Σύντροφοι… Αν και δεν χαρακτηρίζω τον εαυτό μου αριστερό, επιτρέψτε μου, έστω και για τους σκοπούς αυτού του άρθρου, να σας αποκαλώ «συντρόφους». Αν κι εσείς, όπως κι εγώ, αγωνίζεστε για ένα καλύτερο...
Σύντροφοι… Αν και δεν χαρακτηρίζω τον εαυτό μου αριστερό, επιτρέψτε μου, έστω και για τους σκοπούς αυτού του άρθρου, να σας αποκαλώ «συντρόφους». Αν κι εσείς, όπως κι εγώ, αγωνίζεστε για ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά και τα εγγόνια σας· αν επιθυμείτε μια πραγματικά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη· αν πιστεύετε ότι οι φόροι πρέπει να είναι ανταποδοτικοί· αν θεωρείτε πως όσοι καταχρώνται δημόσιο χρήμα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά· αν θέλετε να έχετε τη δυνατότητα να εργαστείτε σκληρά και να αμείβεστε ανάλογα με την προσπάθειά σας· αν δεν αποδέχεστε την ύπαρξη καρτέλ που κερδοσκοπούν εις βάρος των πολιτών, αυξάνοντας τις τιμές και συμπιέζοντας τους μισθούς και τα εργασιακά δικαιώματα, τότε, σε αυτά τουλάχιστον τα ζητήματα, είμαστε σύντροφοι, καθώς μοιραζόμαστε τις ίδιες απόψεις.
Δεν χρειάζεται καν να αναφερθούμε στις αποτυχίες της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.
Αυτές, λίγο-πολύ, θεωρούνται δεδομένες.
Η πικρή αλήθεια, όμως, είναι ότι και η ελληνική Αριστερά, όταν είχε την ευκαιρία να κυβερνήσει, δεν αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική.
Και δεν αναφέρομαι σε πολιτικές που απαιτούσαν σημαντικούς οικονομικούς πόρους.
Αναγνωρίζω ότι η περίοδος κατά την οποία η Αριστερά ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας συνέπεσε με μία από τις δυσκολότερες οικονομικές συγκυρίες της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας.
Θα τολμήσω μάλιστα να προχωρήσω ένα βήμα παραπέρα.
Η αριστερά παγιδεύτηκε από την νέα Δημοκρατία: Κρίνω πως το 2015 η Αριστερά έπεσε σε μια πολιτική παγίδα που είχε στηθεί από τη Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά.
Η προεκλογική εκστρατεία του Σαμαρά επίτηδες ήταν ασυνήθιστα υποτονική, και είχε ως αυτοσκοπό την ήττα.
Το αποτέλεσμα ήταν η νέα κυβέρνηση να βρεθεί αντιμέτωπη με την κοινωνία, τους κοινωνικούς εταίρους και την τρόικα, αναλαμβάνοντας τελικά η ίδια την εφαρμογή των μνημονίων και το αντίστοιχο πολιτικό κόστος, από το οποίο μερικώς απαλλάχθηκε η Νέα Δημοκρατία.
Αυτό το αναφέρω ώστε να καταγραφεί στην ιστορία, όμως σήμερα όμως δεν είναι αυτό το βασικό πρόβλημα της χώρας.
Η ατυχής αποτυχία της κυβερνητικής αριστεράς: Υπάρχουν μεταρρυθμίσεις που δεν απαιτούν χρήματα, αλλά πολιτική βούληση.
Ας αναρωτηθούμε λοιπόν, πού ήταν η Αριστερά όταν είχε την ευκαιρία να θωρακίσει ουσιαστικά την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, ώστε να μην βιώνουμε σήμερα τα φαινόμενα θεσμικής και αντισυνταγματικής εκτροπής της κυβέρνησης Μητσοτάκη; Πού ήταν όταν μπορούσε να απλοποιήσει τη νομοθεσία και τις δικαστικές διαδικασίες, ώστε να επιταχυνθεί η απονομή της Δικαιοσύνης και να απελευθερωθούν σημαντικοί οικονομικοί πόροι που σήμερα παραμένουν εγκλωβισμένοι σε πολυετείς δικαστικές εκκρεμότητες; Πού ήταν όταν μπορούσε να ενισχύσει πραγματικά την ανεξαρτησία των ελεγκτικών αρχών και του Υπουργείου Οικονομικών; Πού ήταν όταν είχε τη δυνατότητα να μεταρρυθμίσει ουσιαστικά το εκπαιδευτικό σύστημα; Πού ήταν όταν μπορούσε να αυστηροποιήσει το θεσμικό πλαίσιο για τις απευθείας αναθέσεις και τους δημόσιους διαγωνισμούς; Καμία από αυτές τις παρεμβάσεις δεν απαιτούσε σημαντικά κονδύλια.
Απαιτούσαν κυρίως πολιτική βούληση.
Κι όμως, είτε δεν υλοποιήθηκαν είτε εφαρμόστηκαν αποσπασματικά και χωρίς το απαιτούμενο βάθος.
Δυστυχώς, η αριστερά απομακρύνθηκε από την πραγματική οικονομία και κοινωνία Ας το παραδεχτούμε, σύντροφοι.
Η ελληνική Αριστερά των τελευταίων τριών δεκαετιών έχει απομακρυνθεί σε μεγάλο βαθμό από την πραγματική οικονομία και τις καθημερινές ανάγκες της κοινωνίας.
Πολλά από τα στελέχη της, όπως και στους περισσότερους παραδοσιακούς πολιτικούς χώρους, είναι προϊόντα του κομματικού μηχανισμού, του λεγόμενου “κομματικού σωλήνα”, με περιορισμένη εμπειρία στην αγορά εργασίας, στην επιχειρηματικότητα, στη διοίκηση οργανισμών και, κυρίως, λόγω των προηγούμενων, στην πρακτική επίλυση σύνθετων προβλημάτων.
Για δεκαετίες αναλώθηκαν κυρίως σε θεωρητικές αναλύσεις και συνθήματα, κυρίως ως φορείς διαμαρτυρίας, χωρίς επαρκές σχέδιο εφαρμογής και χωρίς βαθιά γνώση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί στην πράξη η οικονομία και η δημόσια διοίκηση.
Δυστυχώς, η λεγόμενη «κυβερνώσα Αριστερά» αποδείχθηκε πολύ λιγότερο κυβερνώσα απ’ όσο η ίδια και οι πολίτες πίστευαν και ευχόταν.
Ακόμη και σήμερα, το νέο πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα χρησιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό την ίδια πολιτική ρητορική και την ίδια αντιπολιτευτική στρατηγική που ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ επί δεκαετίες — ο ίδιος ΣΥΡΙΖΑ που ηττήθηκε πέντε φορές από τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε εθνικές και ευρωπαϊκές εκλογές.
Από την θεωρία στην … απραξία: Η αυτοαποκαλούμενη κυβερνώσα Αριστερά του Αλέξη Τσίπρα εξακολουθεί να μιλά περισσότερο για επιθυμίες παρά για συγκεκριμένα σχέδια υλοποίησης.
Και πάλι λείπει το εφαρμόσιμο σχέδιο.
Η στρατηγική της φαίνεται να στηρίζεται περισσότερο στην αναμενόμενη φυσική φθορά της κυβέρνησης παρά στη δύναμη ενός καινοτόμου, κοστολογημένου και ρεαλιστικού προγράμματος.
Πρόκειται ουσιαστικά για την ίδια συνταγή που ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια και η οποία απέτυχε να τον επαναφέρει στην πρώτη θέση.
Όσοι αρνούνται να το διαπιστώσουν, απλώς επιλέγουν να εθελοτυφλούν.
Η επόμενη μάχη: Δίκαιο και αποτελεσματικό οικονομικό και κοινωνικό σύστημα Και αφού το συνειδητοποιήσουμε αυτό, τι μας μένει; Άραγε, ποια οικονομική και διοικητική φιλοσοφία είναι σε θέση, αν εφαρμοστεί, να βελτιώσει τις ζωές των πολιτών, να αυξήσει τους μισθούς, να αναβαθμίσει τις εργασιακές συνθήκες, να μειώσει την ανεργία και την ακρίβεια και να ενισχύσει την ανεξάρτητη δικαιοσύνη; Πρέπει άραγε να ανακαλύψουμε ξανά τον τροχό; Όχι, φυσικά.
Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι οι περισσότερες χώρες της Βόρειας Ευρώπης έχουν καταφέρει, τις τελευταίες δεκαετίες, να οικοδομήσουν ένα συγκριτικά σταθερό, αποτελεσματικό και δίκαιο σύστημα, στο οποίο η πλειονότητα των πολιτών διαθέτει επαγγελματικές ευκαιρίες, υψηλού επιπέδου κρατική μέριμνα, αποτελεσματική δικαιοσύνη, ποιοτική δημόσια παιδεία και ένα αξιόπιστο δημόσιο σύστημα υγείας.
Σε αυτό το μοντέλο θα πρέπει να στραφούμε και εμείς.
Γιατί δεν γίνονται φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις: Στην Ελλάδα, οι κυρίαρχοι πολιτικοί πόλοι είτε δεν επιθυμούν είτε δεν είναι ικανοί να εφαρμόσουν ένα αντίστοιχο σύστημα. Η Νέα Δημοκρατία ενδιαφέρεται πρωτίστως να προστατεύσει τα καρτέλ – ολιγοπώλια, τα οποία αυξάνουν τις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, ενώ ταυτόχρονα συμπιέζουν τους μισθούς. Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη, παραμένει εγκλωβισμένο και εξαρτημένο από το συνδικαλιστικό κίνημα, το οποίο επίσης αντιστέκεται σθεναρά σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.
Παράλληλα, και τα δύο αυτά κόμματα έχουν αποδείξει διαχρονικά ότι κατά κανόνα ενδιαφέρονται για τον προσωπικό πλουτισμό των στελεχών τους.
Επιπλέον, και το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία είναι υπερχρεωμένα προς τις τράπεζες, οι οποίες ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα πολύ περισσότερες επιχειρήσεις πέραν του τραπεζικού και ασφαλιστικού κλάδου, ενώ τα δύο αυτά κόμματα οφείλουν στις τράπεζες σχεδόν μισό δισεκατομμύριο ευρώ το καθένα.
Αυτή η εξάρτηση τους από τις τράπεζες είναι ένα ακόμα εμπόδιο στην εφαρμογή δίκαιων πολιτικών.
Αριστερά και οικονομικά: Η Αριστερά, από την άλλη, όπως ήδη αναφέρθηκε, αφενός δεν διαθέτει επαρκή στελέχη που θα μπορούσαν να πλοηγήσουν αποτελεσματικά τη χώρα μέσα στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα και, αφετέρου, η κυρίαρχη αριστερή φιλοσοφία σήμερα επικεντρώνεται κυρίως στη διανομή του πλούτου και πολύ λιγότερο στη δημιουργία του, με τρόπο που να ωφελεί το σύνολο της κοινωνίας.
Δυστυχώς, το μέσο στέλεχος της σημερινής Αριστεράς δεν αντιλαμβάνεται βασικές οικονομικές έννοιες και θεωρίες.
Δεν αντιλαμβάνεται, για παράδειγμα, πώς η ευκολία με την οποία μια μικρή επιχείρηση μπορεί να εισέλθει σε έναν κλάδο της αγοράς από διευκολύνσεις που μπορεί να της παρέχει ένα ευνοϊκό οικονομικό και νομικό περιβάλλον το οποίο δημιουργεί το κράτος, μπορεί να ασκήσει πίεση στα καρτέλ ώστε να μειώσουν τις τιμές τους και να βελτιώσουν την ποιότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών τους, προκειμένου να μη χάσουν πελάτες από τους μικρότερους ανταγωνιστές τους.
Δεν αντιλαμβάνεται επίσης ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, τα καρτέλ θα αναγκάζονταν να αυξήσουν τους μισθούς των εργαζομένων τους και να βελτιώσουν το εργασιακό περιβάλλον και τις συνθήκες εργασίας, ώστε να προσελκύσουν ικανότερο προσωπικό και να μπορέσουν να ανταγωνιστούν μια δυναμική μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.
Υποχρεώνοντάς λοιπόν τα καρτέλ να προχωρήσουν σε αυτές τις αλλαγές, δεν μεταβάλλονται μόνο οι ίδιες οι επιχειρήσεις σε ένα πιο κοινωνικά υγιές μοντέλο λειτουργίας, αλλά αναβαθμίζεται συνολικά το εργασιακό και το καταναλωτικό περιβάλλον της χώρας.
Το επιτυχημένο οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο της Βόρειας Ευρώπης Οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης εφαρμόζουν, λοιπόν, ένα μικτό σύστημα, το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «προοδευτικός φιλελευθερισμός», όπου η ιδιωτική αγορά λειτουργεί αποκλειστικά μέσα σε ένα συγκεκριμένο και αυστηρό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο προστατεύει και ταυτόχρονα ευνοεί το σύνολο της κοινωνίας, από εργαζόμενους, σε καταναλωτές, σε φορολογούμενους και τις μικρές επιχειρήσεις.
Και άραγε, ποιος δεν θα επιθυμούσε ένα τέτοιο σύστημα; Σίγουρα όχι τα καρτέλ και σίγουρα όχι οι πολιτικάντηδες που, επί δεκαετίες, υπόσχονται ότι θα καταπολεμήσουν τα ίδια τα καρτέλ ή τις συνέπειές τους: την ακρίβεια, τους χαμηλούς μισθούς, τις δυσμενείς εργασιακές συνθήκες και τη χαμηλή ποιότητα των υπηρεσιών προς τους πολίτες.
Επί δεκαετίες τα υπόσχονται και, επί δεκαετίες, είτε λόγω οικονομικών εξαρτήσεων, είτε λόγω προσωπικού οικονομικού οφέλους είτε λόγω άγνοιας, αρνούνται να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους.
Ποιος θα εφαρμόσει το ευρωπαϊκό σύστημα στην Ελλάδα; Το ερώτημα, λοιπόν, είναι ποιος θα μπορούσε να εφαρμόσει ένα τέτοιο σύστημα.
Ποιος διαθέτει τις κατάλληλες γνώσεις και τη σχετική εμπειρία για να το εφαρμόσει, χωρίς παράλληλα να εξαρτάται από οικονομικά ή συντεχνιακά συμφέροντα, αφού αυτοί είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους ένα τέτοιο μοντέλο δεν έχει εφαρμοστεί μέχρι σήμερα.
Όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, ούτε ο Αλέξης Τσίπρας, ούτε ο Νίκος Ανδρουλάκης, ούτε κάποιος άλλος αρχηγός της αντιπολίτευσης φαίνεται πιθανό να καταλάβει την πρώτη θέση στις επόμενες εκλογές.
Άρα, επί του πρακτέου, πως θα ωφελούσε τους πολίτες η ψήφος προς αυτά τα άτομα; Τίποτα δεν θα άλλαζε, την επομένη των εκλογών ο Μητσοτάκης και πάλι θα είναι ο πρωθυπουργός της χώρας.
Και είναι αλήθεια πως ελάχιστοι Έλληνες πολιτικοί πληρούν όλες αυτές τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις: δηλαδή να διαθέτουν και τις γνώσεις, και την εμπειρία, αλλά και την ανεξαρτησία από εξαρτήσεις που θα μπορούσαν να τους κρατήσουν πίσω.
Πολίτες, ετοιμάστε την χώρα για την επόμενη ημέρα Ένας από αυτούς που θα μπορούσε να εφαρμόσει τον “προοδευτικό φιλελευθερισμό” είναι, κατά την άποψή μου, αναμφισβήτητα ο Στέφανος Κασσελάκης.
Διαθέτει πλούσιο βιογραφικό στον ιδιωτικό τομέα και επιτυχημένη πορεία στη μη-κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, σπουδές στα οικονομικά και μια πολιτική φιλοσοφία που προσεγγίζει εκείνη των κοινωνικά και οικονομικά επιτυχημένων χωρών της Βόρειας Ευρώπης.
Ταυτόχρονα, ούτε ο ίδιος ούτε το κόμμα του, οι «Δημοκράτες – Προοδευτικό Κέντρο», έχουν εξαρτήσεις από οικονομικά συμφέροντα ή συντεχνίες.
Η απουσία τέτοιων εξαρτήσεων αποτυπώνεται και στα οικονομικά του κόμματος.
Δεν υπάρχει τραπεζικός δανεισμός και, κατά κανόνα, η χρηματοδότησή του προέρχεται από προσωπικά κεφάλαια του ίδιου του Στέφανου Κασσελάκη.
Και άραγε, πόσοι πολιτικοί αρχηγοί αυτοχρηματοδοτούν τα κόμματά τους; Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο: τα κόμματα χρηματοδοτούν τους ίδιους.
Και ναι, θα ακούσετε —ή ίσως έχετε ήδη ακούσει— πολλά για τον Στέφανο Κασσελάκη.
Ότι ο πατέρας του έχει οφειλές προς το Δημόσιο από πρόστιμα που επιβλήθηκαν για μια κατοικία.
Ότι ο ίδιος διατηρούσε εταιρεία offshore στην έως πρόσφατα μόνιμη κατοικία του στις ΗΠΑ — ισχυρισμός για τον οποίο αθωώθηκε πανηγυρικά από ελληνικό δικαστήριο στις 19 Μαΐου 2026.
Και πολλά ακόμη.
Ναι, όλα αυτά εντάσσονται στο πλαίσιο του πολιτικού ανταγωνισμού.
Και όσο κάποιοι αισθάνονται ότι απειλούνται εκλογικά, τόσο εντονότερες θα γίνονται οι κατηγορίες εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι ο Στέφανος Κασσελάκης δεν έχει διαχειριστεί ούτε ένα ευρώ δημόσιου χρήματος και δεν έχει εμπλακεί σε σκάνδαλα.
Παράλληλα, τις γνώσεις του, την επαγγελματική του εμπειρία και τη μέχρι σήμερα επιτυχημένη πορεία του σε μια από τις πιο ανταγωνιστικές αγορές του κόσμου, τις Η.Π.Α., κανένας πολιτικός αντίπαλός του δεν μπορεί να αμφισβητήσει.
Και όχι, ούτε ο Στέφανος Κασσελάκης πρόκειται να εκλεγεί πρώτος στις επόμενες εκλογές ώστε να αλλάξει άμεσα τα πάντα.
Όμως, έτσι κι αλλιώς, ούτε ο Αλέξης Τσίπρας, ούτε ο Νίκος Ανδρουλάκης, ούτε κάποιος άλλος αρχηγός της αντιπολίτευσης φαίνεται πιθανό να καταλάβει την πρώτη θέση.
Οι πιθανότητες δείχνουν ότι και η επόμενη κυβέρνηση θα είναι η Νέα Δημοκρατία, ενδεχομένως σε συνεργασία με κάποιο άλλο κόμμα, πιθανότατα με το ΠΑΣΟΚ.
Και άρα, ποιο είναι το επόμενο βήμα για τους ανεξάρτητους πολίτες; Ποια είναι η επόμενη μάχη την οποία μπορούν να δώσουν και να κερδίσουν; Στηρίζοντας τους «Δημοκράτες – Προοδευτικό Κέντρο» ώστε να εκπροσωπηθούν στη Βουλή, ουσιαστικά στηρίζετε την υποχρεωτική αναβάθμιση της πολιτικής κουλτούρας ολόκληρου του πολιτικού μας συστήματος.
Με τους «Δημοκράτες» του Στέφανου Κασσελάκη στη Βουλή, η κυβέρνηση θα υποχρεώνεται καθημερινά να λογοδοτεί απέναντι σε ανθρώπους που αντιλαμβάνονται τον τρόπο με τον οποίο αυτή λειτουργεί και ασκεί την πολιτική της, που κατανοούν πως λειτουργούν οι αγορές, ο διεθνής ανταγωνισμός, η αγορά εργασίας, οι διεθνείς συσχετισμοί.
Παράλληλα, λόγω του κομματικού ανταγωνισμού, και τα υπόλοιπα κόμματα θα υποχρεωθούν να αναβαθμίσουν την αντιπολιτευτική τους τακτική, εγκαταλείποντας τους λαϊκισμούς και τις σκοτεινές διαδρομές.
Οι «Δημοκράτες» του Στέφανου Κασσελάκη είναι κοινωνικά ευαισθητοποιημένοι, και ταυτόχρονα γνώστες των πραγμάτων και ανεξάρτητοι.
Έχουν όλο το απαραίτητο πακέτο ώστε να αλλάξουν την πολιτικού κουλτούρα της χώρας.
Νέα πολιτικά στελέχη και ήθη θα αναδειχθούν σε όλα τα κόμματα Οι αλλαγές αυτές στην πολιτική κουλτούρα μπορούν να βελτιώσουν συνολικά το πολιτικό μας σύστημα, τη δημοκρατία και τη λογοδοσία των πολιτικών προσώπων.
Υπάρχει, άραγε, κάποιος που δεν επιθυμεί την αναβάθμιση του πολιτικού μας συστήματος και της δημοκρατίας μας; Ελάτε, σύντροφοι.
Είστε προοδευτικοί άνθρωποι, όχι συντηρητικά, σκουριασμένα μυαλά.
Η μάχη κατά του Μητσοτάκη χάθηκε σε αυτόν το γύρο.
Δείτε τη μεγάλη εικόνα.
Κάντε την υπέρβαση.
Ετοιμάστε την χώρα για την επόμενη ημέρα.
Αναβαθμίστε την Βουλή και τις ζωές σας δίνοντας λόγο στους «Δημοκράτες» του Στέφανου Κασσελάκη. ***Σχετικά με τον αρθρογράφο: Ο Μάκης Κεβρεκίδης έχει σπουδάσει Επικοινωνία στις Ηνωμένες Πολιτείες και εργάζεται στο τμήμα marketing αμερικανικής εταιρείας που δραστηριοποιείται διεθνώς στον τομέα της αεροναυπηγικής Ολόκληρο το άρθρο: https://ellinika.gr/2026/07/12/σύντροφοι
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους