Γεννήθηκε πλούσιας φαμελιάς παιδί, ο Αντρέας. Στην Πόλη. Μοναχογιός. Τη μάνα του δεν τη γνώρισε. Δεκοχτώ μηνώνε μωρό που πέθανε. Τον ανάθρεψε ο πατέρας του. Τέλειωσε το γαλλικό λύκειο, μαζεύοντας με...
Γεννήθηκε πλούσιας φαμελιάς παιδί, ο Αντρέας. Στην Πόλη. Μοναχογιός. Τη μάνα του δεν τη γνώρισε.
Δεκοχτώ μηνώνε μωρό που πέθανε.
Τον ανάθρεψε ο πατέρας του.
Τέλειωσε το γαλλικό λύκειο, μαζεύοντας με το καντάρι τ’ «άριστα». Ύστερα ζούσε στα Παρίσια, μα στα Παρίσια δεν αποκαταστάθηκε.
Ήθελε να κάμει κάτι για την Ελλάδα.
Ο σκοπός του από παιδί, στάθηκε πάντα να γράφει.
Ό,τι δημοσίεψε Γαλλικά, πέτυχε.
Κι όμως αποφάσισε να γράψει ρωμαίικα.
Ωστόσο μιαν απαγοήτεψη τονέ κυρίευε για το γένος το ελαφρόμυαλο, το προληψιάρικο, τ’ αχάριστο και τ’ απρόδευτο.
Τι να τους τα δείξει τα γραφτά του; Τα τύπωνε και τα φύλαγε για τον εαυτό του. «Κατόπι» λέει «θα τα βρούνε». Στα Παρίσια, εδώ και χρόνια, μια μέρα του Αλωνάρη, τη μέρα της Εθνικής Γαλλικής γιορτής, αντάμωσε στον δρόμο του τη Φλώρα. Μοδιστρούλα.
Όμορφη, όμορφη.
Σεμνή, τίμια παρθένα κι ένα κορμί, θάμα μονάχο.
Αγαπηθήκανε κι οι δυο τους λωλά.
Ορφανή εκείνη, από μάνα κι από κύρη, ανεξάρτητη από τα μικράτα της, μεγάλωσε μόνη της, μόνη της και λεύτερη παραδόθηκε σε κείνονε που διάλεξε η καρδιά της.
Πέρασε καιρός.
Μια μέρα κατάλαβε η Φλώρα πως θα γίνει μητέρα. Ο Αντρέας πιο προσεχτικός από πριν, πιο τρυφερός, ετοιμάστηκε να δεχτεί το παιδί, να το γράψει μάλιστα και στ’ όνομά του.
Μα η Φλώρα πίστεψε, την παραφέντισσα τη μοδίστρα της και το ‘ριξε το παιδί. Ο Αντρέας θύμωσε φοβερά και την έδιωξε.
Ύστερα από δέκα χρόνια την ξαναντάμωσε.
Έμαθε πως μέσα σ’ αυτό το διάστημα, η καημένη πάντα ζούσε με τη θύμησή του και την αγάπη του.
Στο μεταξύ είχε ανοίξει μαγαζί, ραφτάδικο.
Η δουλειά η σκυλίσια την έφαγε.
Το γερό, τ’ ωραίο το κορίτσι χτίκιασε, πέθανε.
Μια πίκρα του πλημμύρισε τη ζωή.
Για να παρηγορηθεί, για ν’ αντέξει, για να γλιτώσει, για να μην τον πάρει ο Χάρος, πήγε κι αφοσιώθηκε σε μιαν άλλη.
Τη γνώρισε φτωχιά, δεκοχτώ χρονώ κοπέλα.
Τη γλίτωσε από την πείνα.
Κι όμως τονέ γέλασε ανόητα κι ανήθικα μ’ ένανε που κατοικούσε στο σπίτι που της νοίκιασε ο Αντρέας, έναν μπόσικο, έναν παρακατιανό, έναν άσκημο. Ο Αντρέας, περασμένος πια στην ηλικία, ακολουθώντας τη συμβουλή του γιατρού, έφυγε από τα Παρίσια με τον σκοπό ν’ αναπαυτεί μερικούς μήνες.
Διάλεξε τη Λωζάννα.
Εκεί, στο σπίτι του, γνώρισε την Αγνή.
Ήτανε η ανιψιά της κερα-Ελένης, μιας γειτόνισσας, που ερχότανε κάθε μέρα και του συγύριζε τα δωμάτια.
Μια μέρα που δεν άδειαζε η κερα-Ελένη, γιατί πήγε στο κοντινό χωριό της, το Civrins, να δει τον άντρα της, έστειλε το κορίτσι για τα συγύρια.
Την κοίταξε ο Αντρέας προσεχτικά.
Μαύρα, ολόμαυρα, πηχτά, πηχτά μαλλιά.
Μάτια γαλανά, ένα φως που πρόβελνε λες να φέξει από το σκοτάδι τω μαλλιώνε της.
Μια μυτίτσα έξυπνη, μια σταλούλα στραβή.
Της κουβέντιασε, έτσι αδιάφορα.
Αυτή του ανταποκρίθηκε.
Του είπε μάλιστα κι ένα τραγουδάκι… Ο Αντρέας κάτι αιστάνθηκε να ξυπνά μέσα του.
Την άλλη μέρα, το πρωί, καθώς σηκώθηκε αλαφρός, αλαφρός για να πιάσει τη δουλειά του, τα γραψίματά του, ήρθε κι η κερα-Ελένη για να συγυρίσει.
Με τρόπο, κουβέντιασε τη γριά, της πήρε τα καθέκαστα για την Αγνή.
Την ώρα που κάθισε να γράψει το «Δαχτυλίδι», ένα δράμα, που ήθελε μέσα να κλείσει όλα τα ιστορικά του με την παλιά του αγάπη, τη Φλώρα, θυμήθηκε άξαφνα πάλε την Αγνή, το Civrins, που καθώς τον πληροφόρησε η γριά, είχε στείλει το κορίτσι από τα χτες, για να νοιαστεί τον άρρωστο τον άντρα της.
Του πέρασε ιδέα, να πάει κι αυτός στο Civrins, ίσως κι ανταμώσει την Αγνή.
Ψάχνει τους οδηγούς.
Δεν το βρίσκει πουθενά το χωριό.
Πετιέται στου φίλου του, του βιολινίστα του Καμέκου, να μάθει απ’ αυτόν που ήτανε λαμπρός περπατητής κι ήξερε τα περίχωρα.
Αφού πήρε τις οδηγίες που ήθελε, γύρισε σπίτι του το μεσημέρι.
Άξαφνα βρίσκει ένα γράμμα, της φιλενάδας του από τα Παρίσια, που τον είχε τότες τόσο φριχτά γελάσει, σκάζοντάς το με τον φίλο της.
Το γράμμα γιομάτο τρυφερότητα.
Ζητούσε συχώρεση, Πιθυμούσε να τονέ δει μονάχα.
Του φιλούσε το χέρι.
Χίλιοι και χίλιοι αντίθετοι λογισμοί, χίλια αιστήματα πολιορκούσανε τον Αντρέα.
Το μίσος, η σπλαχνιά, η καλοσύνη κι απ’ όλα το χερότερο, το πιο πικίντυνο, η αγάπη.
Η αγάπη, όχι όμως για τη σιχαμένη; Αχ! ας έβλεπε την Αγνή και φτάνει.
Ήτανε η ώρα, που ο ήλιος πήγαινε να βασιλέψει, και χύθηκε ο Αντρέας όξω από το σπίτι του.
Ότι που σφάλιξε την πόρτα του σπιτιού του, ότι που βρέθηκε στον δρόμο, είδε στεκάμενη αντίκρυ, ολόρθια, στο ηλιοβασίλεμα, την Αγνή.
Επειδή ο γερο-θειος της δεν ήτανε καλά, γύρισε η Αγνή το βράδυ στη Λωζάννα, ενώ είχε φύγει το πρωί για δυο τρεις βδομάδες.
Τη σίμωσε ο Αντρέας, τη χαιρέτησε.
Ονειρόπλεκε τώρα ολοένα.
Μέρα και νύχτα, δουλεύοντας στα γραψίματά του, την Αγνή συλλογιότανε.
Και το πιο απίστευτο, εύρισκε τρόπο να συνενώνει σε μια σκέψη τα δάκρυα της παλιάς του αγάπης, της Φλώρας, με τη χαρά της Αγνής.
Συχνά τώρα, κάθε μέρα μάλιστα, ερχότανε για το συγύρισμα σπίτι του η Αγνή.
Της έπιανε κουβέντα για τ’ αγαπημένα της τα τραγούδια, της μάθαινε καινούργια.
Τραγουδώντας, την κοίταζε κι όλο την κοίταζε.
Στο στήθος του οι φουρτούνες, οι απελπισίες, οι αγώνες σα να πέφτανε, σα ν’ άραζε άξαφνα ο Αντρέας σε ανέλπιστο ένα λιμάνι. Στην Αγνή πάλε, κατάβαθά της, έβραζε η ζωή και ανέβαινε μέσα της κύμα κύμα η αγάπη, και προχωρούσε.
Μια μπιστοσύνη, μια εχτίμηση την περιτριγύριζε όλη, για τον Αντρέα.
Εκείνο τον καιρό το ‘φερε η περίσταση, κι έλειψε η Αγνή, τέσσερες μέρες, με κάτι ξαφνικές φούριες, που παρουσιαστήκανε στην ταχτική της δουλειά, στο ραφτάδικο που εργαζότανε. Ο Αντρέας μέσα του άνω κάτω, από κάποια ευαιστησία, που του είχε απομείνει από τα βάσανά του τα περασμένα.
Παρουσιάστηκε η κοπέλα την πέμπτη μέρα.
Του φάνηκε κάπως ψυχρή, του είπε κιόλας πως βιαζότανε να τελειώσει γλήγορα.
Θύμωσε ο Αντρέας και βγήκε από το σπίτι του στη στιγμή.
Τότε το συλλογίστηκε η Αγνή πώς του φέρθηκε.
Μια λύπη, μια μετάνοια την περέχυσε.
Το βράδυ βγήκε στην ταράτσα του ο Αντρέας με τη γεμοφεγγαριά.
Όνειρο, πέρα η λίμνη.
Τα μάτια του πέσανε στο αντικρινό σπιτάκι της Αγνής.
Την είδε στο παραθύρι.
Τον είδε.
Τι μυστική κουβέντα! Εκείνη τη νυχτιά καρτερούσανε κι οι δυο τους να ξημερώσει.
Την άλλη μέρα, εκεί που της ξηγούσε, που της τραγουδούσε ο Αντρέας μια μελωδία του Schubert, άξαφνα δεν βάσταξε.
Ζύγωσε κοντά της.
Έπεσε στα πόδια της και της φανέρωσε την αγάπη του.
Άδολη χαρά πλημμύρισε τα στήθια της Αγνής.
Ένας ήλιος έλουζε το πρόσωπό της με τις χρυσές του αχτίδες.
Θα ποθούσε να ριχτεί στην αγκαλιά του, θα ποθούσε να πιάσει τα μαλλιά του να τα φιλήσει.
Όμως το γύρισε στο χωρατό. Ο Αντρέας βγήκε όξω βιαστικός.
Αγόρασε ένα δαχτυλίδι και της το πρόσφερε.
Να γίνει σαν του δαχτυλιδιού την πέτρα, η αγάπη τους, και να μη σαλέψει πια.
Όταν της το πέρασε στο χέρι και την παρακαλούσε ξέθαρρα να του μιλεί, κοίταζε η Αγνή μισό απορημένη, μισό χαμογελούσε.
Άξαφνα χύθηκε στην αγκαλιά του τρελή από έρωτα.
Τ’ απόγεμα της ίδιας μέρας μια σκέψη του Αντρέα, θλιβερή, τονέ κυρίεψε ολάκερο.
Άρχισε μέσα του ν’ αντηχεί η τρομερή μελωδία, η Νεκρική Προβοδία του Chopin.
Μια μια ερχόντανε οι στροφές της και τονέ βασανίζανε.
Συλλογίστηκε την προχωρημένη του ηλικία. Την Αγνή, που ήτανε τόσο νέα.
Δεν γίνεται, δεν γίνεται, να την αγαπά, να την αφήσει να τον αγαπά κι εκείνη, νέα, παιδί.
Αυτός γέρος και του Χάρου.
Έπιασε να της γράψει να χωριστούνε.
Κείνη τη στιγμή, έτριξε η πόρτα και μπήκε η Αγνή.
Είδε το γράμμα. Ξαφνίστηκε.
Τόσο γλήγορα τη βαρέθηκε, λοιπόν, ο άπιστος; Κι έσπασε στα κλάματα. Ο Αντρέας, που ένα δευτερόλεφτο πριν, άλλο σκοπό δεν είχε, παρά να την πείσει πως ανάγκη να πάψει κάθε αγάπη αναμεταξύ τους, άλλη δουλειά τώρα δεν είχε παρά να της βεβαιώσει πως την αγαπά.
Μέσα του άρχιζε να παίζει λωλά η μουσική της ελπίδας.
Ζαλίστηκε, μέθυσε ο Αντρέας.
Χωρίς να ξέρουνε, χωρίς να καταλάβουνε τι τους γινότανε, αγκαλιαστήκανε και παρθήκανε ξεφρενιασμένοι, ευτυχισμένοι.
Την ίδια τη στιγμή ένας θλιβερός σκοπός, ένα λυπητερό μοτίβο, ανέβηκε στα χείλη του Αντρέα, σα ν’ άκουγε φτυαριές χώμα να κατρακυλούνε.
Αλήθεια, που όταν ένας άντρας, μάλιστα στην ηλικία του Αντρέα, έχει το ευτύχημα ν’ απολάψει ένα πλάσμα σαν την Αγνή, ψυχή και σάρκα, το σεκλέτι του, αδύνατο να βαστάξει.
Έτσι κάθε πρωί σαν ερχότανε να συγυρίσει, τη βοηθούσε, τέλειωνε γλήγορα η δουλειά κι είχε καιρό να της μιλήσει για φιλολογία, για ποίηση, για μυθιστορήματα.
Κόσμους αλάκερους της ξεσκέπαζε ο Αντρέας, κι ωστόσο δεν μπορούσε ο καημένος να πάει μαζί της ως την άλλη άκρη της χώρας, μην τύχει και τους δούνε αντάμα. Ο Αντρέας αγαπούσε πολύ τον περίπατο και δεν του έπεφτε δύσκολο να περπατήσει πάντα δυο τρεις ώρες.
Πήγαινε συχνά στον δρόμο που ανέβαινε απάνω από το Σινιάλε, που πανόραμα σού ξεδίπλωνε τις Άλπες τις μπερνέζικες, σε οδηγούσε βαθιά σ’ ένα ρουμάνι, κι έπειτα ήσυχα ξεψυχούσε στην ακρογιαλιά μιας όμορφης λίμνης.
Μια μαγευτική απογεματιανή, που κάθισε στο γραφείο του να ξακολουθήσει την εργασία του, το δράμα του που είδαμε, άξαφνα, πάνω στο τραπέζι ένα γράμμα αντίκρισε.
Το άνοιξε.
Το διάβασε.
Είχε καταλάβει κι από το γράψιμο.
Ήτανε της παλιάς του ερωμένης, της πατσαβούρας, που τον είχε αφήσει, τότε, στα Παρίσια και το ‘σκασε με τον άλλονε.
Του έγραφε πως ήρθε ‘πίτηδες γι’ αυτόνε στη Λωζάννα.
Πως το ίδιο εκείνο τ’ απόγεμα στις έξι θα παρουσιαστεί.
Λογισμοί πλημμυρίσανε τον Αντρέα.
Γλήγορα έτσι περάσανε οι ώρες.
Η πόρτα χτύπησε.
Παρουσιάστηκε, θάμπωμα και θάμα στην ομορφιά της. Ο Αντρέας κρατήθηκε.
Από την κουβέντα της κατάλαβε πως ήρθε να τον κολακέψει, να τονέ γελάσει, να τονέ καταφέρει, επειδή ίσως και δεν είχε άλλον εραστή.
Πειράχτηκε ο Αντρέας, με την ψευτιά της.
Τη σιχάθηκε.
Την έδιωξε ήμερα και ψύχραιμα.
Μα σαν έφυγε, άναψε ο θυμός του.
Βρισιές πέταξε στον αέρα.
Την ίδια τη στιγμή ζαλίστηκε ξαφνικά κι έπεσε στον καναπέ αγκομαχώντας.
Την άλλη μέρα πήγε ο Αντρέας στον γιατρό.
Του ξήγησε τα χτεσινά, τον σουβλερό πόνο που είχε νιώσει στην καρδιά ή σωστότερα τα περικάρδια, προτού πέσει στον καναπέ.
Πως ύστερα του στάθηκε αδύνατο να πάρει την ανάσα του και πως του φάνηκε σα να στένευε το στήθος σου ολοένα, κάτι τον έπνιγε και νόμιζε πως έφτασε η στερνή του ώρα.
Ο γιατρός τον ησύχασε.
Του διάταξε δίαιτα.
Να κόψει τον καπνό και ν’ αποφεύγει κάθε στενοχώρια. Ο Αντρέας δεν πίστεψε.
Άνοιξε λεξικά, ερεύνησε ειδικά βιβλία.
Τα κατάλαβε όλα.
Πως η αρρώστια του δεινή, πως καιρό να ζήσει δεν έχει, πως δυο τρεις φορές ακόμα να του ξανάρθει το ψεσινό του το αγκομαχητό και πάει.
Ωστόσο η Αγνή δεν ερχότανε πια.
Από τη θεία της, την κερα-Ελένη, έμαθε πως τις προάλλες, πήγε σπίτι της να συντύχει την Αγνούλα, μια ξένη, ωραία γυναίκα, με ξανθά μαλλιά.
Μπήκε στο νόημα ο Αντρέας.
Η σιχαμένη εκείνη, η πατσαβούρα, έβαλε λόγια της Αγνής.
Της έγραψε να ‘ρθει, να μην τον αφήνει και τη θέλει.
Πήγε η Αγνή.
Το πρόσωπό της, κρύο, μπούζι.
Μια έκφραση στρυφνή. Ο Αντρέας δικιογολήθηκε.
Της τα ξήγησε.
Της τα ξηγούσε και τις άλλες μέρες, σαν του έπιανε κουβέντα για τη λεγάμενη, για τις παλιές του ιστορίες με δαύτη.
Δεν τον πίστευε, δίσταζε το κορίτσι.
Ξέσπασε η φουρτούνα μια μέρα, που ήθελε να τη φιλήσει, για να ξεχαστούνε αναμεταξύ τους τα κακιώματα.
Δεν βάσταξε, του ξέφυγε κι ένας λόγος κακός: Η βρόμα! Εκείνη μ’ αφάνισε πρώτη.
Εσύ θα μ’ αποσώσεις!» Τον έπνιγε ο θυμός.
Τρίζανε τα δόντια του.
Σήκωσε τις γροθιές απελπισμένος, κι άξαφνα τον είδε η Αγνή να πέσει απάνω στον καναπέ, κρατώντας την καρδιά του με τα δυο του χέρια. H Αγνή δεν μπορούσε να καταλάβει τι έτρεχε.
Κοίταζε περίτρομη, κι όμως δεν τα ‘χασε.
Τον ξάπλωσε φαρδύ πλατύ, του έφερε ξίδι να μυρίσει, του δρόσισε το μέτωπο με λίγο νερό, κι έπεσε γονατισμένη μπροστά του.
Η δύσπνοια δεν είχε πάψει ακόμα, όταν κουδούνισε ο γιατρός, που πρόφτασε η Αγνή και του τηλεφώνησε αρχή αρχή.
Ο γιατρός και πάλε τον ησύχασε.
Του ξήγησε πως το πάθημά του είναι τάχατε νευρικό, και σκέση δεν έχει με τον οργανισμό του.
Έπειτα είπε πως θα του δώσει να πάρει βαλεριάνα, και μάλιστα παρακάλεσε την Αγνή να πεταχτεί σπίτι του, που έχει μια ιδιαίτερη παρασκευή της βαλεριάνας.
Σαν πήγε στου γιατρού, ύστερα από το πρόγεμα, ξαφνίστηκε με τον τρόπο που της μίλησε.
Της φανέρωσε ρητά, πως ο Αντρέας είναι αποφασισμένος, και πως επίτηδες την έκραξε να της συστήσει να βολευτεί, με τρόπο που ο άρρωστος να μην ταράζεται ποτέ του.
Μια συγκίνηση μπορεί να τονέ σκοτώσει.
Σα γύρισε στην κάμαρά της η Αγνή, κλειδώθηκε κι έχυσε δάκρυα πικρά.
Από τη στιγμή εκείνη πίστεψε αμέσως ό,τι τον άκουσε να της ξηγά τόσες φορές, πίστεψε πως ήτανε τόντις βρόμα η παρισιάνα, τη σιχάθηκε, τη μίσησε που κόντεψε να της σκοτώσει τον Αντρέα.
Του αφοσιώθηκε λοιπόν όσο παίρνει.
Περάσανε τρεις μήνες, σίμωνε ο χειμώνας, ύστερα από την τελευταία την επίθεση της αρρώστιας. Ο Αντρέας ένιωθε λαμπρά τον εαυτό του.
Εκείνη την εποχή γύρισε στη Λωζάννα κι ο φίλος του ο Καπέκος, ο βιολινίστας, που έλειπε όλο το καλοκαίρι. Ο Καπέκος έμαθε από τον γιατρό, που ήτανε γνωστός του, τι έτρεχε.
Πήγε στου Αντρέα.
Τον πήρε και βγήκανε περίπατο.
Σα να το είχε από πριν αποφασίσει του μίλησε για την Αγνή.
Του τόνισε το χρέος. «Για να γειάνει το σώμα σου μαζί με την ψυχή σου, την Αγνή πρέπει να την πάρεις γυναίκα σου» του είπε.
Αλήθεια, ως τώρα δεν είχε συλλογιστεί ο Αντρέας την παντρειά.
Τώρα όμως χαιρότανε κατάβαθα.
Καταλάβαινε την αρετή, το χρέος, την ηθική.
Το αποφάσισε στη στιγμή. Η Αγνή, ότι που άκουσε για παντρειά, συγκινήθηκε, ταράχτηκε, ντράπηκε.
Πώς γίνεται μια πρόστυχη, μια χωριανή κοπέλα, φτωχιά και παρακατιανή, να γίνει άξαφνα γυναίκα ενός Αντρέα; Κι όμως για να μη συγκινήσει τον αγαπημένο της με την ταραχή και τη ντροπή της, δέχτηκε χωρίς αντίρρηση.
Στεφανωθήκανε στα έβγα του Οχτώβρη. Ο Αντρέας πήρε σπίτι του τη γυναίκα του κι από τότες του φάνηκε πως γινότανε άλλος άνθρωπος.
Του ερχότανε σα ν’ απόλευε το κάθε πράμα της ζωής με κάποια ήμερη γλύκα.
Ο καιρός περνούσε. Ο Αντρέας συργιανούσε τώρα παντού με την Αγνή.
Την οδηγούσε όπου νόμιζε πως θα τη διασκεδάσει.
Της μιλούσε για τη Γαλλία και για την Ελλάδα του… Ζύγωσε η άνοιξη κι η Αγνή του ζητούσε να την ταξιδέψει στην Ελλάδα, στην πατρίδα του.
Μα του Αντρέα δεν βαστούσε η καρδιά, θαρρούσε κι ο ίδιος πως τα μυαλά του θα του σαλεύανε.
Δεν ήθελε να βλέπει σε κάθε βήμα πως πάτησε τον τόπο τον δύστυχο.
Αχ! εκεί δεν μπορούσε λεύτερα η ψυχή του να μεγαλώσει, ο νους του να ξανοίξει… Ήρθε το χινόπωρο.
Πέρασε ο χειμώνας.
Έφτασε η άνοιξη.
Είχανε συνηθίσει να κατεβαίνουνε στη λίμνη.
Κάποτε παίρνανε μια βάρκα.
Μια μέρα που τους πήγε στη μέση της λίμνης ο βαρκάρης, κι έπειτα άφησε τα κουπιά ασάλευτα, άξαφνα ο Αντρέας έκλινε το κεφάλι προς την Αγνή και της είπε : «Ποτέ μου δεν το ονειρεύτηκα πως μπορεί κανείς να χαρεί ύπαρξη τέτοια.
Η ευτυχία μου με πνίγει!» Κι έβαλε στο στήθος του το χέρι του το δεξί, σα να γύρευε να πιάσει την καρδιά του.
Τόσο μόνο.
Κι αμέσως άρχισε το αγκομαχητό.
Δεν προφτάσανε να γυρίσουνε πίσω.
Ξαπλώθηκε ο Αντρέας στη βάρκα του, κρύος.
Πέθανε με την ελπίδα.
Είχε ακούσει και πίστευε ο Αντρέας εκείνο που λένε στο ρωμαίικο, πως πρέπει πρώτα να πεθάνει κανένας, για να τον εχτιμήσουνε κατόπι.
Ψέματα και τούτο. Στην Ελλάδα σήμερα ούτε θυμούνται τους πεθαμένους.
Απαρατήρητα περάσανε τα έργα του κι ο θάνατός του.
Καλά που δεν το είδε κι αυτό, καλά που δεν είδε και την απελπισία της Αγνής του.
Σωριάστηκε η δύστυχη ανήμπορη.
Σερνότανε δώθε κείθε και πήγαινε πάντα σε όποιο μέρος είχε πάει με τον θεό της.
Μια μέρα, στα έμπα του Σποριά, στην απελπισιά της, που σκεδίαζε κι αυτή μες στα νερά της λίμνης να πέσει να πεθάνει, ένιωσε μέσα της κάτι να τρέμει.
Στάθηκε περίφοβη. Κατάλαβε.
Το παιδί αχ! το παιδί τους.
Κι αποφάσισε να ζήσει ορφανή για τ’ ορφανό, ενώ η θλίψη στην καρδιά της έσμιγε τώρα με κάποια τρεμόφωτη χαρά. Αγνή του Γιάννη Ψυχάρη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους