Ιστορίες σαν ζωγραφιές Άνοιξη, 1563 Αρτσιμπόλντο 5/4/1526-11/7/1593 Τα σκυλιά τα φίμωσε ο θαυμασμός. Ποτέ τους δεν είχαν ξαναδεί έτσι τον αφέντη τους. Πάνω του μπορούσαν να μυρίσουν όλα τα θαύματα...
Ιστορίες σαν ζωγραφιές Άνοιξη, 1563 Αρτσιμπόλντο 5/4/1526-11/7/1593 Τα σκυλιά τα φίμωσε ο θαυμασμός.
Ποτέ τους δεν είχαν ξαναδεί έτσι τον αφέντη τους.
Πάνω του μπορούσαν να μυρίσουν όλα τα θαύματα της φύσης.
Ροδώνες και φρεσκοποτισμένα περιβόλια ανάβλυζε η φορεσιά του αφέντη τους.
Τραβήχτηκαν και κρύφτηκαν στο παραγώνι πλάι στο σορό με τα ξύλα.
Ο κύριος τους πόζαρε και ο ιατρός πλησίασε.
Κοίταξε προσεκτικά και ψηλάφισε με το χέρι το πρόσωπο του κυρίου.
Έμοιαζε φολιδωτό, μα για την ακρίβεια, σε κάθε σημείο του δέρματος του ένα κατακόκκινο άνθος ήταν έτοιμο να γεννηθεί.
Μες στα μαλλιά του είχαν κινήσει την ωραία τους ιστορία να αφηγούνται οι περικοκλάδες.
Στους ώμους του στρωμένο τρυφερό, καταπράσινο χορτάρι.
Ήταν μια γη με τις εποχές, με την ανθοφορία και με το θάνατό της.
Ο ιατρός ανασηκώθηκε από τη θέση του, κοιτάζοντας με αμηχανία εμπρός του το θαύμα.
Έπειτα στράφηκε στις σημειώσεις του.
Ο κύριος είπε. “Στην αρχή κλονίστηκα.
Έδωσε τόσες μάχες με την περηφάνια μου.
Τις έχασα όλες.
Εδώ και καιρό, σκέφτομαι και ζω σαν ένας ολάνθιστος κήπος.
Ζητώ το νερό που ξεπλένει τη μνήμη και παρηγορεί όλες τις ατέλειες του Θεού”. Δεν είχε δάκρυα και έτσι απέμεινε σιωπηλός και συγκλονισμένος.
Στο μεταξύ ο Αρτσιμπόλντο, αυτός ο ζωγράφος του παράδοξου καιρό πριν οι ζωγράφοι λαγγεμένοι από τον αιώνα τους περάσουν μέσα από τα υπερεαλιστικά χωράφια, ίδιοι με τολύπες στεναγμών σε αιθέριο στερέωμα, είχε βαλθεί να διασώσει τη μορφή του ανθρώπου κήπου.
Και το κατόρθωσε, με τη μορφή παράδοξη, να εξέρχεται του μαύρου φόντου, λευτερωμένη από κάθε δουλική προκατάληψη εκείνου του καιρού.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους