«Κοίτα τον Νικόλα… Αυτό είναι παιδί. Ήσυχο, μαζεμένο, ξέρει να σέβεται. Όχι σαν τα δικά σου που έχουν μάθει αλλιώς.» Το είπε μέσα στο κυριακάτικο τραπέζι, μπροστά στα παιδιά μου, σαν να σχολίαζε τον...
«Κοίτα τον Νικόλα… Αυτό είναι παιδί. Ήσυχο, μαζεμένο, ξέρει να σέβεται.
Όχι σαν τα δικά σου που έχουν μάθει αλλιώς.» Το είπε μέσα στο κυριακάτικο τραπέζι, μπροστά στα παιδιά μου, σαν να σχολίαζε τον καιρό. Η Ελπίδα κατέβασε αμέσως το βλέμμα στο πιάτο της.
Ο μικρός μου, ο Στέλιος, σταμάτησε να μασάει.
Κι εγώ ένιωσα εκείνο το γνώριμο κάψιμο στο στήθος, αυτό που τόσον καιρό κατάπινα για να μη γίνει φασαρία. «Μαμά, άσε τα παιδιά», πέταξε χαλαρά ο άντρας μου ο Γιάννης, χωρίς καν να τη κοιτάξει. Χαλαρά.
Σαν να μη συνέβη τίποτα.
Η πεθερά μου, η κυρία Δέσποινα, έχει ένα ταλέντο να σε μειώνει με τρόπο που μετά άμα αντιδράσεις, βγαίνεις και υπερβολική.
Ο άλλος εγγονός, ο Νικόλας, είναι ο γιος της κουνιάδας μου της Βάσως. «Πιο παραδοσιακό παιδί», λέει.
Επειδή λέει πάντα «ευχαριστώ», επειδή κάθεται με σταυρωμένα χέρια, επειδή πάει στην εκκλησία με τη γιαγιά του, επειδή δεν μιλάει πολύ.
Τα δικά μου παιδιά, επειδή γελάνε δυνατά, επειδή ρωτάνε, επειδή καμιά φορά βαριούνται το τραπέζι των μεγάλων, είναι «ατίθασα». Και δεν ήταν μία φορά.
Ήταν χρόνια.
Στα γενέθλια του Στέλιου είχε φέρει δώρο στον Νικόλα «για να μην αισθάνεται παραμελημένος». Στην Ελπίδα είχε πει πέρσι, όταν φόρεσε ένα σκισμένο τζιν, «κορίτσι μου, έτσι πας; Σαν να μη σε νοιάζει ο εαυτός σου». Όταν ο Στέλιος δεν ήθελε να της φιλήσει το χέρι, τον είπε αγενή.
Όταν ο Νικόλας έκανε ακριβώς το ίδιο μια άλλη μέρα, χαμογέλασε και είπε «το παιδί ντρέπεται». Αυτά μαζεύονται.
Σώζονται μέσα σου σαν μικρές πέτρες.
Και μια μέρα δεν αντέχεις άλλο να τις κουβαλάς.
Το βράδυ εκείνης της Κυριακής, μόλις κοιμήθηκαν τα παιδιά, γύρισα στον Γιάννη και του είπα: «Δεν θα ξαναπάω τα παιδιά μόνη μου εκεί.» Σήκωσε τα μάτια από το κινητό. «Πάλι τα ίδια;» «Πάλι τα ίδια, ναι.
Γιατί πάλι τα ίδια κάνει η μάνα σου.» «Έλα τώρα, έτσι είναι η μάνα μου.
Μεγάλωσε αλλιώς.
Μη δίνεις σημασία.» Εκεί θόλωσα. «Να μη δίνω σημασία; Η κόρη σου ήταν έτοιμη να κλάψει στο τραπέζι.
Ο γιος σου κοιτούσε σαν χαμένος.
Πόσο πιο πολύ να μη δώσω σημασία;» Ο Γιάννης αναστέναξε, εκείνο το κουρασμένο αναστέναγμα που με έκανε να νιώθω πως εγώ είμαι το πρόβλημα. «Δεν γίνεται να κόβεις τη γιαγιά από τα παιδιά.
Είναι μεγάλη γυναίκα.
Δεν θα αλλάξει τώρα.» «Τότε θα αλλάξω εγώ τα όρια.» Για πρώτη φορά δεν φώναξα.
Το είπα ήρεμα.
Και νομίζω αυτό τον πείραξε περισσότερο.
Από τότε άρχισαν τα τηλέφωνα.
Πρώτα η Βάσω. «Τι πας να κάνεις; Να μεγαλώσουν χωρίς γιαγιά; Υπερβολές κάνεις.» Μετά η θεία του, η Λίτσα. «Στις οικογένειες αυτά συμβαίνουν.
Εμείς περάσαμε και χειρότερα.» Λες και επειδή άντεξαν οι προηγούμενοι την αδικία, πρέπει να τη δέχονται και τα παιδιά μου. Η Δέσποινα φυσικά δεν με πήρε να μιλήσουμε.
Πήρε τον Γιάννη.
Και του είπε πως «τον απομακρύνω από το αίμα του». Ωραία φράση, ε; Σαν να είμαι καμιά ξένη που μπήκε να χαλάσει το σόι.
Εγώ που δέκα χρόνια τρέχω σε τραπέζια, σε γιορτές, σε νοσοκομεία, σε μνημόσυνα, πάντα με ένα ταψί στο χέρι και ένα χαμόγελο από υποχρέωση.
Το χειρότερο δεν ήταν τα λόγια των μεγάλων.
Ήταν η Ελπίδα.
Μπήκα μια μέρα στο δωμάτιό της και τη βρήκα μπροστά στον καθρέφτη να αλλάζει μπλούζα. «Μαμά», μου είπε, χωρίς να με κοιτάξει, «εγώ είμαι κακό παιδί;» Νομίζω εκείνη τη στιγμή έσπασα πραγματικά. Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους