[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η Χαμένη Άνοιξη Η Άνοιξη δεν χάθηκε από τον καιρό. Δεν την πήρε ο χειμώνας. Δεν την έδιωξαν τα σύννεφα. Την εκτελέσαμε εμείς. Την ώρα που μπορούσαμε να κάνουμε τη Γη έναν κήπο για όλους, εμείς...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η Χαμένη Άνοιξη Η Άνοιξη δεν χάθηκε από τον καιρό. Δεν την πήρε ο χειμώνας.

Δεν την έδιωξαν τα σύννεφα.

Την εκτελέσαμε εμείς.

Την ώρα που μπορούσαμε να κάνουμε τη Γη έναν κήπο για όλους, εμείς υψώσαμε τείχη.

Την ώρα που μπορούσαμε να μοιράσουμε το ψωμί, το νερό, το φως, εμείς μοιράσαμε σημαίες, σύνορα, τάφους.

Κάποτε, ο άνθρωπος κοίταξε τη Γη και είδε έναν Παράδεισο που περίμενε τα χέρια του.

Είδε ποτάμια να μεταφέρουν ζωή.

Βουνά να κρατούν τον ουρανό.

Δάση να ανασαίνουν για λογαριασμό όλων μας.

Είδε θάλασσες γεμάτες δρόμους που μπορούσαν να ενώσουν τους λαούς.

Και αντί να φυτέψει τριαντάφυλλα, φύτεψε νάρκες.

Αντί να χτίσει σχολεία, έχτισε καταφύγια.

Αντί να μάθει στα παιδιά το όνομα των Άστρων, τους έμαθε τον ήχο της σειρήνας.

Έτσι η Γη, από κήπος, έγινε ένα απέραντο τρελοκομείο.

Και μέσα του οι πιο παράφρονες κρατούν τα κλειδιά.

Άνθρωποι με καθαρά κοστούμια και βρόμικα χέρια σκύβουν επάνω σε χάρτες και αποφασίζουν πού θα πέσει το επόμενο παιδί.

Μετρούν πυραύλους.

Μετρούν στρατούς.

Μετρούν βόμβες ικανές να σκοτώσουν τη ζωή χίλιες φορές.

Μα δεν μπορούν να μετρήσουν το δάκρυ μιας μάνας που ψάχνει κάτω από τα ερείπια το χέρι του παιδιού της.

Δεν μπορούν να μετρήσουν τη σιωπή του πατέρα που κρατά στα γόνατά του ένα σώμα ελαφρύτερο κι από το τελευταίο του όνειρο.

Δεν μπορούν να μετρήσουν τον τρόμο ενός μικρού κοριτσιού που κοιμάται με τα παπούτσια, για να προλάβει να τρέξει όταν ξανάρθουν οι βόμβες.

Κάπου, ένα παιδί πεινάει μπροστά σε μια αποθήκη γεμάτη σιτάρι.

Κάπου, ένας άνθρωπος πεθαίνει γιατί δεν είχε χρήματα να αγοράσει άλλη μία μέρα ζωής.

Κάπου, μια μάνα βράζει νερό σε άδειο τσουκάλι, για να νομίζουν τα παιδιά της πως ετοιμάζει φαγητό και να αποκοιμηθούν περιμένοντας.

Κι εμείς μιλάμε για πολιτισμό.

Κάπου, οι φλόγες καταπίνουν δάση αιώνων.

Τα ζώα τρέχουν με τη φωτιά επάνω στη γούνα τους.

Τα πουλιά πέφτουν από τον ουρανό κρατώντας στα ράμφη τους το τελευταίο κλαδί.

Τα ποτάμια γεμίζουν δηλητήριο.

Οι θάλασσες πνίγονται στα σκουπίδια μας. Η Γη βήχει. Η Γη πυρώνει. Η Γη μάς παρακαλεί να σταματήσουμε.

Μα εμείς καίμε τους θησαυρούς της για να φωτίσουμε τις βιτρίνες μας.

Σκάβουμε τα σωθικά της για να χτίσουμε ψηλότερους πύργους.

Και ύστερα, από τα παράθυρά τους, κοιτάζουμε τον κόσμο να καταρρέει.

Πόση ζωή θα μπορούσαμε να έχουμε χτίσει με το χρήμα ενός πολέμου; Πόσα σχολεία; Πόσα νοσοκομεία; Πόσες πηγές μέσα στην έρημο; Πόσα χωράφια θα μπορούσαν να ανθίσουν; Πόσα παιδιά θα κοιμούνταν χορτάτα στην αγκαλιά της μάνας τους; Μα ο άνθρωπος έμαθε να κατασκευάζει μηχανές που φτάνουν στα Άστρα και δεν έμαθε ακόμη να φτάνει στην καρδιά του διπλανού του.

Έσπασε το άτομο.

Μέτρησε τον γαλαξία.

Βούτηξε στα βάθη των ωκεανών.

Μα δεν κατάφερε να διασχίσει τα λίγα εκατοστά που χωρίζουν ένα γεμάτο πιάτο από ένα παιδί που πεινά.

Και τώρα, πάνω από τα κεφάλια μας, κρέμεται ο πυρηνικός τρόμος.

Ένας τεράστιος μαύρος ήλιος που μπορεί σε μια στιγμή να λιώσει τα βουνά, να εξατμίσει τις θάλασσες, να κάψει τα ονόματα από τις ταφόπλακες, να αφήσει τη Γη χωρίς πουλιά, χωρίς λουλούδια, χωρίς ανθρώπινη φωνή.

Κι όμως, κάποιοι κοιμούνται ήσυχοι με το δάχτυλο επάνω στο κουμπί.

Άνοιξη, πού πήγες; Σε ποια χαράδρα κρύφτηκες; Σε ποιο καμένο δάσος άφησες το πράσινο φόρεμά σου; Σε ποια θάλασσα έπνιξαν τα λουλούδια σου; Μήπως σε φυλάκισε ο φόβος; Μήπως σε σκότωσε η απληστία; Μήπως σε έθαψαν κάτω από τα θεμέλια ενός εργοστασίου όπλων; Κι όμως, σε βλέπω ακόμη.

Σε βλέπω στο χέρι που μοιράζει ψωμί.

Στον γιατρό που σκύβει επάνω σε έναν τραυματία χωρίς να ρωτήσει ποια σημαία πιστεύει.

Στον άνθρωπο που ανοίγει το σπίτι του στον κυνηγημένο.

Στο παιδί που φυτεύει ένα δέντρο επάνω σε καμένη γη. Στη μάνα που μαθαίνει στο παιδί της πως ο ξένος δεν είναι εχθρός.

Στον ποιητή που αρνείται να κάνει τη σιωπή του συνένοχη.

Γιατί η Άνοιξη δεν πέθανε.

Την έχουμε θάψει βαθιά μέσα μας, κάτω από φόβους, συμφέροντα, σημαίες και ψεύτικους θεούς.

Μα ανασαίνει ακόμη.

Χτυπά κάτω από το χώμα σαν σπόρος.

Περιμένει ένα ανθρώπινο χέρι να απομακρύνει την πέτρα.

Περιμένει έναν άνθρωπο να πει: «Ως εδώ». Ως εδώ οι πόλεμοι.

Ως εδώ η πείνα.

Ως εδώ τα παιδιά που γεννιούνται για να γίνουν αριθμοί σε καταλόγους νεκρών.

Ως εδώ οι άνθρωποι που πεθαίνουν για τα κέρδη ανθρώπων που δεν γνώρισαν ποτέ.

Ας κατεβάσουμε τους πυραύλους από τον ουρανό.

Ας σηκώσουμε στη θέση τους χαρταετούς.

Ας λιώσουμε τα όπλα και ας κάνουμε το μέταλλό τους άροτρα, γέφυρες, καμπάνες.

Ας δώσουμε στα παιδιά μολύβια, όχι σφαίρες.

Βιβλία, όχι κράνη.

Ψωμί, όχι σημαίες για να σκεπάσουν τα μικρά τους φέρετρα.

Ας αφήσουμε τη Γη να ανθίσει.

Όχι για λίγους.

Για όλους.

Γιατί ο Παράδεισος δεν ήταν ποτέ κάπου ψηλά.

Ήταν εδώ.

Μέσα στα ποτάμια.

Στα δάση.

Στα μάτια των παιδιών.

Στο ψωμί που μπορούσαμε να μοιραστούμε.

Στην αγάπη που αρνηθήκαμε να κάνουμε νόμο.

Και ίσως να μην είναι ακόμη αργά.

Ίσως η χαμένη Άνοιξη να περιμένει ακόμη πίσω από την τελευταία κλειστή πόρτα της καρδιάς μας.

Μα πρέπει να βιαστούμε.

Γιατί πόσοι άνθρωποι ακόμη θα γεννηθούν, θα σηκώσουν τα μάτια στον ουρανό, θα περιμένουν, θα γεράσουν και θα πεθάνουν, περιμένοντας μια Άνοιξη που δεν ήρθε ποτέ; Μια Άνοιξη που άνθισε μονάχα στα όνειρά τους, που μοσχοβόλησε μόνο τις νύχτες που έκλειναν τα μάτια, και χανόταν κάθε πρωί μόλις τα άνοιγαν και αντίκριζαν ξανά τον ίδιο πληγωμένο κόσμο; Πόσα παιδιά ακόμη θα ζωγραφίσουν έναν ήλιο που δεν θα φωτίσει ποτέ τη ζωή τους; Πόσες μανάδες θα νανουρίσουν την ελπίδα μέσα σε σπίτια όπου δεν έφτασε ποτέ η ειρήνη; Πόσοι άνθρωποι θα φύγουν από τη Γη χωρίς να προλάβουν να ζήσουν ούτε μία μέρα όπως άξιζε σε έναν άνθρωπο να ζήσει; Γιατί η Γη έχει αρχίσει ήδη να γράφει τη διαθήκη της.

Και αν δεν ξυπνήσουμε, κάποτε η τελευταία Άνοιξη θα έρθει.

Θα ανθίσουν οι παπαρούνες.

Θα επιστρέψουν τα χελιδόνια.

Θα μυρίσουν πάλι τα γιασεμιά.

Μόνο που δεν θα υπάρχει κανένας άνθρωπος να τα δει.

Και τότε ο Παράδεισος θα έχει επιστρέψει — μα θα είναι πια ένας Παράδεισος χωρίς εμάς. ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences