Η Ρητορική του Παραλόγου και η Θεατρικότητα της Συγκάλυψης από τα θεσμικά όργανα της ενομου* πολιτείας. «Πώς είναι δυνατόν στην ίδια δίκη ένας κατηγορούμενος να καταδικάζεται σε τέσσερις φορές ισόβια...
Η Ρητορική του Παραλόγου και η Θεατρικότητα της Συγκάλυψης από τα θεσμικά όργανα της ενομου* πολιτείας. «Πώς είναι δυνατόν στην ίδια δίκη ένας κατηγορούμενος να καταδικάζεται σε τέσσερις φορές ισόβια κάθειρξη και η συγκατηγορούμενή του να αθωώνεται;» — Γιάννης Μπαρκαγιάννης, Ποινικολόγος Το παραπάνω απόφθεγμα εκφράζει, λέξη προς λέξη, την εύλογη απορία που ταλανίζει κάθε υγιή, σκεπτόμενο πολίτη αυτής της κοινωνίας.
Ωστόσο, ο εν λόγω ποινικολόγος —ο οποίος συχνά υιοθετεί μια θλιβερά καρικατουρίστικη θεατρικότητα παλαιάς κοπής— δεν έθεσε το ερώτημα με σκοπό να δώσει απαντήσεις.
Αντιθέτως, αντί να προσφέρει ουσιαστικές εξηγήσεις, επιδίδεται συστηματικά σε μια ιδιότυπη στρατηγική εκφοβισμού και φίμωσης προκειμένου να κλείσει τα στόματα της κοινωνικής κριτικής.
Πρέπει, βεβαίως, να του αναγνωριστεί η απόλυτη επάρκεια και επιδεξιότητα σε αυτές τις πρακτικές.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο νομικίστικος προβληματισμός του περί του «πώς είναι δυνατόν», καταλήγει να είναι αμιγώς ρητορικός.
Η απάντηση είναι προφανής και συνάμα κυνική, καθώς ενυπάρχει ειρωνικά στην ίδια του την ερώτηση: Όταν η υπεράσπιση αναλαμβάνεται με τέτοιους όρους, εργαλειοποιώντας τα κενά του συστήματος, τα πάντα καθίστανται πιθανά — ακόμη και η νομιμοποίηση του απόλυτου παραλόγου.
Ιδού η Ρόδος, λοιπόν, κύριε συνήγορε.
Ιδού και η κριτική που προσπαθείτε να διαγράψετε.
Η αποδόμηση της μεθοδολογίας σας ακολουθεί παρακάτω.
Τα περαιτέρω, απαλλαγμένα από ψηφιακές λοβοτομές και λογοκρισίες, παραδίδονται στην αμείλικτη κρίση των αναγνωστών, προκειμένου ο καθένας να εξαγάγει τα αναγκαία συμπεράσματα.
------------------------------------------------------- Η Λογοκρισία ως Έσχατο Καταφύγιο: Περί Νομικής Υποκρισίας και Θεσμικής Δυσωδίας Όταν ο νομικός υπερασπιστής μιας εξόφθαλμα σκανδαλώδους και κοινωνικά αποκρουστικής δικαστικής απόφασης επιλέγει τον αποκλεισμό (block) και τη διαγραφή ενός δομημένου κειμένου, ενώ ταυτόχρονα αφήνει ανέπαφα άλλα, πιο σπασμωδικά ή υβριστικά σχόλια, δεν προβαίνει απλώς σε μια πράξη λογοκρισίας.
Προβαίνει σε μια ομολογία ήττας.
Η επιλεκτική αυτή αντιμετώπιση του δημόσιου διαλόγου δεν είναι τυχαία, αλλά μια εξαιρετικά μελετημένη επικοινωνιακή στρατηγική, την οποία οφείλουμε να αποδομήσουμε: Τα αποσπασματικά, άναρθρα ή οργισμένα σχόλια του κόσμου παραμένουν εσκεμμένα στις σελίδες τους, διότι εξυπηρετούν απόλυτα το αφήγημά τους.
Τους βολεύουν.
Τους επιτρέπουν να φορέσουν τον μανδύα του διωκόμενου και να δηλώσουν στα τηλεοπτικά παράθυρα ότι δήθεν υφίστανται «επίθεση από την τυφλή οργή του όχλου», παρουσιάζοντας εαυτούς ως τους μόνους εγγυητές της ψυχραιμίας και του «Κράτους Δικαίου». Εργαλειοποιούν τον θυμό του κόσμου για να νομιμοποιήσουν την ελίτ τους.
Όταν όμως έρθουν αντιμέτωποι με τον δομημένο, ψύχραιμο και ακαδημαϊκά τεκμηριωμένο λόγο —έναν λόγο που δεν βρίζει, αλλά ξεγυμνώνει την υποκρισία τους μέσω της λογικής—, τότε το σύστημά τους βραχυκυκλώνει.
Ο ορθολογικός αντίλογος δεν μπορεί να απαξιωθεί ως «λαϊκισμός». Δεν μπορεί να απορριφθεί.
Μπορεί μόνο να διαγραφεί, διότι υπενθυμίζει στο νομικό τους οικοδόμημα τη βαθιά ηθική του γύμνια.
Είναι καιρός η κοινωνία να αντιληφθεί πώς ακριβώς κινούνται αυτοί οι φερόμενοι ως «υπερασπιστές του δικαίου». Πίσω από τις βαρύγδουπες νομικές ορολογίες με τις οποίες προσπαθούν να ναρκώσουν το κοινό αίσθημα, πίσω από τα καλοραμμένα κοστούμια και τα μειλίχια, συγκαταβατικά χαμόγελα στις κάμερες, κρύβεται μια απύθμενη θεσμική και ηθική δυσωδία.
Μια δυσωδία που πηγάζει από την πεποίθησή τους ότι η Δικαιοσύνη είναι ένα κλειστό club ανταλλαγής εξυπηρετήσεων, ένα εργαλείο ξεπλύματος συγκάλυψης για όσους φορούν στολές ή ανήκουν στα σωστά δίκτυα εξουσίας.
Μια νοοτροπία που αντιμετωπίζει τους πολίτες ως «αδαείς ιθαγενείς» που πρέπει είτε να χειραγωγούνται με ξύλινες ανακοινώσεις, είτε να φιμώνονται με ένα ψηφιακό delete.
Όμως η ουσιαστική αλήθεια δεν διαγράφεται.
Η προσπάθεια ενός δικηγόρου να εξαφανίσει την κριτική, απλώς επιβεβαιώνει περίτρανα την ενοχή αυτού που προσπαθεί να κρύψει.
Η αυθεντία δεν χτίζεται με λογοκρισία, ούτε το πραγματικό Δίκαιο θεμελιώνεται στη φίμωση.
Όσο κι αν προσπαθούν να αποστειρώσουν την εικόνα τους, η κοινωνία έχει πλέον και την κρίση και τα εργαλεία να μυρίζει τη σήψη.
¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬¬ Το Χρονικό μιας Διαγραφής: Η Σιωπή ως Ομολογία «Το κείμενο που ακολουθεί συνιστά την ακριβή τοποθέτηση που ο κύριος συνήγορος επέλεξε να διαγράψει άρον-άρον από τη δημόσια σφαίρα.
Εάν διέθετε το παραμικρό ουσιαστικό —νομικό ή ηθικό— έρεισμα, θα είχε εδώ την ιδανική ευκαιρία να παραθέσει μια τεκμηριωμένη και πειστική απάντηση.
Να επιχειρηματολογήσει, δηλαδή, με την ίδια ακριβώς "πειστικότητα" που φέρεται να επέδειξε κεκλεισμένων των θυρών, εντός της προστατευμένης δικαστικής αίθουσας.
Ή μήπως, τελικά, υπό το ανελέητο φως της δημόσιας κριτικής και μακριά από τα διαδικαστικά τεχνάσματα, το οπλοστάσιο των απαντήσεών του απλώς... εξαντλείται; Το ερώτημα που τίθεται πλέον ευθέως και δημόσια, παραμένει αμείλικτο: Αλήθεια, κύριε ποινικολόγε, εάν οι θέσεις σας είναι τόσο ακλόνητες και η συνείδησή σας τόσο καθαρή, προς τί η σπουδή σας να διαγράψετε το σχόλιό μου και να καταφύγετε στον άνανδρο ψηφιακό μου αποκλεισμό (block); Γνωρίζετε καλά κι εσείς, όπως και όλοι μας, πως η αλήθεια ποτέ δεν χρειάστηκε τη λογοκρισία για να επιβιώσει.»
----------------------------------------------- ΤΟ ΕΠΙΜΑΧΟ ΣΧΟΛΙΟ Η Εργαλειοποίηση του Δικαίου και η Θεσμική Έκπτωση της Δικαιοσύνης Αξιότιμε κύριε συνήγορε, Επιτρέψτε μου να παρατηρήσω πως η δημόσια τοποθέτησή σας δεν συνιστά νομικό επιχείρημα, αλλά μνημείο θεσμικής και ηθικής έκπτωσης, το οποίο προκαλεί βαθύτατη ντροπή σε κάθε σκεπτόμενο πολίτη.
Επιχειρείτε, μέσα από μια επίφαση νομικού δογματισμού, να συγκαλύψετε ένα δομικό πρόβλημα: η μορφή απονομής Δικαιοσύνης που υπερασπίζεστε απέχει παρασάγγας από το Δίκαιο όπως το αντιλαμβάνεται η κοινή λογική και η κοινωνική ηθική.
Έχετε μετατρέψει το Δίκαιο σε έναν στείρο τεχνικό όρο, ένα ελαστικό εργαλείο το οποίο διαστέλλεται ή συστέλλεται αναλόγως της οικονομικής επιφάνειας, της ταξικής θέσης και των πάσης φύσεως πιέσεων ή συμμαχιών των κατηγορουμένων.
Για να γίνει κατανοητή η υποκρισία του συστήματος που υπηρετείτε, αρκεί να αντιπαραβάλουμε δύο υποθέσεις που αποδεικνύουν την ταξική μεροληψία της δικαιοσύνης (αυτό που ο Michel Foucault θα ονόμαζε επιλεκτική λειτουργία του ποινικού συστήματος). Από τη μία, μια φτωχή καθαρίστρια με παραποιημένο απολυτήριο δημοτικού καταδικάζεται σε δέκα χρόνια κάθειρξη — μια ποινή κυριολεκτικά εξοντωτική.
Από την άλλη, μια εργαζόμενη στο δικαστικό μέγαρο Χανίων, με πλαστογραφημένο πτυχίο Νομικής (μια πράξη με σαφώς βαρύτερη κοινωνική και θεσμική απαξία), κρίνεται αθώα.
Η περίφημη «τυφλή δικαιοσύνη» αποδεικνύεται εν τέλει εξαιρετικά οξυδερκής στο να δαγκώνει, σαν το φίδι, αποκλειστικά τους «ξυπόλητους». Στη συγκεκριμένη, εξόφθαλμα σκοτεινή υπόθεση, έρχεστε να μας κάνετε θεσμικό gaslighting.
Βομβαρδίζετε την κοινή γνώμη με τεχνικές ορολογίες περί «απουσίας ελεύθερης βούλησης», όχι για να φωτίσετε την αλήθεια, αλλά για να "ξεπλύνετε" την πελάτισσά σας —που ήταν εν ενεργεία αστυνομικός— από το βάρος της συνυπευθυνότητας.
Μας εγκαλείτε, μάλιστα, υποστηρίζοντας ότι οι αποφάσεις δεν βγαίνουν από την «οργή του πλήθους». Κάνετε λάθος: η κοινή λογική προστάζει κάτι εντελώς διαφορετικό από τον νομικό σας ελιτισμό, και δεν θα επιτρέψουμε να χαρακτηριστεί «παράλογη» η υγιής κοινωνική αντίδραση απέναντι στο τερατώδες.
Γνωρίζετε καλά κι εσείς ο ίδιος την πλάνη των όσων δηλώνετε.
Αποσιωπάτε, βολικά, την έννοια της «εγγυητικής θέσης» του γονέα.
Όταν ένας γονέας δεν προστατεύει, δεν ανατρέφει, εγκαταλείπει ή αφήνει τα παιδιά του βορά στην απόλυτη κακοποίηση για χρόνια, η αδράνεια συνιστά ύψιστη εγκληματική πράξη διά παραλείψεως.
Πώς ακριβώς το δικαστήριο προσπέρασε τη χρόνια, συστημική παραμέληση ανηλίκων από την ίδια τους τη μητέρα; Μπροστά σε τέτοιες εξωφρενικές νομιμοφανείς αποφάσεις, είναι απολύτως θεμιτό να διερωτάται η κοινωνία για τα κριτήρια της κρίσης.
Όταν η λογική καταρρέει, εύλογα αναρωτιέται κανείς εάν η απόφαση υπαγορεύτηκε από τη συμμετοχή σε κλειστά, οιονεί τεκτονικά δίκτυα αλληλεγγύης (είτε πρόκειται για κυριολεκτικές μασονικές στοές, είτε για το άβατο των αστυνομικών-δικαστικών συντεχνιών), όπου οι κατηγορούμενοι και οι κρίνοντες μοιράζονται κοινούς κώδικες προστασίας.
Ολοκληρώνοντας, σας υπενθυμίζω το προφανές: είναι ντροπή να αρθρώνονται αυτές οι δικαιολογίες στον δημόσιο λόγο.
Πέραν του νομικού και κοινωνικού σκέλους, αναλαμβάνετε ένα δυσβάσταχτο βιοηθικό και πνευματικό βάρος.
Η επισκίαση της αλήθειας σε υποθέσεις τόσο σκοτεινές δημιουργεί ένα βαρύτατο καρμικό αποτύπωμα, το οποίο ιστορικά και νομοτελειακά (ως Νέμεσις) αντανακλάται στους αυτουργούς και τους υπερασπιστές τέτοιων συνθηκών.
Το ερώτημα δεν είναι νομικό, είναι βαθιά υπαρξιακό: Γιατί εν γνώσει σας επιλέγετε να το κάνετε αυτό;
------------------ Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ΚΓ 27 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας. https://www.facebook.com/reel/986914953805817 Ο καθενας ας βγάλει τα συμπεράσματα του. Δημητριος Σκρέτας 12 Ιουλίου 2026
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους