[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΜΙΚΡΗ, κοντή και άσχημη όπως ήταν, είχε μια παράξενη γοητεία στις γυναίκες. Έτρεχε κάθε μέρα από σπίτι σε σπίτι, παρουσιαζότανε σιγά-σιγά και ξαφνικά και δεν ήξερες από πού είχε μπει, από την πόρτα ή...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΜΙΚΡΗ, κοντή και άσχημη όπως ήταν, είχε μια παράξενη γοητεία στις γυναίκες.

Έτρεχε κάθε μέρα από σπίτι σε σπίτι, παρουσιαζότανε σιγά-σιγά και ξαφνικά και δεν ήξερες από πού είχε μπει, από την πόρτα ή από το παράθυρο —τόσο την έβλεπες σε μια ώρα που δεν την περίμενες.

Έδινε την εντύπωση πως το πάτωμα είχε ανοίξει και την εκσφενδόνισε επάνω με κινηματογραφική ταχύτητα ή ότι το ταβάνι είχε τρυπήσει και κατέβαινε σαν μια ηρωίδα θεάτρου νευροσπάστων.

Το βέβαιο είναι πως η παρουσία της σου φαινόταν ολότελα ξαφνική, όταν πρόβαλε μπρος σου και σε κοίταζε με το χαμόγελο στα χείλη. — Ε, ε! Εγώ είμαι! έλεγε με τη λεπτή, λαρυγγώδη φωνή της που συνοδευόταν πάντα από ένα γέλιο ανήσυχο.

Δεν με περίμενες, αγάπη μου; Αγκάλιαζε τις φίλες της και τις φιλούσε.

Έπειτα φρόντιζε να βγάλει το καπέλο της και το βέλο, σημείο πως θα ‘μενε στο σπίτι αυτόκλητη και το μεσημέρι.

Έπειτα άρχιζε τις ερωτήσεις: πού ήταν χτες η καθεμιά τους, πόσες επισκέψεις είχαν στο σπίτι τους, πώς πηγαίνουν οι έρωτές τους, για όλη τη ζωή, όλες τις μικροφροντίδες, όλες τις χαρές, τις λύπες, τα ευτυχήματα, τα δυστυχήματα, το φαΐ, τη μόδα, το χρήμα, τις παραγγελίες στις μοδίστρες, τα καπέλα, ιδίως τα καπέλα, όλη την ιστορία των φιλικών κύκλων και των οικογενειών, τους ανιόντας συγγενείς, τους κατιόντας, τους εξ αγχιστείας, ποιοι ήρθαν, ποιοι έφυγαν, τα σκάνδαλα, την ηλικία, το χρόνο γεννήσεως, τα πάντα.

Τα εγνώριζε όλα.

Δεν της ξέφευγε καμιά λεπτομέρεια.

Αν ήταν στης Φλώρας, ήξερε τι μαγείρευε για το μεσημέρι η Κατερινιά.

Αν ετύχαινε στης Κατερινιάς, ήξερε τι θα φάει το βράδυ η Φλώρα. — Ε, ε! επανελάμβανε, ανοίγοντας διάπλατα το στόμα της και με τα μάτια γουρλωμένα.

Εγώ είμαι, καλέ! Σας επεθύμηθα κι ήρθα.

Ήταν γοητεία, δύναμη και πίεσις.

Επρόσβαλλε την προσωπική ελευθερία των ανθρώπων.

Γνώριζε τα μυστικά και τις αδυναμίες των.

Για ένα τους βλέμμα τούς εκήρυσσε ενόχους. — Σε βλέπω ταραγμένη.

Τι σου συμβαίνει; Ψυχολογούσε τους ανθρώπους απ’ το βλέμμα τους και δεν έσφαλλε ποτέ.

Έπειτα ζητούσε κι έπαιρνε εξομολογήσεις με τον γλυκό λόγο, με την κολακεία, με μια παραπονεμένη έκφραση αγάπης, που σου ‘ρχόταν να της τα πεις όλα, ακόμα και τις πιο παράξενες ιδέες που περνούσαν απ’ τον νου σου, ν’ ανακουφιστείς, να παρηγορηθείς, να της ανοίξεις την καρδιά σου.

Με την αφοσίωση που έδειχνε, με την εμπιστοσύνη που ενέπνεε, παρεναίβενε και διηύθυνε και εκανόνιζε τα αισθήματα όλων και ιδίως των εραστών.

Μια φορά ένας δυστυχής, που αγαπούσε κάποια και δεν ήξερε αν θα τον έπαιρνε, έπεσε στα πόδια της. — Θέλεις να γίνεις άντρας της; του είπε αυτή.

Άφησε την υπόθεση σε μένα… Αλλά και στον αντεραστή είχε πει το ίδιο.

Και στους δυο είχε πει την κολακευτική φράση: Εμπιστέψου σε μένα και θα την έχεις μέσα σε μια βδομάδα στην αγκαλιά σου.

Και στη νέα πάλι έλεγε: — Και τους δυο να τους έχεις στην ιδέα σου, και τους δυο.

Δεν ξέρεις τι μπορεί να σου συμβεί αύριο.

Αν σου φύγει ο ένας, μένει ο άλλος… Τι κέρδιζε απ’ όλα αυτά η Χρυσούλα —γιατί αυτό ήταν τ’ όνομά της— τι κέρδιζε; Τίποτε, απολύτως τίποτε, Η ζωή της ήταν αυτή, να εξετάζει τι κάνουν οι άλλοι, να υποθάλπει τους έρωτές τους, να υπηρετεί τους πόθους των, όργανο του Διαβόλου, καθώς λένε. Η Χρυσούλα ήταν παντρεμένη —αυτό τουλάχιστο βεβαίωνε μόνη της— είχε και βέρα στο δάχτυλό της και ένα κουτί τενεκεδένιο με στέφανα του γάμου επάνω απ’ το διπλό κρεβάτι της.

Λόγω της ασχήμιας της, ο έρως την είχε αποφύγει για πολλά χρόνια.

Αλλά κι αυτή τον εκυνήγησε με τρομακτική επιμονή ώσπου μάγεψε ένα παλικάρι είκοσι χρόνων. — Πώς τα κατάφερες, της έλεγαν όλοι, πώς τα κατάφερες, Χρυσούλα; — Με την αφοσίωση, την καλοσύνη, την αγάπη, την υποταγή και την αυταπάρνηση.

Όλα αυτά τα πήρα και τα χάρισα στη νιότη του.

Για χάρη του, μπορώ να στερηθώ τα πάντα.

Ένα έμενε ανεξακρίβωτο: πού είχε τελέσει τους γάμους της.

Γιατί στον έναν έλεγε το ένα μέρος, στον άλλο λησμονούσε κι ανάφερνε άλλο.

Ο άντρας της —ο «μικρός» της, όπως τον ονόμαζε— ο Αντωνάκης της, ήταν μηχανικός σ’ ένα βαπόρι, της έλειπε εφτά μέρες τη βδομάδα και ερχόταν την ογδόη.

Την ημέρα αυτή που τον περίμενε, σταματούσε τις επισκέψεις της.

Κλεινόταν στο δωμάτιό της, το συγύριζε, το έκανε ωραίο και από νωρίς έβγαινε στο παράθυρο και κάρφωνε τα μάτια της στο πέλαγο, πέρα απ’ το λιμάνι.

Ξάνοιγε τους καπνούς του βαποριού από τα βάθη ακόμα του ορίζοντος και διέκρινε πέρα μακριά το πλοίο, μόλις φαινόταν. — Ο Αντωνάκης, έλεγε, ο Αντωνάκης! Νάτος, έρχεται!… Τότε, χοροπηδώντας, με μικρά γρήγορα βηματάκια πήγαινε στον καθρέφτη κι έκανε μια χτενισιά ιδιότροπη κι ύστερα φορούσε ένα χρωματιστό μισοφόρι και ένα φόρεμα με φραμπαλάδες.

Βγαίνοντας έπειτα στο κατώφλι, του έκανε υποδοχή, σαν να τον είχε πάρει την ίδια εκείνη μέρα.

Τον ερωτούσε για το ταξίδι, πώς πέρασε, τι έκανε, πού πήγε.

Έπειτα του έβαζε φαΐ, πάντα διαλεχτό, κρασί, και του ‘δινε να φάει.

Αυτή δεν έτρωγε ποτέ. — Ξέρεις, αγάπη μου, του έλεγε, όλη την εβδομάδα μία δραχμή μόνο χάλασα, μια δραχμή… Εσύ πώς πήγες; — Εγώ, απαντούσε εκείνος, τα ξέρεις.

Έπεσα πάλι έξω.

Δεν μου φτάνουν τα χρήματά μου ούτε για το συσσίτιο.

Έχω αψιλίες, Χρυσούλα!… Έπειτα του διηγείτο όλα τα συμβάντα, τα οποία επροκάλεσε και των οποίων υπήρξε μάρτυς καθ’ όλη την εβδομάδα.

Στο τέλος επανελάμβανε το ερωτικό της άσμα ασμάτων: — Μ’ αγαπάς; — Άφησέ με, της απαντούσε εκείνος ντροπαλός.

Έσπρωχνε τότε την καρέκλα της πλησιέστερα, γλύκαινε τα μάτια της και του ξανάλεγε: — Μ’ αγαπάς; — Σε παρακαλώ, Χρυσούλα, άφησέ με ήσυχο σου είπα. — Μ’ αποφεύγεις; — Ω! μα δεν αντέχω πια… — Σε λύπησα; — Ω, ω!…. — Σου έδωσα καμιά αφορμή, αγόρι μου; Μίλησέ μου… * * * Μια μέρα, ο Αντωνάκης της απάντησε με γεμάτο στόμα: — Θα μ’ αφήσεις επί τέλους να φάω μια μπουκιά ψωμί; — Καλά δα, φάε.

Για σένα τα φύλαξα, αγάπη μου, όλα.

Λοιπόν πες μου, είσαι καλά; Με συλλογιζόσουνα λιγάκι; Εγώ σ’ επεθύμησα.

Φάε όμως, πιες και το κρασάκι σου και μου τα λες με την ησυχία σου, αγόρι μου… — Πάντα σε συλλογιζόμουνα, είπε εκείνος, αδειάζοντας ένα ποτήρι ρετσινάτο. — Εγώ με τ’ όνομά σου έπεφτα να κοιμηθώ, με τ’ όνομά σου την αυγή σηκωνόμουνα, πουλάκι μου.

Και το όνειρό μου ήσουνα εσύ, και το κάθε βαπόρι του λιμανιού εσένα μου θύμιζε, φως μου.

Μ’ αγαπάς λοιπόν και μένα λιγάκι; Εκείνος την κοίταξε καλά-καλά και είπε με αδιάφορη φωνή, δίνοντας τέλος σ’ αυτό το ατελείωτο ερωτικό βάσανο: — Σ’ αγαπώ, ναι! — Πάμε περίπατο λοιπόν; — Α! — Γιατί, φως μου; — Πὠς θέλεις να πάμε περίπατο, αφού δεν έχουμε ούτε για έναν καφέ; — Τι, γι’ αυτό κλαίγεσαι, αγάπη μου; Να μην καθίσουμε πουθενά! Είναι ανάγκη να καθίσουμε στα καφενεία; Πάμε στα μουράγια, έχω ένα πεπονάκι και το τρώμε.

Μου το χάρισε η Φλώρα, που της το στείλανε από την πατρίδα της.

Με το φεγγάρι θα είναι ωραία.

Πάμε, φως μου, να σε χαρώ… — Είμαι κουρασμένος… — Όπως θέλεις τότε… Εκείνος ακούμπησε σκυθρωπός το κεφάλι του επάνω στο μαυρισμένο χέρι του, την κοίταξε με μάτια βλοσυρά κάτω από τα πυκνά του φρύδια και είπε: — Άκουσε δω, Χρυσούλα.

Τι γίνονται επί τέλους αυτά τα χτήματα; — Α, για τα χτήματα λες, Αντωνάκη μου; Θα πουληθούν ως τον Οχτώβρη.

Η υπόθεση είναι τελειωμένη… — Εγώ ρώτησα και μου είπανε πως δεν υπάρχουν… — Αντωνάκη, σου είπα εγώ ποτέ ψέματα; Α, όλα κι όλα, σου είπα ποτέ ψέματα; Τα χτήματά μου, το ξέρεις, είναι του μακαρίτη του πατριού μου… — Αυτού του αγίου ανθρώπου!…. — Αντωνάκη, όλα κι όλα, αλλά, σε παρακαλώ, να μιλάς με σέβας.

Δεν τον ήξερες όμως κι έχεις δίκιο.

Ήταν ο μεγαλύτερος έμπορος κι ο αλησμόνητος ευεργέτης μου.

Μ’ ανάθρεψε σαν δικό του παιδί.

Όσο για τα χτήματα, υπάρχουν Αντωνάκη.

Μου το είπε και προφορικώς και μου το ‘γραψε… — Ναι, αλλά εδώ χρειάζονται χαρτιά… — Αντωνάκη, τα χαρτιά είναι στο δικηγόρο, αγόρι μου, στον πληρεξούσιο.

Αλλά, βλέπεις, ως τώρα δεν ήταν εποχή να πουληθούν.

Όταν μου ‘γραψε τις προάλλες…. — Πού είναι το γράμμα; — Έλειπες τότε, Αντωνάκη μου, στο ταξίδι.

Το γράμμα το πήρε ο αέρας από το παράθυρο, την ώρα που το διάβαζα και το ξαναδιάβαζα χαρούμενα, την ώρα που κοίταζα στο λιμάνι τα βαπόρια κι έλεγα πως ερχόσουν εσύ, ψυχή μου.

Δεν με πιστεύεις την καημένη; Άκουσε.

Θέλεις να σου κόψω το πεπόνι μια και δεν θα βγούμε περίπατο; Και σου ‘χω και κάτι άλλο που πάει με το πεπόνι.

Κρασάκι παλιό.

Μου το χάρισε η Σμυρνιά. — Το πεπόνι κόφ’ το, δεν θέλω να σου χαλάσω το χατίρι, μα το νοίκι πως θα πληρωθεί; — Το νοίκι; Δεν φτάνουν ως εκεί οι δυνάμεις μου, Αντωνάκη…. — Κι εγώ βαρέθηκα να ‘ρχουμαι μέσα σ’ αυτό το μπουντρούμι… — Εγώ δεν βαριέμαι που μένω και σε καρτερώ όλη τη βδομάδα πότε να φανείς, άγγελέ μου; Μα, για να σε δω καλά στα μάτια.

Κοίταξέ με, κανάρι μου.

Κάτι έχεις… — Δεν έχω τίποτε.

Θα βγω έξω να πάρω αέρα.

Του αντιστάθηκε: — Και πού θα πας; Ακόμα δεν σε είδα, ακόμα δεν σε χάρηκα, Αντωνάκη μου… Πήρε το καπέλο του και έφυγε βιαστικός.

Εκείνη που μάντευε και ήξερε όλα τα ξένα πράγματα, δεν μπόρεσε να καταλάβει τα δικά της. Ο Αντωνάκης είχε πιάσει μια νέα γνωριμία σ’ ένα από τα μέρη που προσήγγιζε το βαπόρι του και λογάριαζε από καιρό ν’ αποκατασταθεί στην πόλη αυτή.

Εκεί μια μέρα παντρεύτηκε και πήρε αρκετή προίκα.

Οι συγγενείς της νύφης τον υποστήριξαν κι έγινε πρώτος μηχανικός στο βαπόρι. Η Χρυσούλα τον περίμενε, καθισμένη, όπως πάντα, στο παράθυρό της, αλλά δεν τον είδε να γυρίζει απ’ το τελευταίο του ταξίδι.

Έτρεξε παντού και ρώτησε κι έμαθε τέλος την αλήθεια.

Η μέρα της συμφοράς ήταν συγκινητική γι’ αυτήν κι απαρηγόρητη. Η Χρυσούλα κλείστηκε στο δωμάτιό της, στη ζεστή φωλιά των μόνων της ερώτων, και κοίταζε με θρήνους τα πράγματα που της θύμιζαν την περασμένη ευτυχία: δυο φωτογραφίες του Αντωνάκη κι εκείνα τα στέφανα του γάμου, τα φανταστικά, τα ψεύτικα, που η συνήθεια του ψεύδους τα είχε παρουσιάσει στην ψυχή της σαν αληθινά σύμβολα.

Έπειτα πήρε τους δρόμους, μήπως τον απαντήσει κάπου.

Έπειτα ρωτούσε γνωστούς και αγνώστους.

Ακόμα γύριζε έξω από τα σπίτια που είχε ζήσει μαζί του.

Κοντά στο λιμάνι, όταν έβλεπε ένα παραθυράκι, μισογκρεμισμένου σπιτιού, έκλαιγε.

Εκεί είχε γίνει η πρώτη τρυφερή εξομολόγηση… Σε μια συναναστροφή, η Χρυσούλα που βρισκόταν ανάμεσα σε τόσες όμορφες κοπέλες, είχε γνωρίσει τον Αντωνάκη και τον είχε μαγέψει με την καλοσύνη, την αφοσίωση, την αυταπάρνησή της.

Τον είχε καταφέρει να σκύψει μόνος του στ’ αυτί της και να της πει σιγά: — Σ’ αγαπώ!… Κι έκλαιγε τώρα με την ενθύμηση αυτή. Πώς άλλαξε ο κόσμος! Η σφαίρα λοιπόν είχε γυριστεί άνω-κάτω; Φτωχή Χρυσούλα! Η ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΒΩΚΟΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences