[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΓΥΜΝΟΣ ☀️ Ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε στις 18 Ιουνίου του 2024. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, στις 21 Ιουνίου του 2020, είχε έρθει το Τέλος του Κόσμου. Προλάβαμε όμως, ήδη από το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΓΥΜΝΟΣ ☀️ Ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε στις 18 Ιουνίου του 2024.

Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, στις 21 Ιουνίου του 2020, είχε έρθει το Τέλος του Κόσμου.

Προλάβαμε όμως, ήδη από το 2017, και πήραμε πίσω την Κωνσταντινούπολη, διώξαμε την Τρόικα και ανεβάσαμε πάλι στο θρόνο τον βασιλιά Κωνσταντίνο.

Στις 26 Μαρτίου του 2020 αποκαλύφθηκε ότι τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών είχαν προφητεύσει την πανδημία του κορωνοϊού. Τον Αύγουστο του 2018 εμφανίστηκε η Παναγία στη γυναίκα του Ερντογάν και της είπε: «Θα έχει άσχημο τέλος η οικογένειά σου, αν δεν απελευθερώσετε τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς». Τον Μάιο του 2021 δεν υποδέχτηκαν στην Ελλάδα το Άγιο Φως με τιμές αρχηγού κράτους ώστε να βρει την ευκαιρία και να χριστεί ο Αντίχριστος στον Τρίτο Ναό του Σολομώντος.

Εάν σας διέφυγαν αυτά τα θεμελιώδη γεγονότα, δεν αναμένω να προσέξατε ότι το Παιδί του Διαβόλου ζει ανάμεσά σας• στο διαταραγμένο σύμπαν της "Ελεύθερης Ώρας" μια ανάλογη είδηση θεωρείται σχεδόν φυσιολογική.

Όταν υπέπεσε πρώτη φορά στην αντίληψή μου, μεγαλοβδομαδιάτικα, το πρωτοσέλιδο της 12ης Απριλίου του 2023, το πήρα μάλλον ψύχραιμα και περιορίστηκα να σημειώσω στο Facebook: «Χαρμόσυνα οικογενειακά νέα σήμερα.

Η "Ελεύθερη Ώρα" αποκαλύπτει την ταυτότητα του πατέρα μου». Να σας πω τη μαύρη αλήθεια, περίμενα να διασταυρώσει την είδηση και κάποια άλλη εφημερίδα, που να αντιμετωπίζει τα συνταρακτικά μεταφυσικά συμβάντα με λιγότερο σνομπισμό, αλλά δυστυχώς καμία δεν επέδειξε ανάλογο ενδιαφέρον.

Ως εκ τούτου, η "Ελεύθερη Ώρα" επανήλθε με νέο πρωτοσέλιδο στις 11 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, όπου όχι μόνο επαναβεβαίωνε την καταγωγή μου, αλλά κατέθετε και μήνυση εναντίον μου, ενόσω προσέθετε δυσοίωνα στον υπότιτλο: «Εκκωφαντική σιωπή από Βαρθολομαίο, Ιερώνυμο και Άγιο Όρος». Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται: Πατριαρχείο, Αρχιεπισκοπή και Περιβόλι της Παναγιάς, δεν το συζητώ, τα έχω στο τσεπάκι• τι κάνει ο μπαμπάς μου, νομίζετε, μπρίκια κολλάει; Αφορμή για να συρθεί το Παιδί του Διαβόλου στα ελληνικά δικαστήρια ήταν οι τότε πρόσφατες δηλώσεις μου στην τηλεόραση του OPEN, στο χαρούμενο πρωινό μαγκαζίνο της Ελένης Τσολάκη.

Εκεί, απέναντι σ’ ένα πάνελ που αντιμετώπιζε τις απόψεις μου λες και ήταν οι πιο εξωφρενικές από όσες είχε ακούσει σε ολόκληρο τον τηλεοπτικό του βίο, είχα το θράσος, μεταξύ πολλών άλλων, να ισχυριστώ ότι ο άγιος Παϊσιος ήταν εμφανώς διαταραγμένος.

Ανέφερα το υποτιθέμενο περιστατικό με τη σαύρα, όπου ο Παϊσιος την ρωτάει αν υπάρχει Θεός και η σαύρα, σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, κουνάει καταφατικά το κεφάλι της, ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη, την πιο μερακλίδικη, συνοδεύει την κίνηση της κεφαλής της με ένα ηχηρό ελληνοπρεπέστατο «Ναι»• σε αμφότερες τις περιπτώσεις, εάν εξέταζε τον Παϊσιο ο δόκτωρ Χάουζ, δύσκολα θα του επέτρεπε να επιστρέψει στο μοναστήρι του, χωρίς τουλάχιστον να αποσπάσει από το γεροντάκι τη γραπτή δέσμευση ότι θα παίρνει ανελλιπώς τα φάρμακά του.

Η μήνυση της "Ελεύθερης Ώρας" πήγε κουβά από τον εισαγγελέα, στερώντας έτσι και από τους δικαστές την ευκαιρία να ψυχαγωγηθούν με μια υπόθεση που δεν θα είχε τίποτε να ζηλέψει από τις καλύτερες στιγμές της ελληνικής επιθεώρησης (ιδίως όταν θα κατέθετε η σαύρα). Κουβά πήγαν και οι τέσσερις εν συνόλω μηνύσεις του Φίλιππου Καμπούρη εναντίον μου –μία κάθε τέσσερις μήνες.

Το πιθανό κίνητρο του Καμπούρη, ότι κάθε μήνυση θα του φέρνει και νέα φουρνιά ψήφων, από τη στιγμή μάλιστα που πήρε το δαχτυλίδι από τον παλαίμαχο Γιώργο Καρατζαφέρη και αναβαθμίστηκε δια βοής ως ο μοναδικός υποψήφιος σε πρόεδρο του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού (ΛΑΟΣ), δεν φάνηκε να επαληθεύεται στην κάλπη: παρέμεινε δημοσκοπικά αόρατος, πολύ κάτω από τη μονάδα, στα όρια του στατιστικού λάθους.

Παράλληλα με τον Καμπούρη, σφοδρός μου πολέμιος αναδείχτηκε και ο πρώην Καλαβρύτων Αμβρόσιος, επιλέγοντάς με ως προσφιλή στόχο στα σχοινοτενή του παραληρήματα: «Τέκνον του Διαβόλου, είσθε αγράμματος, άξεστος και ανιστόρητος!». Στο πιο πομπώδες, τον Φεβρουάριο του 2023, τσουβάλιασε μαζί τους τρεις πιο επικίνδυνους «αντίχριστους» της πατρίδας μας: τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τον Αλέξη Τσίπρα κι εμένα.

Δεν σας το κρύβω.

Άνθρωπος είμαι κι εγώ, μια δικαίωση την ένιωσα.

Κατά τα λοιπά, το 2024 μπήκε κυριολεκτικά με το δεξί.

Με το ακροδεξί, για την ακρίβεια.

Πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση είχαμε στη βουλή τρία κόμματα που έκαναν ανοιχτά παιχνίδι με τη θρησκεία: την Ελληνική Λύση, τη Νίκη και τους Σπαρτιάτες.

Οι τελευταίοι, που απογειώθηκαν με την «κηροζίνη» του διαβόητου τρόφιμου των φυλακών Δομοκού, βυθίστηκαν γρήγορα στην αυτογελοιοποίηση κι εξατμίστηκαν προτού προλάβουν να δρέψουν τους καρπούς της θρησκοκαπηλίας.

Αντίθετα, η Ελληνική Λύση και η Νίκη έτρεξαν να μοιραστούν τα ιμάτια των Σπαρτιατών, με πυροκροτητή το νομοσχέδιο για τον πολιτικό γάμο των ομόφυλων ζευγαριών.

Πεδίον δόξης λαμπρόν στο ίδιο νομοσχέδιο ανακάλυψαν και όσοι πολιτευτές της Νέας Δημοκρατίας εκμεταλλεύτηκαν το «παραθυράκι» που άφησε ανοιχτό ο Μητσοτάκης κατά τη ψηφοφορία –λέγε με και αποχή- κι έκλεισαν το μάτι στα ανησυχούντα αμνοερίφια: έτσι ο Γιάννης Καλλιάνος αποθεώθηκε από το ποίμνιο στην Αγία Μαρίνα της Ηλιούπολης ως «απέχων», ενώ η ίδια η αποχή διευκόλυνε μάλλον παρά δυσχέραινε να περάσει το νομοσχέδιο με σχετική πλειοψηφία.

Ο αρχιμανδρίτης Σεραφείμ, που έδωσε το έναυσμα για την αποθέωση του Καλλιάνου, ήταν παλιός μου γνώριμος.

Στο «πικ» της πανδημίας, με κλειστές τις εκκλησίες, έκανε «αντίσταση» κρύβοντας τη θεία μετάληψη σε καλάθια με φρούτα και αποχώρησε τον ίδιο καιρό έξαλλος από την εκπομπή της Τατιάνας Στεφανίδου, στον Alpha, όταν άκουσε εμένα τον «λαϊκιστή» να δηλώνω ότι ο κορωνοϊός δεν ξεχωρίζει θρήσκους και άθρησκους, εξολοθρεύει χριστιανούς, μουσουλμάνους, εβραίους και άθεους αδιακρίτως.

Τώρα, με το νομοσχέδιο, ο αρχιμανδρίτης την είχε δει πάλι ως κάτι ανάμεσα σε Παπαφλέσσα στο Μανιάκι και Σαμουήλ στο Κούγκι.

Το ίδιο και οι μητροπολίτες.

Ενώ στην έκτακτη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου είχαν επιδείξει εν σώματι το διαλλακτικό τους πρόσωπο –«διαφωνούμε με την Πολιτεία, αλλά εκείνη νομοθετεί»- αργότερα, κατά μόνας, σήκωσε ο καθένας το δικό του μπαϊράκι πλεοδοτώντας σε επιτίμια για όποιον βουλευτή τολμούσε να υπερψηφίσει (ο Μόρφου Νεόφυτος από την Κύπρο, καβάλα στη δική του παράνοια, πρότεινε κάτι πιο δραστικό: να αφορήσουν τους αρχηγούς των κομμάτων που θα υπερψηφίσουν). Άτομα εγνωσμένου κύρους και με γνώση του αντικειμένου, όπως ο ακτιβιστής Γρηγόρης Βαλλιανάτος και ο δικηγόρος Βασίλης Σωτηρόπουλος, καλούνταν στα τηλεοπτικά πάνελ να αντιμετωπίσουν ρασοφόρους που, με τη σειρά τους, κατέφευγαν σε υπερχιλιετή Πατερικά Κείμενα, μολονότι κωλύονταν ανοιχτά να προτείνουν να λιντσάρουμε τους ομοφυλόφιλους, όπως πρότεινε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Η παθογένεια και η υποκρισία αναδείχτηκαν το ίδιο διάστημα σε όλο τους το μεγαλείο με την αποκαλούμενη «Δίκη του Αγίου Φωτός». Κατ’ αρχάς πρέπει να τονίσουμε ότι είναι μία από τις λίγες, ίσως και η μοναδική στα παγκόσμια δικαστικά χρονικά περίπτωση, όπου ο μηνυτής απέφυγε συστηματικά –μετά μανίας, θα λέγαμε- την εκδίκαση της μήνυσης που ο ίδιος κατέθεσε και, εξίσου επιτακτικά, αποζήτησε την εκδίκαση ο ίδιος ο μηνυόμενος.

Όταν πια εξαντλήθηκαν όλες οι αναβολές, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων (ο μηνυτής) υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει τον Δημήτρη Αλικάκο (τον μηνυόμενο). Τα πειστήρια εναντίον του Πατριαρχείου ήταν συντριπτικά.

Οι ίδιοι οι αγιοταφίτες ρασοφόροι αποκάλυπταν on camera πως άναβαν το Άγιο Φως στον υποτιθέμενο Πανάγιο Τάφο με τον φυσικό τρόπο που υποψιαζόταν ο Αδαμάντιος Κοραής και όλοι όσοι διατηρούμε ακόμη σώας τας φρένας.

Μας πήρε διακόσια χρόνια προτού αποδεχτεί κι επίσημα η ελληνική δικαιοσύνη «τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια» -ο Αλικάκος αθωώθηκε πανηγυρικά- κι εμείς οι αιθεροβάμονες πίστεψαμε πως οι ρασοφόροι και τα φερέφωνά τους, εάν δεν ζητήσουν δημόσια συγγνώμη, θα τρέξουν τουλάχιστον να κρυφτούν στα λαγούμια.

Κούνια που μας κούναγε.

Οι αμετανόητοι ανάμεσά τους μίλησαν για διεφθαρμένους αγιοταφίτες, πουλημένους στους σιωνιστές.

Θρασίμια σαν τον Καραγιάννη, που μόλις μέχρι χτες σήκωναν το δάχτυλο και απειλούσαν με μήνυση όποιον αμφισβητούσε το «θαύμα» του Αγίου Φωτός, με πρώτο στόχο τον ίδιο τον Αλικάκο, μιλούσαν τώρα για «τελετή» και, σωστά μαντέψατε, μιλούσαν πάντοτε για «τελετή», ποτέ δεν μίλησαν για κάτι άλλο από «τελετή»… Πάμε σαν άλλοτε.

Οι τηλεοπτικές μου εμφανίσεις είχαν πάρει πια το χαρακτήρα μιας σχεδόν καθημερινής ρουτίνας.

Θα ερχόταν να με πάρει από το σπίτι μου κάποιο ταξί ή, εναλλακτικά, κάποιο αμάξι της παραγωγής, θα με μετέφερε σε κάποιο στούντιο, κάπου στα περίχωρα –στο Φάληρο, στα Σπάτα, στα Μελίσσια, στην Παλλήνη, στην Παιανία, στους Θρακομακεδόνες-, εκεί θα «έλεγα τα δικά μου» και κάποιο άλλο ταξί ή κάποιο άλλο αμάξι της παραγωγής θα με γυρνούσε στο σπίτι μου.

Με τους οικοδεσπότες είχα αναπτύξει πλέον μια αμοιβαία οικειότητα: ήξεραν περίπου «τι θα πω» και ήξερα περίπου «πώς θα με αντιμετωπίσουν». Γνώριζα πως άτομα σαν τον Γιώργο Λιάγκα, την Μαρία Μπακοδήμου ή την Αθηναϊδα Νέγκα θα με αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη κατανόηση από την Κατερίνα Καινούργιου, την Φαίη Σκορδά ή την Ελένη Τσολάκη, παρότι απαξάπαντες στην τελική αισθάνονταν υπόλογοι απέναντι στους τηλεθεατές τους, στα μηχανάκια της AGB που τους ανεβοκατέβαζαν από το βάθρο.

Ακόμη και για τον Ανδρέα Καραγιάννη, που είχε με τον καιρό εξελιχθεί στο τηλεοπτικό μου «αντίπαλο δέος», υπήρχε η αίσθηση του «σικέ», του «προσυνεννοημένου»: εγώ θα τον έβριζα «απατεώνα», «λαμόγιο», «βαποράκι» και τα συναφή κι εκείνος θα αντιδρούσε λες και τον έραινα με γαρδένιες.

Ουδεμία έκπληξη, ουδεμία ανατροπή.

Μια ατέρμονη Ημέρα της Μαρμότας. H Δευτέρα 27 Μαϊου του 2024 δεν προμήνυε κάτι διαφορετικό.

Το αμάξι της παραγωγής ήρθε και με πήρε από το σπίτι μου και με πήγε γραμμή στο στούντιο PRO, στην Παλλήνη, στην εκπομπή της Κατερίνας Καινούργιου για τον Alpha.

Αντάλλαξα τα εθιμοτυπικά φιλικά πειράγματα με τα «παιδιά» του πάνελ –τη Χρύσλα Γεωργακοπούλου, τον Γρηγόρη Γκουντάρα, τον Γιάννη Πουλόπουλο- και περίμενα υπομονετικά τη σειρά μου.

Το μενού προέβλεπε ότι θα σχολιάζαμε την πανηγυρική επανένωση του Άγιου Ιωάννη του Ρώσου, στο Προκόπι της Εύβοιας, με το χαμένο δεξί του χέρι.

Παρών θα ήταν και ο Ανδρέας Καραγιάννης, ως ο καθ’ ύλην αρμόδιος.

Συνηθισμένα πράγματα. «Καλή σας ημέρα», μου δίνει πάσα η Καινούργιου, «ευχαριστούμε πολύ που είστε μαζί μας.

Είχατε κάνει μια ανάρτηση, αν δεν κάνω λάθος, την προηγούμενη εβδομάδα, την ημέρα που έγινε γνωστή η είδηση.

Θέλω να σας πω, όσο και αν μου είστε συμπαθής, πως κι εμένα με ενόχλησε . Ένιωσα ότι ειρωνευθήκατε τη συγκεκριμένη διαδικασία.

Θέλω ν’ ακούσω την άποψή σας με σεβασμό, παρ’ όλο που με ενόχλησε αυτό που γράψατε –να πούμε ακριβώς τι είχατε γράψει κιόλας…». «Ναι», απαντώ αμήχανα• «δεν ξέρω σε ποια ανάρτηση συγκεκριμένα αναφέρεστε, γιατί έχω κάνει πολλές αναρτήσεις-». «Χρύσλα μου», στρέφεται η Καινούργιου στη Γεωργακοπούλου, «να θυμήσουμε στους τηλεθεατές την ανάρτηση;». «Στο Facebook», διευκρινίζει η Χρύσλα. «Μόλις έγινε γνωστή η είδηση ότι βρέθηκε και συμφωνήθηκε να επιστρέψει το δεξί χέρι του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου και στο υπόλοιπο σκήνωμά του• η συγκεκριμένη ανάρτηση, αυτή που είχατε γράψει, η τελευταία». «Είχατε γράψει κάτι για παζλ», συμπληρώνει ο Γκουντάρας, «αν δεν κάνω λάθος». «Για reunion», τον διορθώνω. «Για reunion, μπράβο». «Το καλό ταμείο», μπαίνει και ο Καραγιάννης στην κουβέντα, «ναι, σωστά…». «Τα καλά κέρδη», διορθώνω και τον Καραγιάννη. «Καλά κέρδη, καλά κέρδη… Είμαι φανατικός, το ξέρω», χαμογελάει• «ξέρω απέξω τις αναρτήσεις σου». «Λοιπόν», ανακτώ το λόγο. «Θα προσπαθήσω να σας πω το σκεπτικό, αν μου επιτρέψει ο κύριος Καραγιάννης, χωρίς να με διακόψει». «Ναι, θα σας αφήσει να το πείτε», εγγυάται η Καινούργιου, «βεβαίως, εννοείται». «Ωραία, σας ευχαριστώ πολύ.

Χαίρομαι που βρίσκομαι εδώ πέρα για να εξηγήσω κάτι.

Ξέρετε, για να το πάρουμε από την αρχή, πριν από διακόσια δεκαοκτώ χρόνια, το 1806, δεν είχαμε απελευθερωθεί ακόμη από τους Τούρκους, ήμασταν υπό οθωμανική κατοχή• δεκαπέντε χρόνια πριν από την ελληνική επανάσταση.

Είχε κυκλοφορήσει ένα συνταρακτικό βιβλίο, το οποίο σήμερα βρίσκεται στα σχολικά μας εγχειρίδια, είναι μέρος της παιδείας που δίνουμε στα παιδιά μας.

Το βιβλίο αυτό λέγεται "Ελληνική Νομαρχία" –νομαρχία, όχι με την τρέχουσα σημασία του όρου, ο νομάρχης – η νομαρχία, αλλά ως η Αρχή του Νόμου.

Δηλαδή ο συγγραφέας, που μέχρι σήμερα ερίζουν για το ποιος ήταν οι επιστήμονες, φανταζόταν μια ιδανική πολιτεία όπου-» «Ναι», παρεμβαίνει η Καινούργιου, «για πάμε να προχωρήσουμε, γιατί με μπερδεύετε λίγο…». «Όχι, δεν σας μπερδεύω, θα σας εξηγήσω ακριβώς γιατί σας το λέω αυτό», χαμογελάω, «δεν σας το λέω άσχετα, έτσι, ότι εκδόθηκε ένα βιβλίο… Λοιπόν, σε αυτό το βιβλίο, την "Ελληνική Νομαρχία", υπήρχε μια περιγραφή συνταρακτική –“φωτογράφιζε”, θα λέγαμε, το τι συμβαίνει και σήμερα, στις μέρες μας, διακόσια δεκαοκτώ χρόνια αργότερα.

Έλεγε τον τρόπο με τον οποίο οι ιερείς, οι μοναχοί, συλλέγουν διάφορα κρανία από τα οστεοφυλάκια, διάφορα λείψανα φύρδην-μύγδην…». «Τυχαία;», πετάγεται ο Καραγιάννης. «Βεβαίως.

Σας λέω τι γράφει η Ελληνική Νομαρχία.

Κείμενο του σχολείου μας αυτό, όχι η δικιά μου άποψη… Τα συλλέγουν φύρδην-μύγδην, τα βαφτίζουν με το όνομα όποιου Αγίου-» «Αυτό δεν πάει να πει», με διακόπτει ο Γκουντάρας, «ότι γίνεται πάντα έτσι.

Υπάρχουν και άλλα βιβλία που γράφουν και χειρότερα.

Δεν σημαίνει ότι επειδή το γράφει ένα βιβλίο…». «Σωστά, σωστά», επιδοκιμάζει η Καινούργιου. «Γρηγόρη», ξαναπαίρνω το λόγο, «η "Ελληνική Νομαρχία" είναι ένα κλασικό βιβλίο που διδάσκεται στα σχολεία μας, δεν είναι ένα οποιοδήποτε βιβλίο». «Δεν διαφωνώ, αλλά-» «Είναι στη διδακτέα ύλη των σχολείων μας». «Δεν πάει να πει ότι είναι πάντα έτσι». «Σε παρακαλώ», αρχίζω να εκνευρίζομαι, «άσε να ολοκληρώσω ένα σκεπτικό… Κοίταξε, είμαι σε μια εκπομπή τύπου ενημερωτική.

Λοιπόν, η ενημερωτική εκπομπή θα πρέπει να έχει και κάποια εχέγγυα, κάποια αξιοπιστία γι’ αυτά που λέγονται». «Για τη δικιά μας εκπομπή», θίγεται η Κατερίνα, «λέγατε τόση ώρα;». «Εννοώ για όλες τις ενημερωτικές εκπομπές.

Πρέπει να έχουν κάποια εχέγγυα –και θα σας παρακαλέσω, αφού είχατε την ευγενή καλοσύνη να με καλέσετε, να ακούσετε και τι θέλω να πω, αλλιώς δεν υπάρχει λόγος να με καλείτε». «Βεβαίως», συναινεί η Καινούργιου, «ελάτε». «Λοιπόν, στην "Ελληνική Νομαρχία" περιγράφονται το 1806, με λεπτομερή τρόπο, πώς συλλέγουν από τα οστεοφυλάκια φύρδην-μύγδην κόκκαλα αγνώστων και τα βαφτίζουν, σύμφωνα με τις ανάγκες του μοναστηριού ή της εκκλησίας, με όποιο όνομα θέλουν». «Εδώ όμως είναι χέρι», παρεμβαίνει πάλι ο Καραγιάννης• «δεν είναι ένα λείψανο, είναι χέρι ολόκληρο». «Ναι, χέρι ολόκληρο, άφθαρτο, λένε –όποιος το δει στη φωτογραφία, βλέπει πόσο άφθαρτο είναι… Λοιπόν, για να έρθουμε τώρα στον κύριο Καραγιάννη και στον Ιωάννη τον Ρώσο και στο πώς συνδέονται αυτά τα δύο με την ανάρτησή μου.

Γιατί η ανάρτησή μου φυσικά και ήταν ειρωνική, αλλά ήταν ειρωνική, αν θέλετε, με την κοινή λογική ενός ευρωπαίου πολίτη που δεν μπορεί ν’ ακούει ασύλληπτα πράγματα για κάρες, για πόδια… Έχουμε την παγκόσμια πρωτοτυπία –όχι ακριβώς παγκόσμια, υπάρχει και σε άλλες χώρες- να έχουμε Αγίους πολυκέφαλους, Αγίους με δεκαπέντε πόδια και είκοσι οκτώ χέρια…». «Πού έχουν γίνει αυτά;», ρωτάει έκπληκτη η Κατερίνα. «Στην Ελλάδα έχουν γίνει, κυρία Καινούργιου, και συνεχίζουν να γίνονται». «Εννοεί», πετάγεται ο Καραγιάννης, «πως υπάρχουνε αποτμήματα κάρας, απότμημα μιας κάρας εδώ, απότμημα μιας κάρας εκεί…». «Όχι, δεν είναι αποτμήματα», αντιλέγω, «είναι ολόκληρα χέρια και πόδια… Άλλες μονές λένε ότι τα έχουν εδώ πέρα, άλλες μονές λένε ότι τα έχουν αλλού και όταν τα αθροίζουμε όλα αυτά, βγαίνουν Άγιοι με δεκαπέντε πόδια και τέσσερα κεφάλια-» «Δεν είναι έτσι», επιμένει ο Καραγιάννης. «-και βγαίνουν και Άγιοι που δεν υπήρξανε ποτέ, μυθικά πρόσωπα με δεκαπέντε πόδια, βγαίνουν Λερναίες Ύδρες-» «Ακόμη κι αυτό να έχει γίνει», παρεμβαίνει ο Γκουντάρας. «Όχι “ακόμη κι αυτό”, Γρηγόρη μου», εξανίσταμαι. «Κύριε Τατσόπουλε», δηλώνει η Κατερίνα κατευναστικά, «μου είστε πολύ συμπαθής σαν άνθρωπος-» «Ναι, κι εσείς μου είστε πολύ συμπαθής, κυρία Καινούργιου». «-αλλά είστε τώρα υπερβολικός με αυτά που λέτε». «Μα σας λέω αυτά που λέει η ιστορική έρευνα μέχρι σήμερα». «Μα σας εξηγεί ότι υπάρχουν αποτμήματα». «Σας λέω για δεκαπέντε πόδια –ποια αποτμήματα; Ολόκληρα πόδια». «Όταν έχει διαλυθεί μια κάρα ή ένα πόδι, μπορεί-» «Λοιπόν, θα αφήσετε να ολοκληρώσω;» «Ε, ολοκληρώστε!» «Να εξηγήσω», πετάγεται πάλι ο Καραγιάννης. «Όχι, να μην εξηγήσεις, Καραγιάννη», τα έχω πάρει πια για τα καλά. «Είσαι ένα μέρος αυτής της απάτης.

Είναι δυνατόν να μας εξηγήσεις;». «Τι φταίει ο Ανδρέας τώρα;», τον υπερασπίζεται η Καινούργιου. «Μα διακινεί αυτά τα πράγματα.

Ζει από αυτά τα πράγματα». «Συγγνώμη», επιμένει η Καινούργιου, «κι εγώ έχω συγκινηθεί πολύ με αυτό που είδα . Μιλάμε για τον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο». «Για ένα λείψανο μιλάτε που το βαφτίσανε “Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος”, αλλά ο Καραγιάννης έχει κάνει χειρότερα πράγματα από αυτό». «Άφησε δύο σαφείς αιχμές», δηλώνει ο Καραγιάννης, «που πρέπει ν’ απαντηθούν». «Θα τις απαντήσεις όταν θα τις πω τις αιχμές, που θα τις πω καθαρά και όχι ως αιχμές». «Μα θα μας πεις ότι πήγανε στο νεκροταφείο και βρήκανε χέρι». «Άκουσέ με». «Ναι», χάνει την υπομονή της και η Καινούργιου, «επειδή όμως δεν έχουμε άπειρο χρόνο-» «Δεν έχουμε χρόνο επειδή με διακόπτει.

Αν δεν θέλεις να με ακούς, Κατερίνα, μην με καλείς.

Είναι πολύ απλό.

Γιατί μπαίνεις στην ταλαιπωρία να με καλείς και να μην με ακούς;». «Μα δέκα λεπτά σας ακούω.

Οκτώ λεπτά κάναμε ιστορική αναδρομή». «Όχι, δεν με αφήνετε• με διακόπτετε συνέχεια». «Ωραία, πείτε». «Αυτός ο άνθρωπος, ο Ανδρέας Καραγιάννης», τον δείχνω με το δάχτυλό μου, «βγαίνει σήμερα χωρίς να σκάει το χειλάκι του, χωρίς να γελάει και χωρίς να γελάει και κανένας από το πάνελ και μιλάει σαν να είναι ανταποκριτής, σα να μας λέει μια είδηση.

Μας λέει ότι ο Ιωάννης ο Ρώσος, ένας άνθρωπος που πέθανε πριν από τρεις αιώνες, το 1730, επικοινωνεί κάθε είκοσι πέντε χρόνια και δεν τον ενδιαφέρουν ούτε οι Παγκόσμιοι Πόλεμοι, ούτε η Μικρασιατική Καταστροφή, τίποτα.

Το μόνο που τον ενδιαφέρει κάθε είκοσι πέντε χρόνια είναι να επικοινωνεί με τους πιστούς του και να τους λέει να του αλλάξουν τα άμφια.

Και αυτό το λέμε σε δελτίο ειδήσεων σε ευρωπαϊκή χώρα.

Όχι στη Ζιμπάμπουε.

Και συγγνώμη από τη Ζιμπάμπουε». «Μα είναι ορθόδοξη χώρα», λέει ο Καραγιάννης. «Επειδή είναι ορθόδοξη χώρα, δεν μπορούμε να λέμε όποια μαλακία θέλουμε. Ακούς; Δεν μπορούμε να λέμε ό,τι μαλακία θέλουμε». «Α, όχι, σας παρακαλώ», πανικοβάλλεται η Καινούργιου. «Είμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση», παραληρώ. «Προσβάλλεις την νοημοσύνη των ανθρώπων». «Θα πάω σε διαφημίσεις». «Δεν χρειάζεται», πετάω το μικρόφωνο. «Γεια σας, φεύγω.

Αρκετά με τηνπαράνοια». «Βοήθειά μας!», κάνει κάτι σαν σταυρό η Κατερίνα. «Δεν το καταλαβαίνω αυτό το ξέσπασμά σας.

Με τον κύριο Τατσόπουλο, το ξαναλέω, είναι ευγενέστατος, δεν έχουμε τίποτα, όλες τις απόψεις ακούμε, αλλά τώρα…». «Δεν είναι άποψη», ουρλιάζω εκτός ελέγχου από τα παρασκήνια, ενώ μία από τις κάμερες συνεχίζει να με καταγράφει• «είναι τρέλα!». «Δεν είναι τρέλα», σηκώνει τη φωνή της και η Καινούργιου. «Κι εγώ τα ίδια πιστεύω.

Κι εγώ είμαι τρελή –και πόσοι τηλεθεατές που μας παρακολουθούνε; Είμαστε όλοι τρελοί; Μια χώρα είμαστε όλοι τρελοί;». «Όχι», εξακολουθώ να ουρλιάζω. «Τους καθοδηγείτε όμως.

Αυτός ο απατεώνας», δαχτυλοδείχνω πάλι τον Καραγιάννη, «ζει από τις απάτες.

Από τις απάτες ζει». «Είναι βαριές κατηγορίες.

Αντρέα μου», στρέφεται προς τον Καραγιάννη, «σε ευχαριστώ για τη ψυχραιμία». «Να μου κάνει μήνυση», συνεχίζω απτόητος, καθώς οδεύω προς την έξοδο του σταθμού. «Τον προκαλώ.

Αυτόν τον ηλίθιο, που ζει από τις απάτες». Έξω, στον καθαρό αέρα, όσην ώρα περιμένω το αμάξι της παραγωγής να με γυρίσει στο σπίτι μου, οι άνθρωποι του σταθμού ανησυχούν για την υγεία μου.

Ένας-δυό από το συνεργείο ήταν παρόντες και πρίν από πέντε χρόνια, στο ίδιο κανάλι, όταν κόντεψα να περάσω κάτω από το χορτάρι.

Τότε στους Θρακομακεδόνες, τώρα στην Παλλήνη.

Φαντάσου τη συμβολική επικύρωση για όσους πίστευαν ότι τότε ο Θεός μού έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία και τώρα θα μου την έπαιρνε πάλι πίσω.

Χώρια οι λοιποί εμπλεκόμενοι.

Θα έσκαγε στα γέλια ο Ιωάννης ο Ρώσος, έτσι και μάθαινε ότι, από όλες τις πιθανές κι απίθανες αφορμές, εκείνος στάθηκε τελικά αφορμή για να τα κακαρώσω.

Ίσως, ποιος ξέρει, και ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, παραξενεμένος με αυτή την αλλόκοτη μεσογειακή παραλλαγή του παραμυθιού του: αντί για τα καινούργια ρούχα ενός ζωντανού βασιλιά, τα καινούργια άμφια ενός νεκρού αγίου• αντί για έναν μαρτυριάρη πιτσιρικά, έναν σιτεμένο μουρτζούφλη.

Όχι, δεν νομίζω. Πολύ γκροτέσκο για το γούστο του.

-------------------------------------------------------------------------- Πέτρος Τατσόπουλος "Το παιδί του Διαβόλου" (Μεταίχμιο, 2024)

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences