[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο θεός με αυτή την εντολή δείχνει πόσο εύκολη είναι η σωτηρία μάς! Αλλά με τον εγωισμό και τα πιο εύκολα γίνονται δύσκολα.. Ο πονηρός ήταν ο πιο φωτεινός Άγγελος και από τον εγωισμό μόνο έγινε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο θεός με αυτή την εντολή δείχνει πόσο εύκολη είναι η σωτηρία μάς! Αλλά με τον εγωισμό και τα πιο εύκολα γίνονται δύσκολα.. Ο πονηρός ήταν ο πιο φωτεινός Άγγελος και από τον εγωισμό μόνο έγινε διάβολος.. Άλλωστε στήν καθημερινή μάς προσευχή στο πάτερ ημών λέμε: "καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν." Τίποτε άλλο δεν αποστρέφεται τόσο πολύ ο Θεός όσο την κατάκριση, γιατί ο Θεός είναι δίκαιος και η κατάκριση είναι γεμάτη από αδικία.

Γι᾿ αυτό προσπαθήστε, όσο μπορείτε, πριν προλάβη ο πειρασμός να σας φυτέψη κακούς λογισμούς, να φυτεύετε εσείς καλούς λογισμούς, για να γίνη η καρδιά σας ανθόκηπος και να συνοδεύεται η προσευχή σας από την θεία ευωδία της καρδιάς σας. * Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς: Μνήμη του μοναχού, ο οποίος δεν έκρινε ποτέ κανέναν στην ζωή του και εκοιμήθη περιχαρής.

Ο μοναχός αυτός ήταν οκνηρός, αμελής και ελλιπής στην προσευχή του, αλλά σε όλη του τη ζωή, δεν έκρινε ποτέ κανέναν.

Ενώ πέθαινε, ήταν χαρούμενος.

Όταν οι αδελφοί τον ρώτησαν πώς είναι δυνατον, με τόσες πολλές αμαρτίες, να πεθαίνει χαρούμενος, εκείνος απάντησε: «Βλέπω τώρα αγγέλους οι οποίοι μου δείχνουν μια σελίδα με τις πολλές αμαρτίες μου.

Κι εγώ τους λέω: Ο Κύριος μας είπε:« μη κρίνετε, και ου μη κριθείτε» (Λουκά 6:37). Δεν έχω κρίνει ποτέ κανέναν, και ελπίζω στο έλεος του Θεού ότι κι Εκείνος δεν θα με κρίνει.

Και οι άγγελοι έσκισαν το χαρτί.

Όταν άκουσαν αυτό οι μοναχοί εξεπλάγησαν και πολύ διδάχθηκαν. * Είπε ο αββάς Τιθόη: «Προτιμότερο είναι να τρώει κανείς κρέας και να πίνει κρασί, παρά να τρώει τις σάρκες των αδελφών του με την καταλαλιά». * Αββάς Ιωάννης ο Σαββαΐτης του Σινά Ο Ιωάννης ο Σαββαΐτης διηγήθηκε τα εξής· «Όταν καθόμουν στην πιο μακρινή έρημο, ήλθε κάποιος αδελφός από το μοναστήρι να με επισκεφθεί.

Τον ρωτούσα λοιπόν· «Πως είναι οι πατέρες;». Και λέγει· «Με τις ευχές σου, καλά». Τον ρώτησα λοιπόν και για κάποιον αδελφό, που είχε κακή φήμη και όνομα.

Και μου απαντά αυτός· «Πίστεψέ με, πάτερ ακόμη δεν έχει απαλλαγεί απ’ εκείνη τη φήμη». Όταν το άκουσα αυτό είπα. «Ουφ». Και μόλις είπα το «Ουφ» έπεσα σαν σε μια έκσταση ύπνου και βλέπω τον εαυτό μου να στέκεται στον άγιο Κρανίου Τόπο και έβλεπα τον Κύριο σταυρωμένο ανάμεσα στους δυο ληστές.

Όρμησα λοιπόν να προσκυνήσω και να τον πλησιάσω.

Και μόλις το είδε αυτό ο Χριστός, διέταξε με δυνατή φωνή τους αγγέλους που ήταν εκεί, λέγοντας· «Πετάξτε τον έξω, γιατί μου είναι αντίχριστος, γιατί πριν εγώ κρίνω αυτός κατέκρινε τον αδελφό του». Όταν λοιπόν με έδιωχναν και έφθασα να βγω από την πόρτα, πιάστηκε το ράσο μου όταν έκλεινε και το άφησα εκεί κι αμέσως ξύπνησα.

Λέγω λοιπόν στον αδελφό, που με είχε επισκεφθεί· «Η ημέρα αυτή μου είναι κακή». Κι αυτός μου λέγει· «Εξαιτίας ποιου πράγματος, πάτερ;». Τότε του διηγήθηκα αυτά που είδα και είπα· «Πίστεψέ με, ότι το ράσο συμβολίζει τη σκέπη του Θεού, που ήταν επάνω μου και την στερήθηκα». 2. Και από την ημέρα εκείνη, παιδιά μου, μάρτυράς μου ο Θεός, πέρασα επτά χρόνια στις ερήμους, ούτε ύπνο γευόμουνα, ούτε μπήκα κάτω από στέγη, ούτε με άνθρωπο έκανα συντροφιά, μέχρις ότου ξαναείδα τον Κύριο, που έδωσε την άδεια να μου επιστραφεί το ράσο μου. 3. Εμείς όταν ακούσαμε να λέγονται αυτά από τον όσιο Ιωάννη, είπαμε· «Αν ο δίκαιος μόλις και μετά βίας σώζεται, ο ασεβής και αμαρτωλός πως θα τα βγάλει πέρα;». Απ’ αυτό λοιπόν γίνεται φανερό ότι η καταλαλιά είναι μεγάλο κακό». Δ’. 1. Ο αββάς Μαρτύριος όταν έκανε μοναχό τον όσιο πατέρα μας Ιωάννη τον ηγούμενο (της Κλίμακος), που ήταν τότε είκοσι ετών, τον πήρε και πήγε στον στύλο της ερήμου μας, τον αββά Ιωάννη τον Σαββαΐτη, που τότε ζούσε στην έρημο του Γουδδά κι είχε μαζί του μαθητή τον αββά Στέφανο τον Καππαδόκη.

Μόλις τους είδε ο γέροντας, ο Σαββαΐτης, σηκώθηκε, πήρε νερό, το έβαλε σε μικρή λεκάνη και ένιψε τα πόδια του μαθητή και φίλησε το χέρι του.

Του αββά Μαρτυρίου, που ήταν γέροντας του, δεν ένιψε τα πόδια. 2. Σκανδαλίσθηκε ο αββάς Στέφανος γι’ αυτό που έγινε.

Όταν έφυγε ο αββάς Μαρτύριος και ο μαθητής του, επειδή κατάλαβε ο αββάς Ιωάννης με το διακριτικό του μάτι ότι σκανδαλίστηκε ο δικός του μαθητής, του λέγει· «Γιατί σκανδαλίσθηκες; Πίστεψέ με πως εγώ δεν ξέρω ποιο είναι το παιδί· αλλά υποδέχθηκα τον ηγούμενο του Σινά και ένιψα τα πόδια του ηγουμένου». Ύστερα λοιπόν από σαράντα χρόνια, κατά την προφητεία του γέροντα, έγινε ηγούμενός μας. 3. Όχι δε μονάχα ο αββάς Ιωάννης ο Σαββαΐτης, αλλά κι ο αββάς Στρατήγιος ο έγκλειστος, αν και καθόλου δεν έβγαινε έξω, προείπε την ημέρα που έγινε μοναχός ο αββάς Ιωάννης.

Γεροντικό του Σινά * Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου «Ας μην πετροβολάμε τους ανθρώπους... χριστιανικά». Ο Χριστιανός δεν πρέπει να είναι φανατικός, αλλά να έχη αγάπη για όλους τους ανθρώπους.

Όποιος πετάει λόγια αδιάκριτα, και σωστά να είναι, κάνει κακό.

Γνώρισα έναν συγγραφέα που είχε ευλάβεια πολλή, αλλά μιλούσε στους κοσμικούς με μια γλώσσα ωμή, που προχωρούσε όμως σε βάθος, και τους τράνταζε.

Μια φορά μου λέει: «Σε μια συγκέντρωση είπα αυτό και αυτό σε μια κυρία». Αλλά με τον τρόπο που της το είπε, την είχε σακατέψει.

Την πρόσβαλε μπροστά σε όλους. «Κοίταξε, του λέω, εσύ πετάς στους άλλους χρυσά στεφάνια με διαμαντόπετρες, έτσι όμως που τα πετάς, σακατεύεις κεφάλια, όχι μόνον ευαίσθητα αλλά και γερά». Ας μην πετροβολάμε τους ανθρώπους... χριστιανικά.

Όποιος ελέγχει μπροστά σε άλλους κάποιον που αμάρτησε ή μιλάει με εμπάθεια για κάποιο πρόσωπο, αυτός δεν κινείται από το Πνεύμα του Θεού· κινείται από άλλο πνεύμα.

Ο τρόπος της Εκκλησίας είναι η αγάπη· διαφέρει από τον τρόπο των νομικών. Η Εκκλησία βλέπει τα πάντα με μακροθυμία και κοιτάζει να βοηθήσει τον καθέναν, ό,τι και αν έχει κάνει, όσο αμαρτωλός και αν είναι. Άγιος Παΐσιος από το βιβλίο «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ» * Μόνον ο Θεός κρίνει δίκαια, γιατί μόνον Αυτός γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων.

Εμείς, επειδή δεν ξέρουμε την δίκαιη κρίση του Θεού, κρίνουμε «κατ᾿ όψιν», εξωτερικά, και γι᾿ αυτό πέφτουμε έξω και αδικούμε τον άλλον.

Η ανθρώπινη κρίση μας δηλαδή είναι μια μεγάλη αδικία.

Είδες τί είπε ο Χριστός: «Μη κρίνετε κατ᾿ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Θέλει πολλή προσοχή· ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα.

Πόσο πρέπει να προσέχουμε την κατάκριση! Πόσο αδικούμε τον πλησίον μας, όταν τον κατακρίνουμε! Αν και στη πραγματικότητα με τη κατάκριση αδικούμε τον εαυτό μας και όχι τους άλλους, διότι μας αποστρέφεται ο Θεός.

Τίποτε άλλο δεν αποστρέφεται τόσο πολύ ο Θεός όσο την κατάκριση, γιατί ο Θεός είναι δίκαιος και η κατάκριση είναι γεμάτη από αδικία.

Με την κατάκριση φεύγει αμέσως η Χάρις του Θεού και δημιουργείται αμέσως ψυχρότητα στη σχέση σου με τον Θεό.

Πώς να κάνεις μετά προσευχή; Η καρδιά γίνεται πάγος μάρμαρο.

Η κατάκριση και η καταλαλιά είναι οι μεγαλύτερες αμαρτίες και απομακρύνουν την Χάρη του Θεού περισσότερο από κάθε άλλο αμάρτημα. «Όπως το νερό σβήνει την φωτιά, λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, έτσι και η κατάκριση σβήνει την Χάρη του Θεού». Αν κατακρίνει κανείς τον άλλον για ένα σφάλμα του και δεν καταλάβει την πτώση του, ώστε να μετανοήσει, συνήθως πέφτει στο ίδιο σφάλμα, για να το καταλάβει. Ο Θεός δηλαδή από αγάπη επιτρέπει ο άνθρωπος να αντιγράφει την κατάσταση αυτού τον οποίο κατέκρινε.

Αν πεις λ.χ. ότι κάποιος είναι πλεονέκτης και δεν καταλάβεις ότι κατέκρινες, ο Θεός παίρνει τη Χάρη του και επιτρέπει να πέσεις κι εσύ στη πλεονεξία.

Αρχίζεις τότε να μαζεύεις.

Μέχρι να καταλάβεις τη πτώση σου και να ζητήσεις συγχώρεση από τον Θεό, θα λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι.

Από την ποιότητα των λογισμών ενός ανθρώπου φαίνεται η πνευματική του κατάσταση.

Οι άνθρωποι κρίνουν τα πράγματα ανάλογα με το περιεχόμενο που έχουν μέσα τους.

Αν δεν έχουν πνευματικό περιεχόμενο, βγάζουν λάθος συμπεράσματα και αδικούν τον άλλον.

Αν λ.χ. δη κάποιον αργά το βράδυ έξω ένας που κάνει ελεημοσύνες την νύχτα, για να μην τον βλέπουν, ποτέ δεν θα βάλη κακό λογισμό.

Αν τον δη όμως κάποιος που ξενυχτάει στην αμαρτία, θα πη: «το τέρας, ποιος ξέρει που ξενυχτούσε», γιατί τέτοιες εμπειρίες έχει.

Ή, αν ακούγωνται την νύχτα από τον επάνω όροφο ντούκ-ντούκ, ένας που έχει καλούς λογισμούς θα πη: «μετάνοιες κάνει», ενώ ένας που δεν έχει κακούς λογισμούς θα πη: «όλη την νύχτα χορεύει». Αν ακούγεται μελωδία, ο ένας θα πη: «τι ωραίες ψαλμωδίες», ενώ ο άλλος θα πη: «τι τραγούδια είναι αυτά;». Θυμάστε πως αντιμετώπισαν τον Χριστό οι δύο ληστές που είχαν σταυρωθή μαζί Του; Και οι δύο έβλεπαν τον Χριστό επάνω στον Σταυρό, την γη να σείεται κ.λπ. Τι λογισμό όμως έβαλε ο ένας και τι ο άλλος! Ο ένας, ο εξ ευωνύμων, βλασφημούσε και έλεγε: «Ει συ ει ο Χριστός, σώσον σεαυτόν και ημάς». Ο άλλος, ο εκ δεξιών, έλεγε: «Ημείς μεν άξια ων επράξαμεν απολαμβάνομεν· ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε». Ο ένας σώθηκε, ο άλλος κολάσθηκε. * – Γέροντα, σήμερα στη διαλογή των ελιών κατέκρινα μερικές αδελφές, γιατί έβλεπα ότι δεν έκαναν προσεκτικά τη δουλειά τους. –Κοίταξε να αφήσεις τις κρίσεις και τις κατακρίσεις, γιατί μετά θα σε κρίνει κι εσένα ο Θεός.

Εσύ δεν βάζει καμμιά ελιά λίγο χαλασμένη μαζί με τις άλλες; – Όχι Γέροντα, προσέχω να μη βάζω. – Αν μας κάνει τόσο καλό διάλεγμα ο Χριστός στην Κρίση, χαθήκαμε! Ενώ, αν τώρα παραβλέπουμε τα σφάλματα των άλλων και δεν τους κατακρίνουμε, θα μπορούμε τότε να πούμε στο Χριστό: «Χριστέ μου, βάλε με κι εμένα σε καμιά άκρη μέσα στο Παράδεισο!». Θυμάστε τι γράφει το γεροντικό για έναν αμελή μοναχό που σώθηκε γιατί δεν κατέκρινε; Όταν ήρθε η ώρα να πεθάνει, ήταν πολύ χαρούμενος και ειρηνικός.

Τότε ο Γέροντάς του, για να ωφεληθούν οι Πατέρες που είχαν μαζευτεί από τα γύρω Κελιά, τον ρώτησε: «Αδελφέ, πώς και δεν φοβάσαι τον θάνατο, αφού έζησες με αμέλεια;». Και ο αδελφός του απάντησε: «Είναι αλήθεια ότι έζησα με αμέλεια.

Από τότε όμως που έγινα μοναχός προσπάθησα να μην κατακρίνω κανέναν, οπότε τώρα θα πω στον Χριστό: Χριστέ μου, είμαι ένας ταλαίπωρος, αλλά τουλάχιστον την εντολή Σου: ¨Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε¨, την τήρησα». « Μακάριος είσαι αδελφέ, του είπε τότε ο Γέροντας, γιατί σώθηκες χωρίς κόπο». – Γέροντα, μερικοί πνευματικοί άνθρωποι, όταν βλέπουν κάποιον να ζει αμαρτωλά, λένε: «Α, αυτός, έτσι που πάει, είναι για την κόλαση!». – Αχ, αν οι κοσμικοί άνθρωπο πάνε στη κόλαση από τις καταχρήσεις, οι πνευματικοί άνθρωποι θα πάνε από τις κατακρίσεις… Για κανέναν δεν μπορούμε να πούμε ότι θα πάει στην κόλαση. Ο Θεός δεν ξέρουμε πώς εργάζεται.

Τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσός.

Κανέναν να μη καταδικάζουμε, γιατί έτσι παίρνουμε την κρίση από τα χέρια του Θεού.

Πάμε να γίνουμε Θεοί.

Αν μας ρωτήσει ο Χριστός την ημέρα της Κρίσεως, ας πούμε τη γνώμη μας… Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν εγκλήματα μεγάλα, αλλά έχουν πολλά ελαφρυντικά.

Ποιος ξέρει οι άνθρωποι αυτοί πώς είναι στα μάτια του Θεού; Εάν δεν μας βοηθούσε ο Θεός, μπορεί και ‘μεις να ήμασταν αλήτες.

Κάποιος εγκληματίας έκανε λ.χ. είκοσι εγκλήματα και τον κατακρίνω και δεν σκέφτομαι τι παρελθόν έχει.

Ποιος ξέρει πόσα εγκλήματα έκανε ο πατέρας του!… Από μικρό παιδί τι κλοπές θα τον έβαζαν να κάνει! Ύστερα, όταν ήταν νέος, πόσα χρόνια θα έζησε μέσα στις φυλακές και θα καθοδηγήθηκε από άλλους έμπειρους φυλακισμένους.

Αυτός θα μπορούσε να είχε κάνει όχι είκοσι αλλά σαράντα εγκλήματα και συγκρατήθηκε.

Ενώ εγώ με τη κληρονομικότητα και την αγωγή που είχα, θα έπρεπε τώρα να έκανα θαύματα. Έκανα; Όχι.

Άρα είμαι αναπολόγητος.

Αλλά, ακόμη και είκοσι θαύματα αν έκανα, ενώ μπορούσα να κάνω σαράντα, πάλι θα ήμουν αναπολόγητος.

Με αυτούς τους λογισμούς διώχνουμε την κατάκριση και ανοίγουμε μια ρωγμή στην σκληρή καρδιά μας. (Άγιος Παϊσίος) * Ένας αγνός, καλός, λογισμός έχει μεγαλύτερη δύναμη από κάθε άσκηση.

Ο άνθρωπος, όταν τα βλέπη όλα με καλούς λογισμούς, εξαγνίζεται και χαριτώνεται από τον Θεό.

Με τους αριστερούς λογισμούς κατακρίνει και αδικεί τους άλλους, εμποδίζει την θεία Χάρη να ερθη, και έρχεται έπειτα ο διάβολος και τον αλωνίζει.

Ένας, αν έχη καλούς λογισμούς, και να τον χτυπήσης άδικα, θα πη: “Το επέτρεψε ο Θεός, γιά να εξοφλήσω παλιά μου σφάλματα, δόξα τω Θεώ!”. Ενώ ένας άλλος πού δεν έχει καλούς λογισμούς, και να πας να τον χαϊδέψης, θα νομίζη πώς πας να τον χτυπήσης.

Γι᾿ αυτό προσπαθήστε, όσο μπορείτε, πριν προλάβη ο πειρασμός να σας φυτέψη κακούς λογισμούς, να φυτεύετε εσείς καλούς λογισμούς, για να γίνη η καρδιά σας ανθόκηπος και να συνοδεύεται η προσευχή σας από την θεία ευωδία της καρδιάς σας. Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος – Λόγος δέκατος, περί καταλαλιάς. * Ο Γέροντας π.Τύχων έλεγε: Στήν κόλαση θά δείς πολλούς καί διάφορους, προσευχόμενους, ελεήμονες, μοναχούς, ιερείς, εγκρατείς, παρθένους.

Στήν κόλαση δέν θά δείς ταπεινούς.

Οί ταπεινοί γεμίζουν τόν παράδεισο... * Σε ένα κεφάλαιο του αριστουργηματικού «Αδελφοί Καραμάζoφ», το οποίο ο Ντοστογιέφσκι ονομάζει «Το Κρεμμυδάκι», περιγράφει την εξής παραβολική ιστορία: «Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια κακιά γυναίκα, σωστή μέγαιρα.

Δεν αγαπούσε κανέναν -πέρα από τον εαυτό της-, δεν είχε κάνει ποτέ και σε κανέναν καλό και μόνο κακό λόγο είχε να πει για όλους.

Όταν πέθανε, την άρπαξαν οι δαίμονες και την πέταξαν στη Φλογισμένη Λίμνη της Κολάσεως.

Μόλις το αντιλήφθηκε ο φύλακας άγγελός της (ω ναι, όσο στριμμένοι κι αν είμαστε, όλοι έχουμε κι από έναν…) κάθισε και σκέφτηκε, “Πρέπει να θυμηθώ κάποια καλή της πράξη για να διηγηθώ στο Θεό ώστε να σώσει τη Ψυχή της”. Θυμήθηκε και χαρούμενος όπως ήταν, πάει στο Θεό: “Αυτή, του λέει με ενθουσιασμό, έβγαλε ένα κρεμμυδάκι φρέσκο από το περιβόλι της και το έδωσε σε έναν ζητιάνο που πεινούσε”. Κι ο Θεός απαντάει: “Πάρε, λοιπόν, εκείνο το κρεμμυδάκι και πήγαινε πάνω από τη λίμνη.

Κράτα γερά το κρεμμυδάκι από τη μία άκρη και πες στη γριά να πιαστεί από την άλλη.

Μόλις πιαστεί, τράβα την.

Αν καταφέρεις να την τραβήξεις έξω από τη λίμνη, τότε δικαιούται να πάει στον Παράδεισο.

Όμως… αν σπάσει το κρεμμυδάκι, σημαίνει πως η Ψυχή της ανήκει στην Κόλαση”. Έτρεξε βιαστικά ο άγγελος στη γριά και της φώναξε, “Έλα, πιάσου γερά από το κρεμμυδάκι και εγώ θα σε τραβήξω έξω”. Κι άρχισε να την τραβάει προσεκτικά.

Την είχε βγάλει σχεδόν ολόκληρη από τη λίμνη και της χαμογελούσε γεμάτος ελπίδα, μα μόλις είδαν οι άλλοι αμαρτωλοί που την τραβούσε έξω, γαντζώθηκαν από τα πόδια της, για να σωθούν κι αυτοί.

Μα η γυναίκα ήταν πραγματικά κακότροπη, άσπλαχνη, κι άρχισε να τους κλωτσάει με μανία! “Εμένα θέλει να σώσει, όχι εσάς.

Δικό μου είναι το κρεμμυδάκι, όχι δικό σας, ΔΙΚΟ ΜΟΥ!” Μόλις η γριά ξεστόμισε αυτά τα λόγια, το κρεμμυδάκι έσπασε κι αυτή έπεσε πάλι στη λίμνη και στα έγκατα της λήθης…»

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences