[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Σε μια ξύλινη καλύβα ζούσε, και την είχε ονομάσει παλάτι. Το παλατάκι μου έλεγε, και' γω η βασίλισσά του. Δεν ζηλεύω τα μεγάλα σπίτια μονολογούσε, αλλά εκείνα τα μικρά που απλώνεις το χέρι σου κι...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Σε μια ξύλινη καλύβα ζούσε, και την είχε ονομάσει παλάτι. Το παλατάκι μου έλεγε, και' γω η βασίλισσά του.

Δεν ζηλεύω τα μεγάλα σπίτια μονολογούσε, αλλά εκείνα τα μικρά που απλώνεις το χέρι σου κι αγγίζεις την αγάπη.

Κι είχε μπόλικη από δαύτη η Πετρούλα.

Η καρδιά της δεν έμοιαζε με το όνομά της.

Δεν ήταν πέτρα.

Βαμβάκι ήτανε, μαλακό κι ολόλευκο.

Μακριά από τον κόσμο είχε φύγει.

Εκεί στην καλυβούλα της είχε όλα της τα υπάρχοντα.

Στην άκρη του δάσους, δίπλα από ένα ποταμάκι περνούσε τον καιρό της.

Κάθε μέρα χωνόταν μέσα στο δάσος, και μιλούσε με τα δέντρα.

Εκεί έλεγε τους καημούς της, εκεί τα παράπονά της, εκεί και τα βάσανά της, που ήταν πολλά.

Η φύση δεν την έκανε όμοια με τους άλλους ανθρώπους.

Δεν της έδωσε μπόι.

Εκείνη το μπόι της το είχε στην καρδιά.

Στην ψυχή της το' χε! Είχε ένα ανάστημα η ψυχή της, τόσο μεγάλο, που πολλές φορές αναρωτιόταν κι η ίδια πως το κουβαλάγανε τα κοντά της τα ποδαράκια.

Που χώραγε σε μια καρδιά τόσο μικρούλα.

Μα τούτο το ανάστημα το μεγάλο που είχε, ήταν έξω από το κορμί της το μικροκαμωμένο.

Αυτό το κορμί ήταν αιτία να σηκώσει πολλές αμαρτίες του κόσμου.

Επάνω του τις αφήνανε οι κακίες του.

Στις πλατούλες της που δεν μπορούσαν να τις σηκώσουν.

Πόσο να αντέξει; Και για πόσο καιρό να γελάει ακούγοντας την ψεύτικη λύπη τους; Αυτή δεν χρειαζότανε λύπη.

Αγάπη ήθελε, μα ποιανού περίσσευε να της την δώσει.

Ο κόσμος χαιρότανε με το κακό, κι όχι με το καλό.

Ετούτο έβλεπε η Πετρούλα κι αποφάσισε να ζήσει μακριά του.

Πήρε το κορμάκι της σε κείνο το γρήγορο με μικρά βηματάκια περπάτημα και πήγε να κουρνιάσει στην φύση.

Εκεί τουλάχιστον έβλεπε πολλά που δεν ήταν όμοια.

Εκεί της ταίριαζε να ζει.

Καλύτερα με τις σκιές των δέντρων, και με το κελάρυσμα του ποταμού, παρά με τις μορφές των ανθρώπων.

Η αγάπη που είχε μέσα της, θέριευε κι έπρεπε να βρει ένα τρόπο να την ηρεμήσει.

Έπρεπε να την καταθέσει κάπου.

Κείνο το κορμάκι, δεν γινόταν να την χωρέσει.

Κι η καρδούλα της θα έσπαγε αν δεν την ακούμπαγε κάπου.

Πάντα ήξερε να ξεχωρίζει τα βοτάνια.

Από την μάνα της το έμαθε σαν την έπαιρνε μαζί της στους αγρούς.

Της έμαθε τα μυστικά τους, λέγοντάς της, θα σου φανούνε χρήσιμα μια μέρα.

Και να που της φάνηκαν.

Αυτά τα μυστικά των βοτάνων, της έδωσαν νόημα στην ζωή της.

Τα μάζευε με μεγάλη φροντίδα, την ώρα που έπρεπε, και τα έκοβε από το σωστό σημείο του κορμού τους.

Έτσι μικρά που ήταν, έσκυβε όλο φροντίδα πάνω τους, κι έπαιρνε μόνο αυτό που χρειαζότανε, χωρίς να τα πληγώσει.

Το κορμάκι της έβλεπε πάνω τους.

Μικρά κι απροστάτευτα και κείνα.

Σαν και του λόγου της.

Μικρά ματσάκια τα έκανε, και τα κρέμαγε σε καρφάκια στο ξύλο της καλύβας της από την έξω πλευρά.

Τα είχε σε σειρές, ξεχωριστές, κι έγραφε πάνω σε μικρές φλούδες που είχε μαζέψει από τα δέντρα, την χρήση του κάθε ενός.

Χώρια τα είχε όλα όμορφα τακτοποιημένα, με την φλουδίτσα να γράφει, για τον πονοκέφαλο, για τον πόνο στην κοιλιά, για τον βήχα, και για ότι ήξερε πως θα βοηθήσει το κάθε ένα.

Όλα τα είχε δοκιμάσει πρώτα εκείνη, ώστε να είναι σίγουρη πως δεν θα βλάψει κανέναν, κι ας ήταν δοκιμασμένα από τη μάνα της.

Το μέρος που είχε το καλυβάκι της, πέρασμα ήταν από πολλούς επισκέπτες τους δάσους, κι όλοι ξέρανε το χάρισμα της για τα βοτάνια.

Όλοι σταματούσανε και παίρνανε κείνο που χρειάζονταν, κι όλοι αφήνανε ένα ευχαριστώ σε φιλοδώρημα.

Μα η Πετρούλα δεν το ήθελε, και το έλεγε πάνω στην φλουδίτσα της.

Ποτέ κανείς δεν την είχε δει.

Δεν ξέρανε το πρόσωπό της.

Τι σημασία είχε άλλωστε ένα πρόσωπο; Καμία.

Για κείνη είχε σημασία να προσφέρει.

Μόνο αυτό ήθελε.

Να προσφέρει ανακούφιση στον ανθρώπινο πόνο.

Κανείς δεν την είχε δει ποτέ παρά μονάχα τις φορεσιές της σαν απλωμένες τις είχε στην όχθη του ποταμού φρεσκοπλυμένες να στεγνώσουν.

Τούτα τα μικρά σκουτιά, είχαν μια μαγεία, ένα δέος ανθρωπιάς, και ψυχής γεμάτης μοσχοβολιά σαν τα βοτάνια της.

Μακριά από τον κόσμο ζούσε, τούτο το κορμάκι με την μεγάλη ψυχή, μα και πολύ κοντά τους συνάμα.

Κακία δεν είχε μέσα της, ακόμα και για κείνους που την πετροβολούσαν με τις λέξεις τους.

Ακόμα κι αν της γεμίσανε πληγές την ψυχή της.

Εκείνη είχε μάθει την τέχνη της συγχώρεσης.

Μια τέχνη που την ξέρουν μόνο οι μεγαλόψυχοι.

Η κακία έλεγε είναι βαριά, και μένα οι αστράγαλοί μου δεν είναι δυνατοί να την σηκώσουν.

Από τα μικροκαμωμένα σκουτιά της την ξέρανε, και από το μέγεθος των βοτάνων της.

Κι όταν κείνο το φιλοδώρημα όταν μαζευότανε και γινότανε μεγάλο, το' παιρνε και το πήγαινε σε ένα ίδρυμα για ανήμπορους ανθρώπους.

Για ανθρώπους σαν και κείνη με μικρά και σακατεμένα κορμάκια.

Με κορμάκια που μέσα τους στεγαζότανε η υπομονή κι η ευγνωμοσύνη για τον δημιουργό.

Έτσι γεννήθηκαν, κι έτσι έμαθαν να ζουν.

Μ' αυτό το μικροκαμωμένο κορμί και με την ψυχή τους ξέχειλη από ανθρωπιά.

Σαν το έδινε για τις ανάγκες τους το φιλοδώρημα σαν το ακούμπαγε με μεγάλο σεβασμό στα χέρια τους, ψήλωνε το κορμάκι της.

Ψήλωνε κι αγνάντευε από ψηλά την απληστία του κόσμου. Την αχαριστία τους, και την μικροψυχιά τους. Ελευθερία Λάππα

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences