[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Τάβλι στην αυλή Ο ήλιος έγερνε πίσω από την πέτρινη μάντρα και οι ελιές έριχναν δαντελωτές σκιές πάνω στο τραπεζομάντιλο με τα μπλε λουλούδια. Ο Στέλιος, με τα χέρια σκαμμένα από τη δουλειά στα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Τάβλι στην αυλή Ο ήλιος έγερνε πίσω από την πέτρινη μάντρα και οι ελιές έριχναν δαντελωτές σκιές πάνω στο τραπεζομάντιλο με τα μπλε λουλούδια. Ο Στέλιος, με τα χέρια σκαμμένα από τη δουλειά στα χωράφια, έσπρωξε ένα λευκό πούλι και κοίταξε τον γιο του πάνω από το τάβλι και τράβηξε μια ρουφηξιά από τον ελληνικό του.

Απέναντί του, ο Πέτρος, 35 χρονών πια, λογιστής στην Αθήνα που κατέβηκε για το Σαββατοκύριακο, άφησε κάτω το φλιτζάνι του. «Ρε πατέρα, ακόμα ρίχνεις τις ζαριές λες και σου μιλάνε». Ο Στέλιος έδειξε με το πιγούνι τα δύο μπολάκια με γλυκό κυδώνι που είχε φτιάξει η μάνα του. «Φάε πρώτα.

Γλυκό και πικρός καφές πάνε μαζί με την ήττα.

Σε μαθαίνουν να τη καταπίνεις». Η αυλή μύριζε βασιλικό, δίπλα στο τάβλι, τα ποτήρια με το νερό είχαν θολώσει από τον πάγο.

Ήταν το τελετουργικό τους από τότε που ο Πέτρος έφυγε για σπουδές: δύο ελληνικοί, δύο γλυκά, δύο νερά, και παρτίδες μέχρι να βαρεθεί ο ένας τον άλλον.

Μόνο που δεν βαριόντουσαν ποτέ. «Θυμάσαι που με άφηνες να κερδίζω όταν ήμουν μικρός;» ρώτησε ο Πέτρος, βουτώντας το κουταλάκι στο γλυκό «κι εγώ νόμιζα ότι έγινα παιχταράς». Τώρα σε αφήνω», είπε ο Στέλιος και έριξε εξάρες. «Αλλά μόνο όταν έχω κέφια.

Σήμερα δεν έχω». Γέλασαν για μια στιγμή δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από τις πούλιες που χτυπούσαν στο ξύλο και τα τζιτζίκια που είχαν λυσσάξει. «Μπαμπά, αν δεν κατεβαίνω τόσο συχνά… η δουλειά, ξέρεις». Ο Στέλιος ήπιε μια γουλιά νερό και τον κοίταξε στα μάτια.

Ίδια μάτια είχαν. «Το ξέρω.

Δεν μεγάλωσα ελιές για να σε δέσω εδώ.

Το τάβλι θα είναι ανοιχτό, ο καφές θα ψήνεται, το γλυκό θα το έχει η μάνα σου στο ντουλάπι.

Εσύ να 'σαι καλά και να παίρνεις τηλέφωνο πού και πού.

Οι πατεράδες δεν ζητάνε πολλά». Ο Πέτρος κατάπιε τον κόμπο.

Έριξε τα ζάρια.

Δύο άσοι. «Άσο-δυό ταβλαδόρος», μουρμούρισε ο Στέλιος. «Η μάνα σου λέει ότι είσαι τυχερός στη ζωή.

Εγώ λέω ότι είσαι τυχερός που έχεις κάποιον να παίζεις τάβλι». Σήκωσε το φλιτζάνι του. «Άντε, στην υγειά μας και την επόμενη φορά κερνάς εσύ τον καφέ. Στην Αθήνα». Ο Πέτρος χαμογέλασε, η πίκρα του καφέ, η γλύκα του κυδωνιού, και η αλμύρα που ένιωσε ξαφνικά στο στόμα του έγιναν ένα.

Δεν ήταν απλώς μια παρτίδα τάβλι.

Ήταν ο τρόπος τους να λένε «σ’ αγαπώ» χωρίς να το λένε και το τραπέζι στην αυλή θα τους περίμενε πάντα. Άννα Δανάλη. Ομφαλός της γης

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences