[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

– Λοιπόν, Πύρρο, πάμε; – μουρμούρισε ο Βασίλης, ρυθμίζοντας το αυτοσχέδιο λουρί από ένα παλιό σχοινί. Κούμπωσε το μπουφάν του ως το λαιμό και ανατρίχιασε. Ο Φλεβάρης φέτος ήταν ιδιαίτερα άγριος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

– Λοιπόν, Πύρρο, πάμε; – μουρμούρισε ο Βασίλης, ρυθμίζοντας το αυτοσχέδιο λουρί από ένα παλιό σχοινί.

Κούμπωσε το μπουφάν του ως το λαιμό και ανατρίχιασε. Ο Φλεβάρης φέτος ήταν ιδιαίτερα άγριος – χιόνι με βροχή, αέρας που διαπερνούσε ως το κόκκαλο. Ο Πύρρος – ένας αδέσποτος με ξεθωριασμένη κοκκινωπή τρίχα και ένα τυφλό μάτι – είχε μπει στη ζωή του πριν ένα χρόνο. Ο Βασίλης τότε γύριζε από τη νυχτερινή βάρδια στο εργοστάσιο και τον είδε δίπλα στους κάδους.

Το σκυλί ήταν χτυπημένο, πεινασμένο, και το αριστερό μάτι το είχε θολώσει ένα λεύκωμα. – Ε, φίλε! Πού πας μ’ αυτό το κουτάβι; Η φωνή του έκοψε τα νεύρα. Ο Βασίλης αναγνώρισε αυτόν που μιλούσε – τον Σωτήρη «Στραβό», τον ντόπιο «αφεντικό» γύρω στα είκοσι πέντε.

Δίπλα του στέκονταν τρεις έφηβοι – η «παρέα» του. – Κάνω βόλτα, – απάντησε κοφτά ο Βασίλης χωρίς να σηκώσει τα μάτια. – Και πληρώνεις, μπάρμπα, φόρο για τη βόλτα αυτού του σκυλιού; – γέλασε ένας από τα παιδιά. – Κοίτα πόσο άσχημο είναι – το μάτι του στραβό! Πέταξε μια πέτρα.

Βρήκε τον Πύρρο στο πλευρό.

Το σκυλί κλαψούρισε, κολλώντας στο πόδι του αφεντικού του. – Τράβα, – είπε σιγά ο Βασίλης, αλλά η φωνή του είχε ατσάλι. – Ωχ! Ο κυρ-Κουλιμπίν μίλησε! – πλησίασε ο Σωτήρης. – Μήπως ξέχασες ότι εδώ είναι η γειτονιά μου; Και τα σκυλιά βόλτα κάνουν μόνο με την άδειά μου. Ο Βασίλης τεντώθηκε.

Στον στρατό τον είχαν μάθει να λύνει προβλήματα γρήγορα και σκληρά.

Αλλά αυτό ήταν τριάντα χρόνια πριν.

Τώρα ήταν απλά ένας κουρασμένος συνταξιούχος μηχανικός που δεν ήθελε μπλεξίματα. – Πάμε, Πύρρο, – γύρισε προς το σπίτι. – Αυτό είναι! – φώναξε πίσω του ο Σωτήρης. – Την επόμενη φορά θα σκοτώσω τον φιλαράκο σου! Στο σπίτι, ο Βασίλης δεν μπορούσε να κοιμηθεί όλη νύχτα, ξαναγυρίζοντας στο μυαλό του εκείνη τη σκηνή.

Την επόμενη μέρα έπεφτε υγρό χιόνι. Ο Βασίλης ανέβαλλε τη βόλτα, αλλά ο Πύρρος καθόταν στην πόρτα και τον κοιτούσε τόσο πιστά που αναγκάστηκε να υποχωρήσει. – Εντάξει, εντάξει.

Μόνο γρήγορα.

Περπατούσαν προσεκτικά, αποφεύγοντας τα συνηθισμένα στέκια.

Αλλά η παρέα του Σωτήρη δεν φαινόταν πουθενά – μάλλον είχαν κρυφτεί από την κακοκαιρία. Ο Βασίλης είχε ήδη ηρεμήσει όταν ο Πύρρος σταμάτησε απότομα δίπλα σε μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη.

Σήκωσε το μοναδικό αυτί του, μύριζε. – Τι έγινε, γέρο; Το σκυλί κλαψούρισε, τραβώντας προς τα ερείπια.

Από εκεί ακούγονταν περίεργοι ήχοι – σαν κλάμα ή βογγητό. – Ε! Ποιος είναι; – φώναξε ο Βασίλης.

Καμία απάντηση.

Μόνο σιωπή, διακοπτόμενη από το ούρλιασμα του αέρα. Ο Πύρρος τραβούσε επίμονα το λουρί.

Στο μοναδικό του μάτι διαβαζόταν ανησυχία. – Τι θες; – σκύβοντας, ο Βασίλης κοίταξε το σκυλί. – Τι συμβαίνει εκεί; Και τότε άκουσε καθαρά – μια παιδική φωνή: – Βοήθεια! Η καρδιά του σκίρτησε. Ο Βασίλης έβγαλε το λουρί και ακολούθησε τον Πύρρο στα ερείπια.

Μέσα στο μισογκρεμισμένο κτίριο, πίσω από έναν σωρό από τούβλα, βρισκόταν ένα αγόρι γύρω στα δώδεκα.

Το πρόσωπό του ήταν χτυπημένο, το χείλος κομμένο, τα ρούχα σχισμένα. – Θεέ μου! – γονάτισε δίπλα του ο Βασίλης. – Τι σου συνέβη; – Κύριε Βασίλη; – το αγόρι άνοιξε με κόπο τα μάτια. – Εσείς είστε; Ο Βασίλης κοίταξε καλύτερα και τον αναγνώρισε – Ανδρέας Μήτσης, γιος της γειτόνισσας από την πέμπτη είσοδο.

Ήσυχο, ντροπαλό παιδί. – Ανδρέα! Τι έγινε; – Ο Σωτήρης και η συμμορία του, – το αγόρι αναλύθηκε σε λυγμούς. – Ζητούσαν λεφτά από τη μαμά.

Εγώ είπα ότι θα το πω στον αστυνόμο.

Με έπιασαν… – Πόση ώρα είσαι εδώ; – Από το πρωί.

Κάνει πολύ κρύο. Ο Βασίλης έβγαλε το μπουφάν του, σκέπασε το αγόρι. Ο Πύρρος πλησίασε, ξάπλωσε δίπλα του – ζέστανε με το κορμί του. – Ανδρέα, μπορείς να σηκωθείς; – Το πόδι μου πονάει.

Μάλλον είναι σπασμένο. Ο Βασίλης ψηλάφησε προσεκτικά το πόδι.

Σίγουρα – κάταγμα.

Και άγνωστο τι είχε πάθει εσωτερικά μετά από τέτοιο ξύλο. – Έχεις κινητό; – Μου το πήραν. Ο Βασίλης έβγαλε το παλιό του κινητό και κάλεσε το 166.

Το ασθενοφόρο υποσχέθηκε να έρθει σε μισή ώρα. – Κάνε υπομονή, παιδί μου.

Σε λίγο θα έρθουν οι γιατροί. – Κι αν μάθει ο Σωτήρης ότι ζω; – η φωνή του Ανδρέα γέμισε τρόμο. – Είπε ότι θα με τελειώσει. – Δεν θα σε τελειώσει, – είπε σταθερά ο Βασίλης. – Δεν θα σε ξαναγγίξει.

Το αγόρι τον κοίταξε έκπληκτο: – Κύριε Βασίλη, εσείς χθες το βάλατε στα πόδια από αυτούς. – Αυτό ήταν άλλο.

Τότε μιλούσαμε μόνο για μένα και τον Πύρρο. Τώρα… Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences