Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ (ΜΕΡΟΣ Α: «Σε δεύτερο ενικό») Ανήμερα των γενεθλίων του αγαπητού φίλου Κυριάκου Στυλιανού (Kyriakos Stylianou) δημοσιεύω το πρώτο μέρος των παρατηρήσεων/εντυπώσεών μου...
Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ (ΜΕΡΟΣ Α: «Σε δεύτερο ενικό») Ανήμερα των γενεθλίων του αγαπητού φίλου Κυριάκου Στυλιανού (Kyriakos Stylianou) δημοσιεύω το πρώτο μέρος των παρατηρήσεων/εντυπώσεών μου για το ποιητικό έργο του, με αναφορά στην πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Σε δεύτερο ενικό». Χρόνια πολλά, ευτυχισμένα και δημιουργικά, φίλε Κυριάκο, πάντα με υγεία.
Να σε χαίρονται η σύζυγος και τα παιδιά σου!
***** Ο εκπαιδευτικός και βραβευμένος συγγραφέας Κυριάκος Στυλιανού, με δύο παρουσίες έργων του τα τελευταία χρόνια, στην κατηγορία Διήγημα / Νουβέλα, στις Βραχείες Λίστες των Κρατικών Βραβείων Κύπρου («Κλεμμένα Παιχνίδια» και «Ανάπηρος Ορίζοντας»), δεν είναι μόνο ένας καταξιωμένος πεζογράφος αλλά και ένας εξαιρετικός ποιητής.
Η αλήθεια είναι πως θα ήθελα να τον δω να εκδίδει σύντομα μια νέα ποιητική συλλογή, γιατί πάνε αρκετά χρόνια που έχουν κυκλοφορήσει οι δύο ποιητικές συλλογές του («Σε δεύτερο ενικό», 2019 και «Αγάπες και ενοχές», 2020). Θα επιχειρήσω σε αυτό το πρώτο μέρος της ανάρτησής μου για το ποιητικό έργο του, ως απλός αναγνώστης, να καταθέσω ορισμένες παρατηρήσεις και εντυπώσεις μου από την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Σε δεύτερο ενικό». Η εν λόγω ποιητική συλλογή του κυκλοφόρησε το 2019 από τις Βιβλιοεκδόσεις Αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια συνειδητά δομημένη συλλογή, όπου κάθε ποίημα συνομιλεί με τα υπόλοιπα και υπηρετεί μια ενιαία ποιητική αντίληψη.
Το δεύτερο ενικό πρόσωπο, που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο, θεωρώ πως είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Κυριάκος Στυλιανού οικοδομεί σχέση οικειότητας με τον αναγνώστη, μετατρέποντας την ποίησή του σε διάλογο, εξομολόγηση, προτροπή, αυτοκριτική και, συχνά, σε ηθικό στοχασμό.
Ιδιαίτερα θετική είναι η εντύπωση που αφήνει η συνέπεια της ποιητικής φωνής του.
Το «εσύ» μεταμορφώνεται συνεχώς.
Γίνεται ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ο φίλος, το παιδί, ο ερωτευμένος, ο πολίτης, ο ίδιος ο ποιητής, ακόμη και ο αναγνώστης.
Έτσι, η προσωπική εμπειρία αποκτά καθολικές διαστάσεις.
Η συλλογή διαπνέεται από έντονο ανθρωπισμό.
Ο ποιητής δεν ενδιαφέρεται να περιγράψει απλώς τον κόσμο, αλλά να αναδείξει την ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στον άνθρωπο.
Από το πρώτο κιόλας ποίημα, αφιερωμένο «Στους απανταχού ειρηνοποιούς» (σελ. 9), θέτει το ιδεολογικό και ηθικό πλαίσιο του βιβλίου, αναρωτώμενος: «Δεν είναι γι’ αυτούς που γράφονται ποιήματα; / Δεν είναι αυτοί που πρώτοι γράφουν ιστορία;» Η ειρήνη, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η αντίσταση απέναντι στη βία διατρέχουν ολόκληρη τη συλλογή.
Στο ποίημα «Περί μεθόδου» (σελ. 13) η φρίκη του πολέμου συμπυκνώνεται στην εικόνα: «Κομματιασμένες σάρκες του παιδιού, / μικρά ποδοπατημένα γράμματα...», ενώ η καταληκτική διατύπωση, «Ένας τρόπος να υπάρχεις, / μια μέθοδος για να ξεχνάς», μετατρέπει το συγκεκριμένο γεγονός σε υπαρξιακό σχόλιο για τον σύγχρονο άνθρωπο.
Εξίσου έντονος είναι ο κοινωνικός προβληματισμός της συλλογής.
Ο ποιητής ασκεί κριτική στις ιδεολογικές αγκυλώσεις, στον δογματισμό και στις βεβαιότητες που ακυρώνουν την ελεύθερη σκέψη.
Στο ποίημα «Περί ιδεολογίας» (σελ. 20) γράφει χαρακτηριστικά: «Η επιγραφή “Η ιδεολογία, ο εχθρός της αλήθειας” / έμεινε μονάχη της στον τοίχο». Η διατύπωση είναι λιτή, σχεδόν αποφθεγματική, αλλά ιδιαίτερα εύστοχη.
Ο ποιητής δεν καταγγέλλει.
Υποβάλλει, αφήνοντας την εικόνα να λειτουργήσει από μόνη της.
Παράλληλα, η ιστορία και η πατρίδα αποτελούν σταθερά σημεία αναφοράς. Η Κύπρος προσεγγίζεται ως τραύμα που εξακολουθεί να αιμορραγεί.
Η εικόνα της πατρίδας ως «μνήμα ανοιχτό που περιμένει τους νεκρούς της», στο ποίημα «Ανατολή» (σελ. 38), συγκαταλέγεται, κατά τη γνώμη μου, στις πιο δυνατές της συλλογής.
Αντίστοιχα, στο ποίημα «Μισές ζωές» (σελ. 37), η διαίρεση της Κύπρου αποκτά υπαρξιακή διάσταση: «Βολεύτηκες / πίσω από μισές αναπνοές, / πατρίδες που κόπηκαν στα δυο». Ένα ακόμη σημαντικό γνώρισμα της συλλογής είναι η συνεχής αντιπαράθεση ανάμεσα στην απόγνωση και στην ελπίδα.
Ο ποιητής αναγνωρίζει την κυριαρχία της βίας, της μοναξιάς και της διάψευσης, αλλά αρνείται να παραδοθεί.
Στο ποίημα «Επιμονή» σημειώνει: «Τ’ αεροπλάνα ακόμη σπέρνουν θάνατο...» και λίγο αργότερα απαντά: «...δεν πρόσεξες / πως επιμένω να βλέπω μπροστά» (σελ. 36). Ανάλογη λειτουργία έχει και το ποίημα «Παραμονή» (σελ. 31), όπου, ενώ ο κόσμος παρουσιάζεται ως τόπος καταστροφής, «Η γη σου πια / θανατερό γενοβόλημα», η τελευταία εικόνα αποκαθιστά την ελπίδα: «μα εγώ ελπίζω στα βουνά / που παραμένουν πιστά στο ύψος τους». Αυτή η διαρκής ισορροπία ανάμεσα στη σκοτεινή διαπίστωση και στη δυνατότητα υπέρβασής της αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες της συλλογής.
Ιδιαίτερη θέση κατέχουν και τα ποιήματα που αναφέρονται στο παιδί.
Ίσως αυτό απορρέει από την επαγγελματική του ιδιότητα, ως δασκάλου.
Το παιδί λειτουργεί ως σύμβολο αθωότητας, εσωτερικής αντοχής και αυθεντικής ζωής.
Στα ποιήματα «Προς το παιδί», «Πώς θ’ άντεχες;», «Περί συμμαχίας» και «Απορία», η παιδική ηλικία παρουσιάζεται ως χώρος όπου ο άνθρωπος εξακολουθεί να αναζητά καταφύγιο απέναντι στη φθορά της ενηλικίωσης.
Συγκινητική είναι η διαπίστωση: «Στο πρόσωπο του γιου σου / βρήκες το σύμμαχο / που πάντοτε επιθυμούσες» (σελ. 16). Ταυτόχρονα, ο έρωτας και η αγάπη δεν αντιμετωπίζονται ρομαντικά ή εξιδανικευμένα. Ο Κυριάκος Στυλιανού απορρίπτει τις κοινοτοπίες και αναζητά την ουσία των ανθρώπινων σχέσεων.
Στο σύντομο αλλά ιδιαίτερα εύστοχο ποίημα «Λέξεις της αγάπης» σημειώνει: «Πόσο ανόητος είσαι / πανάρχαιες λέξεις της αγάπης / να αναμασάς!» και καταλήγει: «Τέτοιες λέξεις θα ’πρεπε / με την πρώτη εκφορά τους να εξαφανίζονταν». Η αληθινή αγάπη, υπονοεί ο ποιητής, δεν εξαντλείται στις λέξεις αλλά επιβεβαιώνεται μέσα από τη στάση ζωής.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της συλλογής είναι η συνεχής παρουσία της μνήμης.
Στο ποίημα «Ταχύτητα Vs Μνήμη» γράφει: «Η ταχύτητα που σου χάρισαν / δεν ήταν δώρο...» και λίγο αργότερα υπενθυμίζει: «Δεν είναι αργά και το ξέρεις πως / οι μνήμες τα όνειρά μας τρέφουν». Η μνήμη παρουσιάζεται ως αντίδοτο στην επιφανειακή ζωή και ως προϋπόθεση αυτογνωσίας.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και η εκφραστική τεχνική του Κυριάκου.
Η γλώσσα του είναι απέριττη, διαυγής και πειθαρχημένη.
Αποφεύγει τον λεκτικό εντυπωσιασμό και τις εκτεταμένες μεταφορές, προτιμώντας τη συμπύκνωση και την οικονομία.
Πολλά ποιήματα θυμίζουν μικρά ποιητικά στιγμιότυπα ή επιγράμματα, όπου κάθε λέξη υπηρετεί έναν συγκεκριμένο σκοπό.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετά ποιήματα ολοκληρώνονται με έναν τελευταίο στίχο που λειτουργεί ως αιφνίδια ανατροπή ή ως αποφθεγματικό συμπέρασμα.
Χαρακτηριστική είναι η λιτή ερώτηση στο ποίημα «Μεγάλα λόγια» (σελ. 40): «Γιατί δεν τη λες ζωή;» ή η διαπίστωση στην «Ετυμηγορία»: «Ο χρόνος, άλλωστε, / ποτέ δε γελιέται» (σελ. 35). Αυτή η αφαιρετική γραφή αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της συλλογής.
Εν κατακλείδι, ο Κυριάκος, στην πρώτη ποιητική συλλογή του, μέσα από σύντομα, πυκνά ποιήματα, οικοδομεί έναν ουσιαστικό διάλογο με τον αναγνώστη, καλώντας τον να αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με τον χρόνο, με την ιστορία και με τις ευθύνες του απέναντι στον κόσμο.
Πρόκειται για μια συλλογή που ο δημιουργός της δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με τον θόρυβό της αλλά προτιμά να αφήσει τη σιωπή ανάμεσα στους στίχους να συνεχίσει τον διάλογο και μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης.
Εξάλλου, ο Κυριάκος κι ως άνθρωπος διακρίνεται για τη σεμνότητά του, διατηρώντας χαμηλό προφίλ.
Ωστόσο, η προσφορά του τόσο στη λογοτεχνία όσο και στους ομότεχνούς του λογοτέχνες χαρακτηρίζεται από αμέριστη γενναιοδωρία. Αγαπητέ Κυριάκο, συγχαρητήρια. Θα επανέλθω, σύντομα, με τη δεύτερη ποιητική σου συλλογή «Αγάπες και Ενοχές».
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους