(Ακολουθεί σεντόνι) Βγαίνοντας από τον κινηματογράφο το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να μιλήσω αμέσως για την ταινία. Είχα ανάγκη να της δώσω λίγο χρόνο να καταλαγιάσει μέσα μου, να αφήσω τις...
(Ακολουθεί σεντόνι) Βγαίνοντας από τον κινηματογράφο το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να μιλήσω αμέσως για την ταινία.
Είχα ανάγκη να της δώσω λίγο χρόνο να καταλαγιάσει μέσα μου, να αφήσω τις εικόνες να βρουν τη θέση τους και τις σκέψεις να ξεκαθαρίσουν.
Γιατί όταν αποφασίζεις να μεταφέρεις στη μεγάλη οθόνη την Οδύσσεια, δεν καταπιάνεσαι απλώς με ένα ακόμη λογοτεχνικό έργο.
Αγγίζεις ένα από τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το ίδιο το ταξίδι του ανθρώπου.
Ίσως γι' αυτό, όσο κι αν προσπαθούσα να παραδοθώ σε αυτό που έβλεπα, δεν μπορούσα να σταματήσω να συγκρίνω διαρκώς την κινηματογραφική εικόνα με το ομηρικό έπος.
Και τελικά εκεί βρίσκεται, για μένα η μεγαλύτερη αδυναμία της «Οδύσσειας» του Christopher Nolan.
Φυσικά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως πρόκειται για ένα κινηματογραφικό επίτευγμα, με πολλές σκηνές να κόβουν την ανάσα και να σε αφήνουν με ανοιχτό το στόμα και με μία απίστευτη ανατριχίλα.
Παρ' όλα αυτά, όσο περνούσε η ώρα, τόσο περισσότερο ένιωθα ότι παρακολουθούσα δύο διαφορετικά έργα να συγκρούονται μεταξύ τους.
Από τη μία πλευρά υπήρχε η Οδύσσεια του Ομήρου.
Από την άλλη, η ανάγκη του Nolan να μετατρέψει το έπος σε μια ακόμη προσωπική του δημιουργία.
Και κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο προσεγγίσεις, η ισορροπία άρχισε να χάνεται.
Έτσι, η μη γραμμική αφήγηση, οι συνεχείς χρονικές μεταβάσεις και ένας Οδυσσέας που παρουσιάζεται περισσότερο ως ένας άνθρωπος στοιχειωμένος από τις μνήμες του πολέμου, τις ενοχές και το τραύμα, παρά ως ο πολυμήχανος βασιλιάς που γνωρίσαμε στον Όμηρο, δεν με ξένισαν και τόσο πολύ.
Το πρόβλημα, όμως, δεν βρίσκεται στις δημιουργικές ελευθερίες.
Καμία μεγάλη διασκευή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτές.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι ελευθερίες μετατρέπονται σε αυθαιρεσίες που αλλοιώνουν τη δομή, τον συμβολισμό και, τελικά, την ίδια την ταυτότητα του έργου.
Και δυστυχώς, σε αρκετές στιγμές ένιωσα πως η ταινία δεν επιχειρεί να συνομιλήσει με την Οδύσσεια, αλλά να την αντικαταστήσει με μια διαφορετική ιστορία που απλώς δανείζεται τα ονόματα και ορισμένους βασικούς σταθμούς του ομηρικού έπους.
Εκεί που άρχισα πραγματικά να χάνω την αίσθηση ότι βρίσκομαι μέσα στον κόσμο του Ομήρου ήταν στην πλήρη απουσία της Ναυσικάς και των Φαιάκων.
Είναι η αφαίρεση ενός από τους πιο καθοριστικούς σταθμούς ολόκληρου του ομηρικού έπους. Ο Nolan, αντίθετα, επιλέγει έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Η Καλυψώ, την οποία υποδύεται η Charlize Theron, αποκτά έναν πολύ πιο εκτεταμένο ρόλο, χρησιμοποιώντας ακόμη και τους λωτούς ως αφηγηματικό μηχανισμό για να εξηγήσει την απώλεια της μνήμης του Οδυσσέα.
Δεν θα σταθώ ιδιαίτερα στα κοστούμια και στις πανοπλίες που σε αρκετές σκηνές έμοιαζαν περισσότερο με στολές βγαλμένες από έναν κόσμο σκοτεινών υπερηρώων παρά με κάτι που θα μπορούσε να παραπέμπει στην Ελλάδα.
Στα αρνητικά της ταινίας, επίσης, δεν μπορώ να μην προσθέσω και την προσέγγιση στον Δούρειο Ίππο, τον οποίο βλέπουμε τελείως διαφορετικό μέσα στη θάλασσα, μια επιλογή που ξενίζει και αλλοιώνει το παραδοσιακό σύμβολο.
Από την άλλη πλευρά, θα ήταν άδικο να μην αναγνωρίσω όσα πραγματικά πέτυχε η ταινία.
Τα εφέ είναι πραγματικά εντυπωσιακά. Ο Κύκλωπας είναι εφιαλτικός, ενώ η σκηνή με την Κίρκη αγγίζει ξεκάθαρα τα όρια του τρόμου.
Εξίσου επιβλητική είναι και η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη, μια σκηνή που οπτικά καθηλώνει, αν και ομολογώ πως, ύστερα από όσα είχα ακούσει, την περίμενα ακόμη πιο συγκλονιστική.
Παρ' όλα αυτά, και εδώ δεν μπορώ να μην εκφράσω μία ακόμη ένστασή μου, καθώς τα πρόσωπα που συναντά ο Οδυσσέας στον Κάτω Κόσμο απέχουν αρκετά από εκείνα που περιγράφει ο Όμηρος, αλλοιώνοντας μία από τις πιο σημαντικές και συμβολικές ενότητες του έπους.
Μία ακόμη επιλογή που με απογοήτευσε βαθιά και, ομολογώ, δεν μπορώ να την προσπεράσω είναι η σκηνή με τον σκύλο. Στην Οδύσσεια η αναγνώριση του Οδυσσέα από τον σκύλο του δεν είναι απλώς ένα συγκινητικό επεισόδιο.
Είναι μία από τις πιο ανθρώπινες, πιο σπαρακτικές και πιο διαχρονικές στιγμές ολόκληρου του έπους.
Είναι η στιγμή που ένας σκύλος, ύστερα από είκοσι χρόνια αναμονής, αναγνωρίζει τον άνθρωπό του και αφήνει την τελευταία του πνοή, έχοντας εκπληρώσει τον μοναδικό σκοπό που του είχε απομείνει: να τον δει να επιστρέφει.
Κι όμως, μια σκηνή με τόσο τεράστιο συναισθηματικό βάρος περνά σχεδόν βιαστικά. Ο Nolan της αφιερώνει μόλις ένα λεπτό, χωρίς να της επιτρέψει να αναπνεύσει, χωρίς να αφήσει τον θεατή να βιώσει πραγματικά τη δύναμη αυτής της συνάντησης.
Για μένα, αυτή ήταν μία από τις μεγαλύτερες χαμένες ευκαιρίες ολόκληρης της ταινίας.
Φυσικά, η στιγμή που με ξένισε περισσότερο ήταν η εμφάνιση της μαύρης Ωραίας Ελένης.
Ήταν μια επιλογή που γνωρίζαμε ήδη εδώ και μήνες, όμως, βλέποντάς την τελικά στην οθόνη θύμωσα και μου ενίσχυσε την αίσθηση πως πρόκειται για μια αχρείαστη δημιουργική παρέμβαση, η οποία δεν προσθέτει τίποτα ουσιαστικό στην ιστορία.
Το γεγονός, μάλιστα, ότι η ίδια ηθοποιός υποδύεται ταυτόχρονα και την Κλυταιμνήστρα έκανε αυτή την επιλογή να μου φανεί ακόμη πιο αμφιλεγόμενη.
Εκεί όμως που η ταινία πραγματικά κερδίζει τον θεατή είναι στις ερμηνείες. Η Anne Hathaway, στον ρόλο της Πηνελόπης, είναι απλώς εξαιρετική.
Με ελάχιστες κινήσεις και βλέμματα καταφέρνει να αποδώσει τη δύναμη, την αξιοπρέπεια και την ατελείωτη αναμονή μιας γυναίκας που αρνείται να πάψει να ελπίζει. Ο Matt Damon ως Οδυσσέας είναι φοβερός, καθηλωτικός, αν και θεωρώ πως ο ίδιος ο χαρακτήρας γράφτηκε αρκετά πιο άτονος και εσωστρεφής από όσο θα του άξιζε.
Την παράσταση, όμως, έκλεψε ο Robert Pattinson ως Αντίνοος.
Η ερμηνεία του είναι καθηλωτική, γεμάτη ένταση και αλαζονεία , μετατρέποντας τον Αντίνοο σε έναν από τους πιο δυνατούς και αξέχαστους χαρακτήρες ολόκληρης της ταινίας.
Κλείνοντας, η «Οδύσσεια» του Christopher Nolan παραμένει μια ταινία που αξίζει να τη δει κανείς στη μεγάλη οθόνη.
Ως κινηματογραφικό θέαμα είναι επιβλητική, τεχνικά άρτια και οπτικά συναρπαστική.
Η τελική μου βαθμολογία είναι 7/10, και ομολογώ πως θα ήταν ακόμη χαμηλότερη, 6/10, αν η ταινία δεν είχε τουλάχιστον την ευαισθησία να διατηρήσει έστω ένα μικρό κομμάτι της γλώσσας που γέννησε αυτό το έργο, από τη στιγμή που δεν είδαμε έστω και έναν Έλληνα ηθοποιό.
Ευτυχώς, ακούγονται δύο σύντομες ελληνικές φράσεις, μια μικρή αλλά ουσιαστική υπενθύμιση ότι η Οδύσσεια δεν είναι απλώς ένας παγκόσμιος μύθος.
Είναι ένα έργο που γεννήθηκε στα ελληνικά και κουβαλά μέσα στη γλώσσα του ένα κομμάτι της ψυχής του.
Είναι η ταινία αριστούργημα όπως την περιγράφουν κάποιοι; ΟΧΙ.
Υπήρχαν στιγμές που θύμωσα και έβριζα.
Αν είχε αποφύγει κάποιες τραγικές επιλογές, εάν είχε ακολουθήσει πιο πιστά τη βασική ιστορία, εάν πολλές σκηνές είχαν γυριστεί σε ελληνικές παραλίες, εάν τα χρώματα σε κάποιες σκηνές ήταν πιο ζωντανά και αν η μουσική ήταν πιο καθηλωτική, τότε ίσως θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα πραγματικό αριστούργημα.
Θα μπορούσα να πω άλλα τόσα για να καλύψω σχεδόν τα πάντα, αλλά θα έγραφα και εγώ βιβλίο, επομένως σταματάω εδώ και είμαι σίγουρη ότι θα τη δείτε για να έχετε προσωπική άποψη. Την καλημέρα μου σε όλους. 💞
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους