«Πέντε μέρες σου λέω ότι τα χρειάζομαι, Μαρία. Πέντε μέρες. Και τώρα μου λες πως δεν έχεις;» Ο πατέρας μου στεκόταν στην κουζίνα του μικρού νοικιασμένου διαμερίσματός μου στα Πατήσια, με το μπουφάν...
«Πέντε μέρες σου λέω ότι τα χρειάζομαι, Μαρία. Πέντε μέρες. Και τώρα μου λες πως δεν έχεις;» Ο πατέρας μου στεκόταν στην κουζίνα του μικρού νοικιασμένου διαμερίσματός μου στα Πατήσια, με το μπουφάν ακόμη φορεμένο και το χέρι απλωμένο πάνω στο τραπέζι.
Δίπλα του ήταν ο λογαριασμός του ρεύματος, ο δικός μου λογαριασμός, ανοιγμένος.
Είχε δει το ποσό.
Πίσω από την μισόκλειστη πόρτα του δωματίου του, ο δωδεκάχρονος γιος μου, ο Νικόλας, έκανε πως διάβαζε Ιστορία.
Τον ήξερα.
Άκουγε τα πάντα. «Δεν είναι ότι δεν θέλω», του είπα χαμηλά. «Είναι ότι δεν έχω. Τη Δευτέρα πρέπει να πληρώσω το φροντιστήριο του Νικόλα και το ενοίκιο είναι σε τρεις μέρες.» Γέλασε χωρίς καθόλου χαρά. «Α, μάλιστα.
Δηλαδή ο πατέρας σου περισσεύει τώρα.» Αυτή η φράση με χτύπησε εκεί που πάντα με χτυπούσε.
Στο παιδί που ήμουν κάποτε.
Στο παιδί που περίμενε τον πατέρα του να γυρίσει από τη δουλειά με μαυρισμένα χέρια από τα συνεργεία και που πίστευε ότι δεν υπήρχε πιο δυνατός άνθρωπος στον κόσμο.
Η μητέρα μου είχε φύγει από τη ζωή πριν από οκτώ χρόνια.
Από τότε, ο πατέρας μου, ο Στέλιος, άρχισε να πέφτει.
Πρώτα έκλεισε το μικρό μαγαζί με τα ηλεκτρολογικά που είχε στον Κολωνό.
Μετά ήρθαν κάτι χρέη, κάτι λάθος επιλογές, λίγος τζόγος που πάντα το αρνιόταν. «Δυο δελτία έπαιξα, σιγά», έλεγε.
Έπειτα άρχισε να ζητάει χρήματα από εμένα και από την αδελφή μου, τη Δήμητρα.
Στην αρχή ήταν για φάρμακα.
Μετά για το φυσικό αέριο.
Μετά για μια «έκτακτη ανάγκη». Πάντα υπήρχε μια έκτακτη ανάγκη.
Εγώ δουλεύω σε ένα λογιστικό γραφείο κοντά στην Ομόνοια.
Ο μισθός μου είναι λίγος, αλλά σταθερός.
Παίρνω και το επίδομα για τον Νικόλα, κι έτσι κάπως κρατιόμαστε. Κάπως.
Με λίστες στο σούπερ μάρκετ, με άγχος κάθε φορά που ανάβει λαμπάκι στο αυτοκίνητο, με το να λέω στον γιο μου «από τον άλλο μήνα» όταν ζητάει κάτι που κοστίζει παραπάνω.
Ο πατέρας μου δεν έβλεπε τίποτα από αυτά.
Ή δεν ήθελε να τα δει. «Πόσα θες;» τον ρώτησα εκείνο το βράδυ, ενώ ήδη ήξερα ότι δεν έπρεπε. «Διακόσια.
Μόνο διακόσια.» Μόνο.
Η λέξη αυτή με έπνιξε.
Είχα εκατόν ογδόντα ευρώ στον λογαριασμό.
Και στην άκρη, μέσα σε έναν φάκελο στο συρτάρι, είχα βάλει άλλα εβδομήντα.
Τα είχα μαζέψει σιγά σιγά για τα βιβλία και τα δίδακτρα του Νικόλα.
Ήθελε να ξεκινήσει ενισχυτική στα Μαθηματικά.
Ντρεπόταν να μου το πει, αλλά ο δάσκαλός του μού είχε εξηγήσει ότι είχε κενά από την προηγούμενη χρονιά. «Δεν μπορώ να σου δώσω διακόσια», είπα.
Ο πατέρας μου έσφιξε το σαγόνι του. «Για μένα δεν μπορείς.
Για το παιδί βρίσκεις πάντα.» Τότε άνοιξε η πόρτα του δωματίου. Ο Νικόλας στεκόταν ξυπόλυτος στο διάδρομο, χλωμός.
Δεν κοίταζε τον παππού του.
Κοίταζε εμένα. «Μαμά, άστο το φροντιστήριο», είπε σχεδόν ψιθυριστά. «Δεν πειράζει.
Θα διαβάζω μόνος μου.» Νομίζω πως εκείνη τη στιγμή κάτι μέσα μου έσπασε.
Όχι από θυμό μόνο.
Από ντροπή.
Είχα αφήσει έναν ενήλικα άνθρωπο να κάνει το παιδί μου να νιώθει βάρος μέσα στο ίδιο του το σπίτι. «Όχι, Νικόλα», του είπα. «Πήγαινε μέσα, αγόρι μου.» Μετά γύρισα στον πατέρα μου. «Φεύγεις τώρα.» «Τι είπες;» «Άκουσες. Φεύγεις.
Και δεν θα ξαναμιλήσεις έτσι μπροστά στο παιδί μου.» Πήρε τον λογαριασμό από το τραπέζι, τον τσαλάκωσε και τον πέταξε κάτω. «Αχάριστη.
Αν δεν ήμουν εγώ, δεν θα είχες—» «Τι δεν θα είχα;» τον έκοψα.
Τα χέρια μου έτρεμαν, αλλά δεν σταμάτησα. «Ένα παιδί που προσπαθώ να μεγαλώσω μόνη μου; Ένα σπίτι που πληρώνω μόνη μου; Μια ζωή που κρατάω όρθια κάθε μήνα με τα νύχια; Τι ακριβώς μου δίνεις, μπαμπά; Εκτός από ενοχές;» Δεν απάντησε.
Με κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα, λες και δεν με αναγνώριζε.
Έπειτα έκλεισε την πόρτα τόσο δυνατά που έτριξαν τα ποτήρια στο ντουλάπι.
Εκείνο το βράδυ ο Νικόλας ήρθε στο κρεβάτι μου.
Είχε μεγαλώσει πια, δεν το έκανε συχνά. «Θα θυμώσει ο παππούς;» με ρώτησε. «Ίσως.» «Εσύ έκανες κάτι κακό;» Τον αγκάλιασα και δεν μπόρεσα να απαντήσω αμέσως.
Αυτό ήταν το χειρότερο. Ότι ακόμη αναρωτιόμουν κι εγώ το ίδιο. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους