«Τεμπέλα είσαι, Ιρήνη, από τη φύση σου» «Τεμπέλα είσαι, Ιρήνη, από τη φύση σου». Ένας 54χρονος άντρας κάθεται σπίτι στη σύνταξη, κι εγώ γύρναγα από τη δουλειά και με περίμεναν οι κατηγόριες κι ένα...
«Τεμπέλα είσαι, Ιρήνη, από τη φύση σου» «Τεμπέλα είσαι, Ιρήνη, από τη φύση σου». Ένας 54χρονος άντρας κάθεται σπίτι στη σύνταξη, κι εγώ γύρναγα από τη δουλειά και με περίμεναν οι κατηγόριες κι ένα βουνό από πιάτα.
Ξέρεις, πολύ καιρό δεν μπορούσα να το πω σε κανέναν.
Όλοι ρωτούσαν: «Ιρήνη, πώς τα πας με τον Θανάση;» – κι εγώ χαμογελούσα κι έλεγα «τέλεια, όλα υπέροχα». Ψέματα, φυσικά.
Τώρα θα σου πω πώς ήταν, χωρίς ωραιοποιήσεις, γιατί νιώθω πως αν δεν το βγάλω από μέσα μου, θα μείνει εκεί σαν πέτρα.
Γνωριστήκαμε στα γενέθλια της αδερφής μου της Τάνιας, που έκλεινε τα πενήντα. Ο Θανάσης ήταν καλεσμένος από τη μεριά του άντρα της – κάποιος φίλος από τη δουλειά, ούτε κατάλαβα στην αρχή ποιος ήταν και γιατί είχε έρθει.
Καθόταν εκεί με ένα ωραίο πουκάμισο, γκρίζα μαλλιά, μιλούσε με σιγουριά.
Στην ηλικία μου, καταλαβαίνεις, δεν παίρνεις είκοσι κομπλιμέντα τη μέρα, κι έρχεται ένας άντρας, μου βάζει κρασί, με ρωτάει για τη δουλειά, γελάει με τα αστεία μου.
Μου 'ρθε ζαλάδα, για να λέμε την αλήθεια.
Αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε μηνύματα, μετά βγαίναμε.
Με φλέρταρε ωραία – εστιατόρια, λουλούδια, τηλεφωνούσε κάθε βράδυ «πώς ήταν η μέρα σου, χρυσή μου;». Εγώ η χαζή ερωτευμένη, λιώμα τελείως.
Σε ένα μήνα – κυριολεκτικά ένα μήνα! – μου είπε «έλα να μείνουμε μαζί, γιατί να βασανίζεσαι;». Εκείνη την περίοδο στο δυάρι μου έμενε η κόρη μου η Αλίκη με τον άντρα της και τον γιο τους τον Βασιλάκη, που ήταν τεσσάρων χρονών.
Σκέφτηκα – ε, και τι; Το σπίτι δικό μου, πουθενά δεν πάει, ας ησυχάσουν τα παιδιά, τώρα να αγοράσουν σπίτι είναι όνειρο απλησίαστο.
Νόμιζα πως έκανα καλό και για μένα και γι' αυτούς. Μετακόμισα.
Οι πρώτοι τρεις μήνες ήταν παραμύθι. Ειλικρινά.
Με πήγαινε σινεμά, μαγείρευε καμιά φορά μόνος του, έλεγε «Ιρήνη μου, αξίζεις τα καλύτερα». Σε όλες τις φίλες μου καυχιόμουν – λέω, επιτέλους στα γεράματα βρήκα τον άνθρωπό μου.
Τώρα το θυμάμαι και σκέφτομαι τι αφέλεια.
Αν και, ίσως όχι αφέλεια, απλά όταν είσαι γύρω στα πενήντα πέντε, θες να πιστέψεις πως ακόμα μπορεί να 'ρθει η ευτυχία, καταλαβαίνεις; Και μετά κάτι άλλαξε.
Όχι από τη μία μέρα στην άλλη – ήρθε σιγά σιγά, σαν το νερό που μπαίνει στο υπόγειο.
Πρώτα τα ψιλά.
Δουλεύω πωλήτρια σε μαγαζί με οικιακά είδη – όρθια όλη μέρα, το βράδυ η πλάτη μου βουίζει, τα πόδια μου πρήζονται.
Γυρνάω σπίτι και με περιμένει ένα βουνό πιάτα από χθες και σήμερα, λερωμένη κουζίνα, άπλυτα ρούχα.
Του λέω – Θανάση, μήπως θα μπορούσες να πλύνεις κανένα πιάτο; Κι εκείνος με ύφος λες και του ζήτησα να μου δώσει το νεφρό του: «Ιρήνη, εγώ είμαι άντρας, δούλεψα όλη μέρα, είχα συναντήσεις, συζητήσεις.
Εσύ είσαι γυναίκα, δουλειά σου είναι το σπίτι.
Έτσι με μεγάλωσε η μάνα μου κι έτσι συνήθισα». Στην αρχή είπα – εντάξει, άντρας σε ηλικία, συνήθειες βαθιές, θα το ξεπεράσουμε.
Μετά όμως πήρε φόρα.
Άρχισε να κάνει παρατηρήσεις για το παραμικρό.
Η σούπα δεν είχε αλάτι – «μα δεν ξέρεις να μαγειρεύεις καθόλου, η μάνα σου δεν σ' έμαθε;». Το πουκάμισο δεν το σιδέρωσα καλά – «η πρώην γυναίκα μου το σιδέρωνε τέλεια, εσύ δεν μπορείς τίποτα». Με σύγκρινε συνέχεια με την πρώην, πάντα προς όφελός της: εκείνη καθάριζε καλύτερα, μαγείρευε πιο νόστιμα, είχε καλύτερη σιλουέτα στην ηλικία μου.
Φαντάζεσαι πώς είναι να το ακούς αυτό κάθε μέρα; Διάβασε την υπόλοιπη ιστορία Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους