Τα ζώα, Ιωάννης Πολέμης Ποτέ δε θα πειράξω τα ζώα τα καημένα· μην τάχα σαν εμένα, κι εκείνα δεν πονούν; Θα τα χαϊδεύω πάντα, προστάτης τους θα γίνω. Ποτέ δεν θα τ’ αφήνω στους δρόμους να πεινούν. Aν...
Τα ζώα, Ιωάννης Πολέμης Ποτέ δε θα πειράξω τα ζώα τα καημένα· μην τάχα σαν εμένα, κι εκείνα δεν πονούν; Θα τα χαϊδεύω πάντα, προστάτης τους θα γίνω.
Ποτέ δεν θα τ’ αφήνω στους δρόμους να πεινούν.
Aν δεν μιλούν κι εκείνα κι ο λόγος αν τους λείπει, μήπως δεν νιώθουν λύπη, δεν νιώθουν και χαρά; Μήπως καρδιά δεν έχουν, στα στήθη τους κρυμμένη, που τη χαρά προσμένει κι αγάπη λαχταρά; Aκόμα κι όταν βλέπω πως τα παιδεύουν άλλοι, εγώ θα τρέχω πάλι με θάρρος σταθερό, θα προσπαθώ με χάδια τον πόνο τους να γιάνω, κι ό,τι μπορώ θα κάνω να τα παρηγορώ. (Από το βιβλίο: Iωάννης Πολέμης, Πρώτα βήματα, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Bιβλίων, 1904). *** Ο Ιωάννης Πολέμης (1862 – 28 Μαΐου 1924) ήταν Έλληνας ποιητής και θεατρικός συγγραφέας.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1862.
Η καταγωγή του δικαστή πατέρα του ήταν από την Άνδρο, ενώ η μητέρα του ήταν Αθηναία.
Και δύο οικογένειες πάντως είχαν ρίζες βυζαντινές.
Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα 13 χρόνια του. Ο Ιωάννης Πολέμης καταγόταν από ιστορική οικογένεια του Βυζαντίου.
Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή, γρήγορα ωστόσο εγκατέλειψε τις σπουδές του, καθώς τον είχε από νωρίς έλξει η λογοτεχνία.
Διετέλεσε γραφέας του Υπουργείου Παιδείας, υπογραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών και γραμματέας της Σχολής Καλών Τεχνών, ενώ υπήρξε επίσης ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων.
Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας σημειώθηκε το 1880, όταν δημοσίευσε το πεζογράφημά του Ρέα Κυβέλη στο περιοδικό Αι Μούσαι, ενώ μέσω του ομώνυμου συλλόγου ήρθε σε επαφή με τον Παλαμά και τους ποιητές του κύκλου του.
Καρπός της επαφής αυτής στάθηκε η στροφή του Πολέμη από την καθαρεύουσα στη δημοτική γλώσσα, στην οποία έγραψε και δημοσίευσε τα επόμενα ποιήματα και πεζά του στον Ραμπαγά και την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Ποιήματα (1883). Από το 1884 ξεκίνησε να αρθρογραφεί με το ψευδώνυμο Guerrier στον Ασμοδαίο του Εμμανουήλ Ροΐδη και στο Άστυ και με το πραγματικό του όνομα στην Εβδομάδα, την Ποικίλη Στοά, το Εθνικό Ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Σκόκκου και αλλού.
Το 1888 δημοσίευσε τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο Χειμωνανθοί και την ίδια χρονιά έφυγε για σπουδές ιστορίας της τέχνης και αισθητικής στο Παρίσι με υποτροφία του Δήμο Αθηναίων. Στο Παρίσι γνωρίστηκε με τους Λεγκράν, Σαιντ Ιλλαίρ, Ψυχάρη, Ρενάν και Κοππέ. Στην Αθήνα επέστρεψε το 1890 και πήρε το Α΄ βραβείο στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό με τη συλλογή του Ερείπια, εξ ημισείας με τον Κωστή Παλαμά για τη συλλογή του Τα μάτια της ψυχής μου.
Ως το 1922 συνέχισε να δημοσιεύει ποιήματα, πάντα με επιτυχία στο αναγνωστικό κοινό, ενώ η συλλογή Σπασμένα μάρμαρα βραβεύτηκε το 1917 με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών.
Δημοσίευσε επίσης ανθολογίες και πεζογραφήματα, ενώ ασχολήθηκε με το θέατρο, συγγράφοντας αρχικά έμμετρα δράματα με βυζαντινή θεματολογία στη δημοτική (από τα οποία η Πρόκρις παραστάθηκε στο Βασιλικό Θέατρο) και αργότερα μονόπρακτα (τα οποία βραβεύτηκαν στον Αβερώφειο διαγωνισμό μαζί με το τρίπρακτο Βασιλιάς Ανήλιαγος), καθώς και πολύπρακτα έργα.
Μετέφρασε έργα των Σαπφούς, Ανακρέοντα, Θεοκρίτου, Ευριπίδη, Ουγκώ, Μιστράλ, Μολιέρου, Αριστοφάνη και άλλων.
Πέθανε το 1925 από βρογχοπνευμονία.
Το έργο του Ιωάννη Πολέμη τοποθετείται χρονικά στο πέρασμα από το ρομαντισμό της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή. Η γραφή του χαρακτηρίζονται από μελαγχολική διάθεση που παραπέμπει στην ποίηση του Αχιλλέα Παράσχου.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους