωτα.
Παρουσιάζεται ως εμπειρία που συνδέεται άμεσα με τη γλώσσα, τη δημιουργία και την ίδια την ύπαρξη, μετατρεπόμενη σε τρόπο θέασης και ερμηνείας του κόσμου.
Στη «Γραμματική του έρωτα» ο ποιητής διερωτάται: «Αν συλλαβίσεις την αγάπη / θα αγαπάς ακόμα;» και ολοκληρώνει το ποίημα με την αισιόδοξη κατάφαση: «θα γίνουμε ο έρωτας / θα γίνουμε το ποίημα». Ένας από τους βασικούς άξονες της συλλογής είναι η οικογένεια και, ευρύτερα, η μνήμη των προσώπων που τη συγκροτούν.
Το θέμα αυτό αποκτά ιδιαίτερο βάθος στα ποιήματα «Επίσκεψη στον Άγιο Δημήτριο», «Ελάχιστη μέριμνα» και, κυρίως, στο «Τα σπίθκια που μ’ ανάγιωσαν τζι ακόμα μ’ αναγιώνουν». Η γιαγιά και ο παππούς αναδεικνύονται σε φορείς μιας πολιτισμικής συνέχειας: «Έχτισα γιαγιά μου, έχτισα / το σπίτι της μάνας μου που έχασε / το σπίτι που σου λάλουν πάντα». Σταθερός άξονας της συλλογής είναι και η έννοια του τόπου.
Στα ποιήματα «Ο τόπος μου», «Εγχώριος τουρισμός», «Χώρα» και «Ασκήσεις επί χάρτου», η Κύπρος παρουσιάζεται, μέσα από τη δύναμη της ποιητικής εικόνας, ως μια τραυματισμένη οντότητα που εξακολουθεί να κουβαλά τις πληγές της ιστορίας.
Γράφει χαρακτηριστικά: «Ο τόπος μου / μια σκάλα ανένδοτη στον χρόνο». Και αλλού: «Η χώρα μου πεθαίνει / και τα σκυλιά / με τις λευκές μασέλες / μετρούν / τις τελευταίες ανάσες». Η πολιτική διάσταση της ποίησής του είναι διακριτική και ουσιαστική.
Το εθνικό τραύμα αφομοιώνεται ως προσωπικό βίωμα.
Στον «Εγχώριο τουρισμό», η αντιπαραβολή της τουριστικής εικόνας με τη μνήμη της εισβολής και της προσφυγιάς δημιουργεί μια εύστοχη ειρωνική αντίστιξη ανάμεσα στο φαινομενικό και το πραγματικό πρόσωπο του τόπου.
Αξιοσημείωτη είναι η συνομιλία της συλλογής με την ελληνική και την παγκόσμια λογοτεχνική παράδοση.
Οι αναφορές στον Ευριπίδη, στον Καβάφη, στον Τάκη Σινόπουλο, στη Μαρία Κάλλας, στη La Traviata, στη μυθολογία και στη χριστιανική παράδοση ενσωματώνονται απολύτως οργανικά στον ποιητικό λόγο.
Στην «Τελευταία πράξη», που είναι αφιερωμένη στη Μαρία Κάλλας, η όπερα μετατρέπεται σε αλληγορία της ανθρώπινης μοίρας.
Ξεχωριστή θέση κατέχουν και οι αναφορές ή οι αφιερώσεις του σε πρόσωπα.
Ποιήματα όπως «Ρεμπελίνα», «Ρίζα αρχαία», «Μια βόλτα η πόλη της» και «Η Αγία των γάτων» αποκαλύπτουν την ικανότητα του Ανδρέα Τιμοθέου να σκιαγραφεί χαρακτήρες μέσα από ελάχιστες αλλά απολύτως εύστοχες λεπτομέρειες.
Με αυτόν τον τρόπο δημιουργεί ποιητικές παρουσίες που συνεχίζουν να υπάρχουν στη μνήμη.
Ο λόγος του ποιητή ξεχωρίζει αναμφίβολα για τη γλωσσική του ωριμότητα.
Είναι πυκνός, ουσιαστικός, γεμάτος εικόνες που γεννούν πολλαπλές σημασίες, υπαινικτικός, λυρικός και βαθιά στοχαστικός, χωρίς να διολισθαίνει στον συναισθηματισμό.
Παράλληλα, αξιοποιεί με συνέπεια εκφραστικά μέσα που του επιτρέπουν να δημιουργεί υπόγειες συνδέσεις ανάμεσα στα ποιήματα και να προσδίδει στη συλλογή ισχυρή θεματική και συμβολική συνοχή.
Εν κατακλείδι, θεωρώ πως η νηφαλιότητα και η ευγένεια που χαρακτηρίζουν τον Αντρέα Τιμοθέου ως προσωπικότητα αντανακλώνται στη γραφή του και εξωτερικεύονται πολύ όμορφα μέσα από τους στίχους του.
Κατορθώνει να συνθέσει ποίηση που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αλλά να εισχωρήσει απαλά και βαθιά, στο είναι του αναγνώστη.
Κι ο αναγνώστης, με τη σειρά του, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση της συλλογής, μπορεί να διαπιστώσει πως η «μέσα λέξη» και οι «άλλες ιστορίες του βυθού» αποτελούν μια αδιάκοπη προσπάθεια του ανθρώπου να διασώσει ό,τι αγάπησε από τη φθορά του χρόνου και να αντλήσει τη δύναμη για να συνεχίσει τον αέναο προσωπικό του αγώνα. Καλοτάξιδη να είναι η νέα ποιητική συλλογή σου, αγαπητέ Αντρέα!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους