[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Τα αλώνια του Δροσοχωρίου Υπήρχε μια εποχή στο Δροσοχώρι που το καλοκαίρι δεν το μετρούσαν με ημερολόγια. Το μετρούσαν με το χρυσάφι των σταχιών. Μόλις έμπαινε ο Ιούλης και άρχιζε να καίει ο ήλιος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Τα αλώνια του Δροσοχωρίου Υπήρχε μια εποχή στο Δροσοχώρι που το καλοκαίρι δεν το μετρούσαν με ημερολόγια.

Το μετρούσαν με το χρυσάφι των σταχιών.

Μόλις έμπαινε ο Ιούλης και άρχιζε να καίει ο ήλιος πάνω από τον Γερολέκα και τις πλαγιές του Παρνασσού, όλο το χωριό ζωντάνευε αλλιώς.

Από νωρίς το πρωί ακούγονταν φωνές, χλιμιντρίσματα από τα μουλάρια, γέλια παιδιών και ο χαρακτηριστικός ήχος από τα δικράνια που γύριζαν το σιτάρι στα αλώνια.

Κάθε γειτονιά στο Δροσοχώρι είχε το δικό της αλώνι.

Άλλο στην κορυφή του χωριού, εκεί που φυσούσε ο αέρας δυνατά και καθάριζε το στάρι.

Άλλο χαμηλά, προς τα τελευταία σπίτια και τα χωράφια.

Πέτρινοι κυκλικοί τόποι, πατημένοι από γενιές ανθρώπων και ζώων.

Τόποι ιεροί για τους παλιούς.

Εκεί δεν αλώνιζαν μόνο το σιτάρι.

Αλώνιζαν τη ζωή τους ολόκληρη.

Οι γυναίκες ανέβαιναν με μαντήλια στο κεφάλι και ποδιές γεμάτες ψωμί, τυρί, ελιές και κρύο νερό από τις βρύσες του χωριού.

Οι άντρες έδεναν τα άλογα και τα μουλάρια στον κεντρικό πάσαλο και τα γύριζαν γύρω γύρω πάνω στα στάχυα μέχρι να σπάσει ο καρπός.

Τα παιδιά ξυπόλυτα έτρεχαν μέσα στις θημωνιές, γεμάτα σκόνη και γέλια, χωρίς να νοιάζονται για τίποτα.

Και όταν σηκωνόταν το απογευματινό αεράκι, άρχιζε το λίχνισμα.

Πετούσαν ψηλά το σιτάρι με τα ξύλινα φτυάρια και ο αέρας έπαιρνε το άχυρο μακριά, αφήνοντας τον καρπό να πέφτει βαρύς και καθαρός στη γη. Εκείνες τις ώρες, όλο το χωριό μύριζε καλοκαίρι.

Μύριζε ιδρώτα, χώμα, άχυρο και ψωμί που ακόμα δεν είχε ζυμωθεί.

Κανείς δεν ήταν μόνος τότε.

Αν μια οικογένεια δεν προλάβαινε το αλώνισμα, πήγαιναν όλοι μαζί να βοηθήσουν.

Ο ένας έφερνε το ζώο, ο άλλος το δικράνι, άλλος κουβαλούσε νερό, άλλος τραγουδούσε.

Μέχρι και οι γέροντες κάθονταν στις άκρες των αλωνιών και έλεγαν ιστορίες από πολέμους, από χιόνια βαριά και από χρόνια δύσκολα που το στάρι αυτό έσωσε οικογένειες ολόκληρες από την πείνα.

Και σαν έπεφτε ο ήλιος πίσω από τα βουνά, το αλώνι γινόταν γιορτή.

Άναβαν φωτιές, άνοιγαν κανένα κρασί, έκοβαν ψωμί και ντομάτα, και οι φωνές ακούγονταν μέχρι τις ρεματιές κάτω από το χωριό.

Κάποιος πάντα έπιανε ένα τραγούδι.

Άλλος χόρευε.

Κι οι πιο μικροί αποκοιμιόνταν πάνω στα άχυρα κοιτώντας τα αστέρια του Παρνασσού.

Σήμερα πολλά από εκείνα τα αλώνια στέκουν σιωπηλά.

Οι πέτρες τους όμως θυμούνται… Θυμούνται τα βήματα των ανθρώπων, τις οπλές των ζώων, τα τραγούδια, τα γέλια και τις αγωνίες.

Θυμούνται ένα Δροσοχώρι γεμάτο ζωή, τότε που οι άνθρωποι μπορεί να ήταν φτωχοί στα υπάρχοντα, αλλά ήταν πλούσιοι στην καρδιά.

Και όσοι μεγάλωσαν εκεί, όταν περνούν ακόμη από τα παλιά αλώνια, νιώθουν σαν να ακούν μέσα στον αέρα εκείνον τον γνώριμο ήχο… το στάρι να λικνίζεται, τα μουλάρια να γυρίζουν κυκλικά και τις φωνές των παππούδων να λένε: Άντε… να ‘ναι καλορίζικος ο καρπός φέτος.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences