Η στρατηγική της υστερίας και η αμυντική προεκλογική γραμμή της Νέας Δημοκρατίας Ο Ιούλιος αποδείχθηκε μήνας με ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον, καθώς άρχισε να αποκτά σαφή μορφή η στρατηγική που θα...
Η στρατηγική της υστερίας και η αμυντική προεκλογική γραμμή της Νέας Δημοκρατίας Ο Ιούλιος αποδείχθηκε μήνας με ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον, καθώς άρχισε να αποκτά σαφή μορφή η στρατηγική που θα ακολουθήσει η Νέα Δημοκρατία στον δρόμο προς τις εκλογές, όποτε αυτές τελικά πραγματοποιηθούν.
Παράλληλα, διαμορφώθηκε η νέα ηγετική ομάδα του κυβερνώντος κόμματος, η οποία φαίνεται ότι θα αναλαμβάνει στο εξής τη βρόμικη δουλειά για λογαριασμό του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ο ίδιος θα διατηρεί τον ρόλο του… μετριοπαθούς Πόντιου Πιλάτου του πολιτικού συστήματος, εμφανιζόμενος ως πολέμιος της… τοξικότητας.
Μέσα στον ίδιο μήνα αποτυπώθηκε και το ύφος της προεκλογικής εκστρατείας της Νέας Δημοκρατίας.
Εξωτερικά παρουσιάζεται ως επιθετικό.
Πίσω από την οξύτητα των εκφράσεων, ωστόσο, κυριαρχεί μια καθαρά αμυντική στάση, βασισμένη στη λογική τού «φταίμε κι εμείς, φταίτε κι εσείς, φταίνε κι οι άλλοι». Στην ίδια γραμμή εντάσσεται και το μήνυμα ότι «είμαστε κι εμείς διεφθαρμένοι, είστε κι εσείς, είναι κι οι άλλοι». Όπως δήλωσε μπροστά σε τηλεοπτικό μικρόφωνο ο εξ απορρήτων δημοσιογράφος ενός υπουργού, «αν δεν καθίσετε ήσυχοι», τότε «δεν θα καθίσουμε ούτε κι εμείς». Πρόκειται ουσιαστικά για τεράστια νομικά άλματα, τα οποία οδηγούν στη δημόσια διατύπωση εκβιασμών, ώστε η φιλελεύθερη παράταξη να αποφύγει την προεκλογική απολογία για τα σκάνδαλά της και να μη βρεθεί στριμωγμένη στον τοίχο.
Οι απειλές χρησιμοποιούνται για να κλείσουν στόματα και προέρχονται ακόμη και από πρόσωπα τα οποία ολόκληρη η επιχειρηματική αγορά θεωρεί βαριά διεφθαρμένα.
Την ίδια ώρα, υιοθετούνται υψηλοί ακροδεξιοί τόνοι, με στόχο τη συσπείρωση του πόπολου απέναντι στον κομμουνιστικό «εχθρό», ώστε να μην υπάρχει χρόνος για την αξιολόγηση όσων έγιναν ή δεν έγιναν κατά τη διάρκεια αυτής της επταετίας.
Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών είναι ιδιαιτέρως διδακτικές.
Αρχικά ακούσαμε πρώην υπουργό να προβάλλει το «νομικό» επιχείρημα ότι η επωνυμία ενός κόμματος συνιστά παρότρυνση σε βία και ότι ο άνθρωπος που επέλεξε αυτή την ονομασία μπορεί να θεωρηθεί ηθικός αυτουργός μιας ποινικής πράξης με την οποία, εκ πρώτης όψεως, δεν προκύπτει καμία σύνδεση.
Της επίθεσης με τα γκαζάκια.
Όση αντιπάθεια ή αποστροφή κι αν προκαλεί ο πολιτικός εναντίον του οποίου διατυπώθηκε η συγκεκριμένη κατηγορία, δύσκολα θα μπορούσε να καταγραφεί μεγαλύτερη νομική βαρβαρότητα.
Στη συνέχεια ακούσαμε πολιτικό πρόσωπο, το οποίο στο παρελθόν ωρυόταν στις κάμερες ότι είχε πέσει θύμα σκευωρίας, όταν κατηγορήθηκε πως «τα έπιανε» από εταιρία, να ακολουθεί ακριβώς την ίδια πρακτική.
Κατηγόρησε πολιτικό αρχηγό ότι χρηματίστηκε, με μοναδικό δεδομένο την ψήφιση νέων διατάξεων για τον Ποινικό Κώδικα από το Κοινοβούλιο.
Δεν αποκλείεται να συνέβη κάτι τέτοιο.
Με το ίδιο σκεπτικό, ως υπόθεση εργασίας στηριγμένη στο συγκεκριμένο επιχείρημα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι χρηματίζεται και ο πολιτικός του προϊστάμενος, όταν νομοθετεί σήμερα αντίστοιχες διατάξεις για το ακαταδίωκτο των τραπεζών.
Με βάση τη λογική ότι η απαλλαγή κάποιου από την ποινική διαδικασία μέσω μιας νομοθετικής ρύθμισης αρκεί για να στηριχθεί κατηγορία χρηματισμού, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι χρηματίστηκε τόσο ο Τσίπρας όσο και ο Μητσοτάκης.
Ο πρώτος για τους Κώδικες και ο δεύτερος για τους τραπεζίτες.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν μπορεί να το αποδείξει.
Η βάσανος του ποινικού νόμου προϋποθέτει αποδείξεις.
Όταν κάποιος υποστηρίζει ότι ο Τσίπρας χρηματίστηκε, η καταγγελία έχει προφανές ενδιαφέρον και προκαλεί την περιέργεια για το κατά πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Οφείλει, όμως, να προσδιορίσει από ποιον χρηματίστηκε, για ποιον λόγο, με ποιον τρόπο και ποια είναι τα τεκμήρια του χρηματισμού.
Αυτό ακριβώς επιβάλλει το κράτος δικαίου.
Οι ίδιες απαιτήσεις θα ίσχυαν για οποιαδήποτε ανάλογη καταγγελία σε βάρος του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη σχετικά με τη νομοθέτηση του ακαταδίωκτου των τραπεζιτών, μια πρωτοβουλία αντίστοιχης σημασίας.
Όποιος ισχυριστεί δημοσίως ότι ο πρωθυπουργός χρηματίστηκε, οφείλει να κατονομάσει τον τραπεζίτη που τον χρημάτισε και να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε ο χρηματισμός.
Αυτός είναι ο μοναδικός θεσμικά αποδεκτός δρόμος.
Η πολιτική αντιπαράθεση έχει πλέον εισέλθει σε μια νέα και επικίνδυνη φάση.
Οι ευθείες κατηγορίες πολιτικών εναντίον πολιτικών για δωροδοκία, χωρίς την παρουσίαση αποδεικτικών στοιχείων, μεταφέρουν τη χώρα σε μια εντελώς διαφορετική πίστα.
Όσοι επιλέξουν να μπουν μπροστά σε αυτές τις μετωπικές συγκρούσεις κινδυνεύουν στο τέλος να βγουν από αυτές σκόνη και θρύψαλα.
Χωρίς καμία εξαίρεση.
Οι πρωταγωνιστές γνωρίζουν τον κίνδυνο.
Γι’ αυτό φαίνεται ότι κινούνται προληπτικά, επιδιώκοντας να αποτρέψουν πιθανές καταγγελίες για σκάνδαλα που θα συνοδεύονται από συγκεκριμένες αποδείξεις κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου.
Η ομερτά που επιχειρείται να επιβληθεί ενδέχεται να προκαλέσει αποτελέσματα αντίθετα από εκείνα που επιδιώκονται.
Ορισμένοι μπορεί πράγματι να επιλέξουν τη σιωπή, ώστε να αποφύγουν την έναρξη μιας τέτοιας συζήτησης.
Η ίδια τακτική, όμως, επαναφέρει με τον πλέον επίσημο τρόπο το ζήτημα της διαφθοράς και το υπενθυμίζει στους πολίτες.
Πρόκειται για ένα θέμα που η κυβέρνηση κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να εξαφανίσει από τη δημόσια συζήτηση και τώρα το αναδεικνύει ξανά με τις δικές της ενέργειες.
Στη συνείδηση των πολιτών, οι οποίοι κρίνουν τις κυβερνήσεις πίσω από το παραβάν με βάση την αίσθηση και το ένστικτό τους, χωρίς να απαιτούν την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων μιας δικαστικής διαδικασίας, η συγκεκριμένη συμπεριφορά μπορεί να εκληφθεί ακόμη και ως πρόκληση.
Στο ίδιο πλαίσιο της στρατηγικής της υστερίας εντάσσεται η κατακόρυφη άνοδος των τόνων από μια σειρά φιλόδοξων στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, μετά την εκλογή του Κωνσταντίνου Κυρανάκη στη θέση του νέου γενικού γραμματέα του κόμματος.
Στελέχη όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Παύλος Μαρινάκης και ο Μάκης Βορίδης φαίνεται να συναγωνίζονται με εμφανές άγχος τον νεαρό γραμματέα ως προς την οξύτητα των παρεμβάσεών τους.
Η παρουσία του άλλαξε την επετηρίδα στην κορυφή της κομματικής ιεραρχίας και, κατά τα φαινόμενα, προκαλεί ενόχληση.
Η συγκεκριμένη τετράδα μπορεί να ενισχύσει τη συσπείρωση της Νέας Δημοκρατίας.
Ο μεταξύ τους ανταγωνισμός μπορεί επίσης να οδηγήσει στην ανατίναξη του ίδιου του κόμματος.
Από τη στιγμή που ο Κωνσταντίνος εμφανίστηκε στην πολιτική πίστα, οι υπόλοιποι τρεις δίνουν τα ρέστα τους. Ο Άδωνις καταγγέλλει τους διεφθαρμένους, ο Μαρινάκης τους «αλήτες» και ο Βορίδης την «ακτιβίστρια» Κοβέσι, με ανάλογες παρεμβάσεις να ακολουθούν.
Είτε ο ανταγωνισμός αυτός εξελίσσεται σε συνεννόηση με την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας είτε με την ανοχή της, το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου πολιτικού στίγματος για το κόμμα.
Η τακτική αυτή μπορεί αρχικά να συγκεντρώνει και να ενεργοποιεί ένα μέρος του ακροατηρίου της Νέας Δημοκρατίας.
Ταυτόχρονα δημιουργεί ισχυρές αντισυσπειρώσεις στο ευρύτερο εκλογικό σώμα, οι οποίες Κύριος οίδε σε ποιους πολιτικούς χώρους θα καταλήξουν.
Οι τοποθετήσεις των τεσσάρων ακούγονται ως μουσική στα αυτιά του πτοημένου κόσμου της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος τα τελευταία τέσσερα χρόνια βρίσκεται συνεχώς στη θέση του απολογούμενου για τις πράξεις και τις παραλείψεις τους.
Οι ίδιες τοποθετήσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως κόκκινο πανί για ευρύτερες κοινωνικές και εκλογικές πλειονότητες, οδηγώντας τες σε συσπείρωση γύρω από απροσδόκητους πολιτικούς χώρους, ακόμη και συντηρητικούς.
Υπό αυτή την έννοια, η στρατηγική της υστερίας μπορεί να προσφέρει πολιτικό μπόι και περισσότερους σταυρούς σε πρόσωπα που ενδέχεται αύριο να επιχειρήσουν να τοποθετηθούν στην κούρσα διαδοχής της Νέας Δημοκρατίας.
Μπορεί συγχρόνως να προκαλέσει μεγάλη στρατηγική ζημιά στο κόμμα.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην αποκαλούμενη «κεντρώα» φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας.
Αφορά κυρίως το γεγονός ότι, μέσα από τη διαρκή επίθεση, το κόμμα εμφανίζεται μονίμως απολογούμενο.
Εφόσον οι συνθήκες αυτές διατηρηθούν έως τις εκλογές, η συγκεκριμένη πεποίθηση θα εδραιωθεί σε βάθος χρόνου στο εκλογικό σώμα.
Οι δελφίνοι και τα δελφινάκια που θα συγκεντρώσουν σταυρούς και σταυρουδάκια μπορεί να μην ενδιαφέρονται για αυτή την εξέλιξη.
Ενδιαφέρει, όμως, όλους όσοι παρακολουθούν την αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος και αποστρέφονται το συγκεκριμένο είδος του «πολιτεύεσθαι». Και αυτοί, όταν έρθει η ώρα, θα κάνουν τις τελικές επιλογές τους.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους