«Μαμά, καλύτερα να μην έρθεις στον γάμο.» Το είπε όρθιος, δίπλα στο μικρό τραπέζι της κουζίνας μας στα Πατήσια, εκεί που κάποτε του έβαζα ψωμί με λάδι και ρίγανη όταν δεν έφταναν τα λεφτά για κάτι...
«Μαμά, καλύτερα να μην έρθεις στον γάμο.» Το είπε όρθιος, δίπλα στο μικρό τραπέζι της κουζίνας μας στα Πατήσια, εκεί που κάποτε του έβαζα ψωμί με λάδι και ρίγανη όταν δεν έφταναν τα λεφτά για κάτι άλλο.
Στο μάτι της κουζίνας έβραζαν φασολάκια.
Η κατσαρόλα έκανε εκείνο το γνώριμο τικ-τικ και εγώ τον κοιτούσα χωρίς να καταλαβαίνω αν άκουσα σωστά. «Τι είπες;» ψιθύρισα.
Κατέβασε το βλέμμα. «Δεν είναι δική μου ακριβώς απόφαση… Απλώς θα είναι δύσκολα τα πράγματα με τους γονείς της Δάφνης.» Εκείνη τη στιγμή δεν θύμωσα.
Όχι αμέσως.
Πρώτα πάγωσα.
Μετά ένιωσα ένα κάψιμο στο στήθος, σαν να με έσφιγγε κάποιος από μέσα. «Δηλαδή η μάνα σου θα είναι πρόβλημα;» «Μην το λες έτσι.» «Και πώς να το πω, Νικόλα; Πες μου εσύ.» Έτριβε τα χέρια του νευρικά.
Το έκανε από μικρός όταν στριμωχνόταν.
Το θυμάμαι από τότε που κρυβόταν πίσω μου όταν ερχόταν ο πατέρας του με φωνές και νεύρα, πριν εξαφανιστεί οριστικά από τη ζωή μας.
Από τότε ήμασταν οι δυο μας.
Μόνο οι δυο μας.
Τον μεγάλωσα σε ένα δυάρι.
Με βάρδιες σε καθαριστήρια, σε γραφεία, σε μια αποθήκη στον Ρέντη για λίγο καιρό, όπου γύριζα με τη μέση μου κομμένη.
Άφηνα λογαριασμούς απλήρωτους για να πληρώνω αγγλικά και φροντιστήριο.
Έκοβα από τα δικά μου για να πάρει εκείνος αθλητικά παπούτσια και να μη νιώθει λιγότερος από τα άλλα παιδιά.
Δεν παραπονέθηκα.
Ούτε μία φορά.
Μάνα ήμουν.
Και τώρα στεκόταν απέναντί μου σαν ξένος. «Η κυρία Μαρίνα δεν θέλει φασαρίες», είπε χαμηλά. «Και ο κύριος Στέλιος… ξέρεις πως κρατάει ακόμα εκείνη την ιστορία.» Γέλασα.
Ένα γέλιο ξερό, άσχημο.
Η «ιστορία» ήταν πριν από τέσσερα χρόνια, όταν είχα πάει στο σπίτι τους στην Κηφισιά γιατί η κόρη τους είχε παρατήσει τον Νικόλα λίγες μέρες πριν δώσει τα τελευταία του μαθήματα.
Τον βρήκα διαλυμένο, να μην τρώει, να μην σηκώνεται από το κρεβάτι.
Πήγα σαν μάνα, όχι σαν καβγατζού.
Αλλά η κουβέντα ξέφυγε. Η Μαρίνα με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, λες και είχα λερώσει το μάρμαρό της μόνο που πάτησα μέσα. «Άλλοι κόσμοι είμαστε», μου είχε πει.
Κι εγώ της απάντησα: «Ναι, μόνο που εγώ έμαθα το παιδί μου να μην μετράει τον άνθρωπο από τη διεύθυνση.» Από τότε με είχαν τελειωμένη. «Και εσύ;» τον ρώτησα. «Εσύ τι θέλεις; Μην μου λες τι θέλουν οι άλλοι. Εσύ.» Σήκωσε το βλέμμα και για πρώτη φορά είδα ντροπή.
Αληθινή. «Θέλω να ηρεμήσουν τα πράγματα.
Δεν αντέχω ένταση.
Θέλω να ξεκινήσω τη ζωή μου σωστά.» «Χωρίς εμένα δηλαδή.» Δεν απάντησε.
Και αυτή η σιωπή με διέλυσε περισσότερο από οτιδήποτε.
Το ίδιο βράδυ δεν κοιμήθηκα.
Καθόμουν στον καναπέ με το φως της τηλεόρασης ανοιχτό χωρίς ήχο.
Κοίταζα γύρω μου το σπίτι.
Το στενό μπαλκόνι με τα απλωμένα ρούχα.
Το ράφι με τα παλιά του σχολικά κύπελλα.
Τη φωτογραφία του από την ορκωμοσία, που έκλαιγα από περηφάνια κι ας είχα πάει με το ίδιο φόρεμα που φορούσα τρία καλοκαίρια.
Και σκεφτόμουν κάτι που με τρόμαξε: αν δεν είμαι η μάνα του Νικόλα όπως την ήξερα τόσα χρόνια, τότε ποια είμαι; Τις επόμενες μέρες δεν με πήρε τηλέφωνο.
Ούτε εγώ. Περίμενα.
Πείσμωσα κιόλας, δεν θα πω ψέματα.
Μετά άρχισα να τον βλέπω αλλιώς.
Όχι σαν το παιδί που πρόδωσε τη μάνα του.
Σαν έναν άντρα αδύναμο. Φοβισμένο.
Έτοιμο να κάνει τα πάντα για να τον δεχτούν άνθρωποι που πάντα θα του θυμίζουν από πού ξεκίνησε.
Δυο εβδομάδες πριν τον γάμο, ήρθε ξανά.
Δεν χτύπησε δεύτερη φορά το κουδούνι. Περίμενε σαν παιδί έξω από την πόρτα. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους