Γύρω από ένα σπιτάκι μοναχικό, στα ριζά του Κάστρου, γραφικό, με την πλατύφυλλη συκιά του, τις γαρυφαλλιές και τα γεράνια του, γινόταν, από καιρό τώρα, κρυφός και άγριος ερωτικός αγώνας. Το σπιτάκι...
Γύρω από ένα σπιτάκι μοναχικό, στα ριζά του Κάστρου, γραφικό, με την πλατύφυλλη συκιά του, τις γαρυφαλλιές και τα γεράνια του, γινόταν, από καιρό τώρα, κρυφός και άγριος ερωτικός αγώνας.
Το σπιτάκι ήταν της Λεμονιάς, της χήρας του Σταμέλου του μιναδόρου, που σκοτώθηκε από φουρνέλο και την άφησε νια, τριαντάρα ακόμη και δροσερή σαν το νερό του Κεφαλαριού.
Στην αρχή, η μικροχήρα βάλθηκε να ξενοδουλέψει σε μια φάμπρικα, μα γρήγορα βαρέθηκε και τα παράτησε.
Ωχ, αδερφέ, να είσαι χήρα, λεύτερη σαν το πουλί, να κάνουν οι άντρες γαρίδα το μάτι τους στο πέρασμά σου, κι εσύ να πας να θάβεις τα νιάτα σου, για ένα εικοσιπεντάρικο μεροδούλι, μέσα στις ρόδες και στα γνέματα; Θα ‘ταν, αλήθεια, κρίμα.
Ψηλόκορμη, σταράτη, με μάτια κρασάτα και μπιρμπιλά, με μιαν ελιά τσαχπίνικη στο δεξί μάγουλο, ήταν σπαραγμός για τις αντρίκειες καρδιές.
Όπως άλλοτε στην ποδιά της Μαρίας της Πενταγιώτισσας, έτσι και τώρα στ’ Άργος τα παλικάρια ήταν έτοιμα να κόψουν το λαιμό τους για το χατίρι της Λεμονιάς.
Τα αίματα βράζανε ξαναμμένα στην αντικρινή ταβέρνα, που είχε υπόστεγο καλαμοσκέπαστο απόξω, κρασάκι Αγιωργίτικο, μπουζουκάκι και σημαιούλα με τον Κολοκοτρώνη, κόκκινη, να ξεχωρίζει από κάτου, να τήνε βλέπουνε οι μπεκρήδες και να ‘ρχονται. Η Λεμονιά καθότανε καρσί, στο χαμηλό πεζούλι, ανάμεσα στα μυριστικά της και καλάμιζε δικά της γνέματα.
Καλάμιζε και σιγοτραγουδούσε ―όξω νου… Τρία χρόνια τώρα χήρα κι είχε ρίξει τα μαύρα πίσω. Τι; Οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, και σώνουν πια οι έγνοιες και τα βάσανα… Κει πάνου, ψηλότερ’ από τη Χώρα, ο αγέρας φύσαγε πεντακάθαρος, τ’ αγριοπερίστερα κυνηγιόνταν και κάνανε τους έρωτές τους, και η Λεμονιά τους δικούς της… Από την περασμένη Λαμπρή, η ομορφοχήρα τα ‘χε ψήσει με το Λεωνίδα το Σαββατιανό, ένα αρχοντόπουλο, επάνω στον πρώτον ανθό της νιότης του. Ο Λεωνίδας ήταν το στερνοπούλι του Χρήστου του Σαββατιανού, παραλή και χτηματία με τ’ όνομα.
Αμπέλια και σταφίδες, μαγαζιά κι αργαστήρια και το μισόν Αχλαδόκαμπο να τόνε κρατάει σε υποθήκες. Ο Λεώνης του, λοιπόν, μεγάλωνε σε γλέντια και πανηγύρια, κυνηγούσε στο βάλτο, ξημερωνότανε με τα βιολιά και χαιρότανε τις ομορφιές και τα νιάτα της Λεμονιάς, κει πάνου, στο σπιτάκι του Κάστρου.
Ζωή και κότα.
Ο πατέρας του τα ‘ξερε όλ’ αυτά και του φαινότανε παράξενο πώς το παιδί του αυτό βγήκε τέτοιο, ξέκοψε από τ’ άλλα, «τα γνωστικά, βρε!». Είχε το μεγάλο του, το Γιωργή, που κρατούσε τη φάμπρικα της κονσέρβας, το Μιχάλη, που ήταν έμπορας με τ’ όνομα, τον Ορέστη του που σπούδαζε γιατρός στη Γερμανία, τα δυο καρίτσια ―την Αντιγόνη και την Κατίγκω― που είχε να κάνει όλο τ’ Άργος με την αξιοσύνη τους· και μόνος αυτούνος ο Λιωνής, βγήκε σκάρτος.
Ούτε το Γυμνάσιο να τελειώσει θέλησε, ούτε στις δουλειές τους να μπει. Γλεντοκόπι.
Και να τώρα που… «Αμ, πρέπει πια να πάρει τέλος αυτή η ιστορία με τη Λεμονιά», είπε μέσα του ο γέρος, καταστρώνοντας το σχέδιό του.
Μια μέρα το ‘βαλε σε πράξη: Ντύθηκε καλά, επίσημα, πήρε τη μαγκούρα του, και σα γέρος, κοτσονάτος, που ήταν ακόμη, ανηφόρισε κατά τον Αρβανιτομαχαλά. Η Λεμονιά, βλέποντας το Σαββατιανό ν’ ανεβαίνει το καλντιρίμι, απόρησε: ― Μπα! ο γέρος! είπε μέσα της.
Τι να γυρεύει τάχα; ― Για σένα ήρθα, κυρά μου, είπε ο χτηματίας, μαντεύοντας την απορία της.
Εσένα γυρεύω. ― Av ήρθες για καλό, μουρμούρισε κείνη, καλώς εκόπιασες… ― Για καλό, βέβαια για καλό του γιου μου, που τον ξεμυάλισες και τον έκανες μπερμπάτη!… Θύμωσε η χήρα του μιναδόρου, τα μάτια της άστραψαν.
Αυτηνής της τα ‘λεγε αυτά; Ήρθε στο σπίτι της να τήνε βρίσει; Α, όλα κι όλα! Η Λεμονιά φοβέρες δε σηκώνει.
Αυτή γνώρισε κι άλλους πιο φουριόζους. ― Βάρδα φουρνέλο, γέρο! και σε τα μας δεν περνάν αυτά!… Γω δεν φοβήθηκα καν και καν! Μήτε τον άντρα μου, το Σταμέλο, που έτριζε η γης κι ο τόπος… Άκου, λέει, έκανα το γιο του μπερμπάτη! Και δε μου το χρωστάς, που σου τόνε μάζεψα από τις ταβέρνες και τα ρεμπελιά;… (Και μαλακότερα:) Αμ’ είναι από ένα αίστημα, καημένε μπάρμπα, από ένα…..μεράκι, να πούμε, αλλιώς τι συφέρο έχω; Μένα με παρακαλούνε καν και καν… λεβέντες, παλικάρια!… Ο πολύξερος γέροντας την άφηνε να λέει, να λέει, να ξεθυμάνει, παίζοντας ήσυχα το κομπολόι του.
Κι άμα νόμισε πως ήρθε η κατάλληλη στιγμή, πήρε ένα κουτοπόνηρο, τάχα πατρικό ύφος, και της μίλησε όπως επάνω κάτω ο πατέρας του Αρμάνδου Ντιβάλ στην Κυρία με τας Καμελίας: ― Άκου, κόρη μου, άκου, Λεμονιά… Εγώ είμαι ένας πατέρας, έχω κορίτσια να παντρέψω, έχω φαμελιά να διαφεντέψω… υπόληψη… Αυτή η… σχέση σου με το γιο μου μας ζημιώνει… πολύ μάλιστα!… Και της μίλησε ήσυχα, γνωστικά, και για το δικό της το συφέρο.
Αλήθεια, τι είχε να περιμένει, γυναίκα πάνω στα νιάτα της, από ένα παλιόπαιδο κει, από το Λιωνή, που ήταν το μυαλό του τριώ δεκαρώνε ανεμοδούρα; Που δεν ήταν είκοσι χρονώ ακόμη; Να την πάρει γυναίκα του; Μα ήταν να γελάει κανείς! Αυτός, γιε μου, όπου ιδεί κορίτσι, μα νοικοκυροπούλα είναι, μα αργάτισα, μα στη Χώρα, μα στ’ αμπέλια, θα της ριχτεί.
Σε όλες τάζει λαγούς με πετραχήλια.
Και κείνη την ίδια, την έχει κάνει ρεζίλι στις ταβέρνες και στο Γυαλή Καφενέ. «Ξέρεις τι λέει; Τούτο και τ’ άλλο…». Κι ο πονηρός πατέρας της διηγήθηκε, έτσι στα πεταχτά, μέσες άκρες, δυο τρία από τ’ απόκρυφα του έρωτός τους, που έκαναν τη Λεμονιά να σκυλιάσει από το κακό της. ― Βρε τον άτιμο! είπε η χήρα… Βρε το μπαμπέση! ― Τον παλιό Λεωνίδα μου λες εμένα; παραδέχτηκε τάχατες ο γέρος.
Είναι ζουρλός, παιδί μου, για δέσιμο. ― Έννοια σου και θα σ’ τόνε συγυρίσω γω! Θα του κλείσω την πόρτα κατάμουτρα!… Ακούς εκεί να κάθεται και να λέει… να με κάνει σεργούνι!… *** Την ίδια νύχτα, μεσάνυχτα και με φεγγάρι, μέσα στη σιγαλιά της απόμερης γειτονιάς, ακούστηκε ένας γιαρές ν’ ανεβαίνει ψιλοκρεμαστός κατά το σπιτάκι της ομορφοχήρας.
Ήταν ο Λιωνής, που ανήξερος πήγαινε στην καλή του.
Ερχότανε κρασωμένος, μερακλωμένος, τραγουδώντας έναν Αργείτικο χαβά: Στην παραπάνω γειτονιά μοσκοβολάει μια λεϊμονιά πο’ ‘χει λεϊμόνια δίφορα, κανέλλα και γαρύφαλλα!… Αχ, λεϊμονιά με τ’ άνθια σου, τα φύλλα και τ’ αγκάθια σου… ―Τώρα ναν τα ιδείς τ’ αγκάθια μου, μπαμπέση! έλεγε μέσα της η χήρα.
Τώρα θα σου δείξω γω!… Φτάνοντας ο Λιωνής στο μικρό πλάτωμα, που ήταν το σπίτι της Λεμονιάς, εστάθηκε, πήρε ανάσα, κι έπειτα ήρθε και χτύπησε την πόρτα της, συνθηματικά, όπως πάντα. Η Λεμονιά έβραζε από μέσα της, μα δεν έλεγε τίποτα.. Πεσμένη στο κρεβάτι της, μισόγυμνη, ιδρωμένη πιο πολύ από τη φούρκα της παρά από τη ζέστη, τον άφηνε να χτυπάει ανώφελα; «Ναι, στον κουφού την πόρτα!…» Στο τέλος, ο Λιωνής βάλθηκε να βροντάει πιο δυνατά, με γροθιές. ― Άνοιξε, Λεμονιάάάά! Λεμονίτσααα Βούρρρ!… Η Λεμονίτσα άνοιξε, μα όχι την πόρτα: άνοιξε το παράθυρο, άνοιξε τα δυο της χέρια και φασκέλωσε το Λιωνή. «Όρσε, γουρούνι της λάσπης!» Αυτό ήταν το πρελούντιο.
Κι αμέσως ακολούθησε το κρεσέντο, σε όλους τους τόνους της Αργείτικης σκάλας.
Στο τέλος τόνε φοβέρισε πως θα βγει όξω να τόνε πάρει με τα κοτρόνια… Κι ο Λιωνής αναγκάστηκε μουρμουρίζοντας να πάρει τα βρεμένα του για την πατρική κατοικία, λέγοντας: ― Θα της περάσει… Χήρα είναι, θα της περάσει… * * * Μα η Λεμονιά είχε πάρει κιόλας την απόφασή της.
Πάει πια, κόπηκε η κλωστή! Όχι μόνο δε θα δεχότανε πια σπίτι της κείνο το μουρλο-Λιωνή, μα γρήγορα θα ‘βρισκε άλλονε φίλο.
Δε δυσκολεύτηκε μάλιστα να τον διαλέξει αμέσως. ― Θα πιάσω το Λευτέρη τον Κωτίκα, σκέφτηκε.
Ναι, αυτός είναι άντρας σοβαρός και… χεροδύναμος.
Έχει τόσον καιρό ο άνθρωπος που με παρακαλάει.
Στο διάολο τα παιδαρέλια!… Από αύριο κιόλας.
Και γέρνοντας άπο τ’ άλλο πλευρό, αποκοιμήθηκε.
Λοιπόν, εδώ που τα λέμε δεν ήταν κακή η προτίμηση της Λεμονιάς. Ο Λευτέρης ο Κωτίκας δεν ήταν, βέβαια, νέος, δεν ήταν αρχοντόπουλο.
Είχε τα χρονάκια του ―σαραντάρης κι απάνου.
Μα ήταν καλός δουλευτής, σιδερουργός, που έπιανε τη βαριά κι έτριζε η γης, σαν τον άλλονε, το συχωρεμένο… Kαλά το ‘λεγε η Λεμονιά: Ο Κωτίκας είχε τόσον καιρό που την έφερνε βόλτα και καρτερούσε και δεν απελπιζότανε.
Και τι δεν έκανε για δαύτη! Να, τις προάλλες δεν πήγε για χατίρι της στα νερά, στα «μάτια», και βουτήχτηκε ως στη μέση ο άνθρωπος, κι έπιασε μια χελομάνα, και της την επήγε πεσκέσι: Αλήθεια, κείνο το δειλινό, όσοι κουτσόπιναν στην ταβέρνα, είδαν τι αξίζει ο έρωτας ενός γύφτου: Ο Λευτέρης ο Κωτίκας ήρθε καμαρωτός, με τη χελομάνα κρεμάμενη από τον καρπό του δεξιού του χεριού, με βούρλο· και στην ίδια φούχτα κρατούσε δυο μεγάλα λεμόνια, για τη σάλτσα! Είπε του κάπελα και του ‘βαλε το τραπεζάκι του κοντά στο σπιτάκι της Λεμονιάς, έρριζα στο πεζούλι της, κι άρχισε ξανά να τήνε διαβάζει, σαν πάντα, να πάρει, λέει, το σπάνιο μεζέ, να τόνε κάνει ψητόνε με λαδολέμονο, και να τόνε φάνε μαζί, που αυτός για την αγάπη της είχε χωθεί ως τα νεφρά μες στο βούρκο.
Τότες, η Λεμονιά του ‘χε πει: ― Άδικα χάνεις τα λόγια σου, μαστρο-Λευτέρη.
Κι από χελομάνες και τέτοια δεν χαμπαρίζουμε εμείς… ― Βέβαια, εσένα σ’ αρέσουν τα βυζανιάρικα, θύμωσε ο γύφτος, κουνώντας τη χελομάνα. ― Τα βυζανιάρικα μ’ αρέσουν και λόγο δε σου δίνω! Ορίστε μας!… Και παίρνοντας την καλαμίστρα της, αποτραβήχτηκε μέσα, βροντώντας την πόρτα… Έτσι γίνηκε τότες.
Μα τώρα πια η Λεμονιά είχε βάνει γνώση και δε θα ‘κανε το ίδιο… Κι έπειτα, ποιος ξέρει… κείνος ο σαραντάρης μπορεί να ‘χε και κανένα σκοπό παραπάνω.
Μη δε γίνουνται τόσα και τόσα; * * * Όταν ο Λεωνίδας ο Σαββατιανός έμαθε πως η Λεμονιά τα ‘φτιαξε με το γύφτο, πήγε να βουρλιστεί, από τη ζήλεια του.
Η μανία μιας εκδίκησης τον έπιασε δυνατά. «Μωρέ, θαν τους κάψω και τους δυο ζωνταντούς!» έλεγε μέσα του. Ο Λεωνίδας άφησε να περάσουν μερικές ημέρες, και πήγε στα ριζά του Κάστρου, στον ελαιώνα.
Εκεί, μάζεψε φρύγανα, ξεράγκαθα, αφάνες σωρό, και κάθισε στα χαλάσματα, κρυμμένος, ώσπου να νυχτώσει, πίνοντας τσίπουρο από το παγούρι του και μελετώντας την εκδίκησή του.
Κείνη η μέρα ήταν στο τέλος του Οχτώβρη, παραμονή των Αγίων Αναργύρων.
Νύχτωσε, περνούσαν οι ώρες, ήρθαν τα μεσάνυχτα… Ο Λιωνής πήρε μιαν αγκαλιά αφάνες και τις κουβάλησε στο μοναχικό σπιτάκι της χήρας.
Ερημιά εκεί, νέκρα.
Η αντικρινή ταβέρνα θεόκλειστη.
Φανάρια κει δεν ήταν. Σκοτάδι… Ο Λιωνής εσώριασε τις αφάνες στην ξυλένια πόρτα της χήρας.
Έπειτα, αλαφροπατώντας, πήγε κι έφερε ξεράγκαθα, θυμάρια, κλαδιά, σωρούς σωρούς.
Κι άλλα τα ‘βαζε ολόγυρα στο σπίτι, άλλα στο κοτέτσι, στο πλυσταριό, παντού.
Κι άλλα στην πόρτα μπροστά.
Ενεργούσε σαν κλέφτης, με περίσκεψη.
Σε μια στιγμή έβαλε αυτί σε μια χαραμάδα του παραθύρου και νόμισε πως άκουσε κουβέντα, μα δεν ήταν… Μονάχα ένα διπλό ρουχαλητό.
Το ένα το ‘ξερε αυτός, ήταν της Λεμονιάς, μα τ’ άλλο, το χοντρό, που έκανε σα φυσερό! ― Ρουχαλίζετε, ε; είπε μέσα του ο Λιωνής, τώρα θα ιδείτε! Και τρίβοντας ένα σπίρτο, έβαλε φόκο.
Οι αφάνες πήραν φωτιά, τρίξανε, φούντωσαν. Ο Λιωνής κατηφόρισε γρήγορα, αφήνοντας το κακό να βόσκει, να λαμπαδιάζει… Όταν έφτασε κάτου, στη δημοσιά, γύρισε πίσω το κεφάλι και είδε τη φωτιά μεγάλη να ζώνει, κόκκινος μπερντές, το σπίτι… Στάθηκε κάτου από ένα φανάρι, άναψε τσιγάρο, κι έφυγε για το σπίτι του… Έφυγε σίγουρος πως δεν τον είχαν ιδεί.
Μα γελιόταν, γιατί ήταν κάποιο μάτι που τον είδε… * * * Ο Λιωνής έφτασε ήσυχος στην πατρική κατοικία.
Όλοι κοιμόνταν.
Άνοιξε με το κλειδί του, και αλαφροπάτητος, πήγε στην κάμαρά του και πλάγιασε… Αυτός ο τρομερός γλεντζές, με τη θερμή Αργείτικη ψυχή, ούτε φόβο ένιωθε, ούτε τύψη.
Απεναντίας, ήταν ευχαριστημένος.
Είχε κάνει το κέφι του.
Ας γίνει τώρα ό,τι γίνει… Άξαφνα, μέσα στη νύχτα, ακούστηκαν καμπάνες πολλές.
Καμπάνισμα γοργό, επίμονο.
Εσήμαινε η Πορτοκαλούσα του Κάστρου, ο Αη-Γιάννης, ο Αη-Πέτρος… Ο Λιωνής εκατάλαβε πως σημαίνουν για την πυρκαγιά, και τότε μόνο συναισθάνθηκε την πράξη του, τ’ αποτελέσματα που μπορούσε να ‘χει, και φοβήθηκε.
Κουκουλώθηκε από το κεφάλι και αποφάσισε να καμωθεί ως στο τέλος τον ανήξερο.
Ο γέρο Σαββατιανός, στην κάμαρα του, ξύπνησε κι αυτός, αλαφιασμένος. «Μπα! τι ‘ναι και βαρούν έτσι απόψε οι καμπάνες;» αναρωτήθηκε.
Άναψε τη λάμπα και πήγε στην κάμαρα του Λεωνίδα.
Κείνος έκανε τον ψόφιο. ―Λιωνή! Λιωνή! του είπε κουνώντας τον, τι ‘ναι και βαρούν οι καμπάνες; Ο άσωτος υιός στριφογύρισε στο στρώμα του, έκανε τάχα τον αγουροξυπνηαένο, που τον ενοχλούν και είπε: ― Κοσμά και Δαμιανού… Κοσμά και Δαμιανού… ― Α, είναι των Αγίων Αναργύρων αύριο; είπε ο φιλόθρησκος γέρος… Κοίτα, και γω το ‘χα λησμονήσει… Μα τέτοια ώρα πάλι;… Και πήγε στην κάμαρά του να κοιμηθεί. * * * Το πρωί, μετά τη λειτουργία, την ώρα που ο γέρο Σαββατιανός έπινε στο Γυαλή Καφενέ τον καφέ του και γουργούριζε το ναργιλέ του, τον εζύγωσε ο καλύτερος του φίλος, ο Λιας ο Γερακούλης ο μονόφθαλμος και του είπε σοβαρά, χαμηλόφωνα, κοιτάζοντας γύρω μην τον ακούσει κανείς άλλος: ― Να τόνε χαίρεσαι, τον προκομένο σου! ― Ποιον; ρώτησε με τη βαριά φωνή του ο Σαββατιανός, ψάχνοντας ανάμεσα στους τέσσερις γιους του. ― Ε, π ο ι ο ν! Να το Λεωνίδα! ― Γιατί; τι έκανε; ― Τι έκανε;… Μα δεν άκουγες όλη τη νύχτα τις καμπάνες; ― Ε, τις άκουγα… ― Και δε ρώτησες να μάθεις; ― Ε, ρώτηξα το Λεωνίδα, είπε ο Σαββατιανός, και τράβηξε μια ρουφηξιά το ναργιλέ του. ― Και τι σου είπε; επέμενε ο άλλος ― Ε, Κοσμά και Δαμιανού… Ο Γερακούλης έχασε πια την υπομονή του.
Κείνος ο φίλος ήταν πολύ αγαθός πατέρας. ― Βρε τι Κοσμά και Δαμιανού! είπε.
Ο γιος σου ο Λεωνίδας εμάζεψε όλες τις αφάνες του βουνού κι έβαλε φωτιά να κάψει το σπίτι της Λεμονιάς… της χήρας, ντε που του ‘δωκε τα παπούτσια στο χέρι…. Τρομάξαμε να τήνε σβήσουμε τη φωτιά… Κόντεψε να καεί και η Λεμονιά κι ο γύφτος της, ο Κωτίκας.
Ο πατέρας έστεκε άλαλος, με το μαρκούτσι του ναργιλέ στο χέρι. ― Βρε τον μασκαρά! είπε. (Και αμέσως κατεβάζοντας τη φωνή:) Πες μου, Ηλία μου… είσαι βέβαιος;… Τον είδε κανείς;… ― Ένας μονάχα. Εγώ! Ο γέρο Σαββατιανός εκοίταξε το μοναδικό μάτι του φίλου του και ησύχασε.
Είχε εμπιστοσύνη σ’ αυτόνε… Μα δεν τον χωρούσε ο τόπος.
Σηκώθηκε και πήγε ίσια στο σπίτι του. Ο Λιωνής κοιμόταν ακόμη. ― Γύρισες; του ‘πε η γυναίκα του.
Ήτανε και γιορτή σήμερα. ― Ναι, Κοσμά και Δαμιανού, απάντησε εξαγριωμένος ο Σαββατιανός, και λύνοντας την πέτσινη λουρίδα από τη μέση του, τράβηξε για την κάμαρα του «προκομένου». Ο Λιωνής κείνη τη στιγμή ήταν γερμένος μπρούμυτα κι έβλεπε ένα ωραίο όνειρο: Έβλεπε, λέει, πως ήτανε, κάτου από έναν πλάτανο και του ψήνανε μια γουρνοπούλα.
Και η Λεμονιά του ‘στρωνε το τραπέζι… Το λουρίδι σφύριξε στον αέρα κι έπεσε στα καπούλια του ονειροπαρμένου. Ο Λιωνής πετάχτηκε σκούζοντας και τρίβοντας τα μηριά του: ―Τι ‘ναι, πατέρα; γιατί;… ―Κοσμά και Δαμιανού, ε; μούγγρισε ο δυνατός γέρος και δευτέρωσε το χτύπημα, το τρίτωσε, τον έδερνε αλύπητα σ’ όλο το κορμί, λέγοντας και ξαναλέγοντας: ― Να και του Κοσμά! Να και τον Δαμιανού! Χρόνια στις φυλάω… Ο Λιωνής έσκουζε, προσπαθούσε να προφυλαχτεί, μα τις έτρωγε παντού και του ήταν αδύνατο να σταματήσει κείνη την πατρική οργή, που ξεσπούσε αβάσταχτη, σαν τ’ ορμητικό κατέβασμα του Αργείτικου ποταμού, του Ινάχου… Η μητέρα μπήκε μέσα τρομαγμένη: ― Χριστός και Παναγία! Τι ‘ναι; τι ναι; ― Τίποτα, απάντησε ο γέρος, που είχε κουραστεί πια και ξανάδενε το λουρί του… Κοσμά και Δαμιανού των θαυματουργών! Τ’ ΑΓΚΑΘΙΑ ΤΗΣ ΛΕΜΟΝΙΑΣ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΦΝΗΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους