Ο γέρος ψαράς της προβλήτας Κάθε πρωί, πριν ο ήλιος προλάβει να ζεστάνει καλά τη θάλασσα, ο κυρ-Μιχάλης έπιανε τη θέση του στην πέτρινη προβλήτα. Το παλτό του μύριζε αλμύρα και τα χέρια του ήταν...
Ο γέρος ψαράς της προβλήτας Κάθε πρωί, πριν ο ήλιος προλάβει να ζεστάνει καλά τη θάλασσα, ο κυρ-Μιχάλης έπιανε τη θέση του στην πέτρινη προβλήτα.
Το παλτό του μύριζε αλμύρα και τα χέρια του ήταν σκαμμένα από τα χρόνια και τα δίχτυα.
Δίπλα του, πάντα, ένα μπερδεμένο δίχτυ που περίμενε να μπαλωθεί. «Καλημέρα, παππού!» φώναξε ο μικρός Νικόλας, τρέχοντας ξυπόλητος στην ακροθαλασσιά.
Φορούσε τη ναυτική στολή που του είχε ράψει η γιαγιά του. «Ήρθαν τα καΐκια!» Πράγματι, οι ψαράδες με τις βράκες και τα καπέλα μάζευαν τα δίχτυα τους.
Οι γλάροι έκαναν κύκλους από πάνω τους, ξέροντας ότι πάντα κάτι θα πέσει για εκείνους.
Οι πάπιες και οι χήνες τσαλαβουτούσαν αμέριμνες στα ρηχά.
Ο κυρ-Μιχάλης χαμογέλασε κάτω από το μουστάκι του.
Είχε δουλέψει σε αυτά τα καΐκια για πενήντα χρόνια.
Τώρα τα πόδια του δεν τον κρατούσαν στη θάλασσα, αλλά η καρδιά του ήταν ακόμα εκεί. «Έλα εδώ, ναυτάκι», είπε στον Νικόλα και του έδωσε μια σακοράφα. «Βοήθα με να μπαλώσω τούτο το δίχτυ.
Κάθε κόμπος έχει μια ιστορία». Ο Νικόλας κάθισε δίπλα του, κι ενώ τα δάχτυλά του μπερδεύονταν με το σπάγκο, ο γέρος άρχισε να του μιλάει για φουρτούνες, για δελφίνια που συνόδευαν τις βάρκες, και για εκείνο το τεράστιο χταπόδι που έπιασε ένα Αύγουστο του ’78. Τα καΐκια αδειάζαν, οι ψαράδες κουβαλούσαν τα κασόνια, οι γλάροι τσακώνονταν για ένα ψάρι.
Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, ένας γέρος κι ένα παιδί έδεναν κόμπους.
Όχι μόνο στο δίχτυ, αλλά και μεταξύ τους.
Γιατί η θάλασσα είναι οι ιστορίες που περνάνε από γενιά σε γενιά, καθισμένες σε μια προβλήτα, με ένα δίχτυ στα πόδια. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους