Απλοί κανόνες σεβασμού στο Facebook του Μιχάλη Χαιρετάκη Θα μπορούσα, αν ήθελα, να βγάζω χρήματα από τις αναρτήσεις και τα άρθρα μου. Δεν το κάνω. Συνειδητά, από επιλογή. Άρα δεν αντιμετωπίζω τις...
Απλοί κανόνες σεβασμού στο Facebook του Μιχάλη Χαιρετάκη Θα μπορούσα, αν ήθελα, να βγάζω χρήματα από τις αναρτήσεις και τα άρθρα μου.
Δεν το κάνω.
Συνειδητά, από επιλογή.
Άρα δεν αντιμετωπίζω τις αναρτήσεις μου σαν προϊόν που πρέπει να «πουλήσει», ούτε τους αναγνώστες σαν πελάτες που πρέπει πάση θυσία να κρατήσω ευχαριστημένους.
Ας το πούμε απλά.
Στα social media ούτε εγώ είμαι πραγματικός προμηθευτής ούτε εσείς πραγματικοί πελάτες.
Όπως όλοι μας, έτσι κι εγώ είμαι μέρος του εμπορεύματος πάνω στο οποίο δουλεύει το σύστημα.
Η προσοχή μας, ο χρόνος μας, οι αντιδράσεις μας, οι καβγάδες μας, όλα αυτά είναι η πρώτη ύλη.
Εμείς δεν πληρώνουμε την πλατφόρμα με χρήμα.
Την πληρώνουμε με τον εαυτό μας.
Και το βλέπουμε καθημερινά.
Αναρτήσεις ανθρώπων που δεν ακολουθούμε εμφανίζονται στο timeline χωρίς να τις ζητήσουμε, μαζί με διαφημίσεις, «προτεινόμενα», sponsored και ό,τι άλλο αποφασίσει ο αλγόριθμος ότι πρέπει να περάσει μπροστά από τα μάτια μας.
Δεν είναι τυχαίο.
Δεν βρισκόμαστε σε μια ουδέτερη πλατεία διαλόγου.
Βρισκόμαστε μέσα σε ένα εμπορικό περιβάλλον που πουλάει προσοχή.
Και η προσοχή είμαστε εμείς.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι αναρτήσεις μου δεν «πωλούνται». Δεν έχω κανέναν λόγο να κάνω εκπτώσεις στην αγένεια, να κάνω τα στραβά μάτια στη χυδαιότητα ή να ανέχομαι τον κάθε περαστικό που γράφει κάτω από ένα κείμενο μόνο και μόνο για να προσβάλει, να ειρωνευτεί χοντροκομμένα ή να βγάλει το άχτι του.
Η διαφωνία είναι καλοδεχούμενη.
Η σοβαρή αντίρρηση, επίσης.
Η λεπτή ειρωνεία επιτρέπεται και, συνήθως, ανταποδίδεται με τόκο.
Άλλο όμως η διαφωνία και άλλο να μπαίνει κάποιος στο σπίτι σου, να ανεβαίνει στο τραπέζι με τα παπούτσια και να φωνάζει ότι δεν του αρέσουν οι κουρτίνες σου και ότι το σαλόνι σου είναι παλιομοδίτικο.
Και επειδή αγαπώ τα παραδείγματα, ας γίνω συγκεκριμένος.
Δεν μιλάω για κανέναν συγκεκριμένα.
Μιλάω για τύπους που τους ξέρετε όλοι.
Ο πρώτος τύπος είναι ο κριτικός εκ πεποιθήσεως.
Γράφεις ότι μια πολυδιαφημισμένη ταινία σε άφησε αδιάφορο.
Μέσα σε δέκα λεπτά τον έχεις να σχολιάζει.
Δεν σε ρωτάει γιατί.
Σου ανακοινώνει. «Είναι αριστούργημα, απλώς δεν το κατάλαβες». Αν επιμείνεις ότι δύο ώρες με έναν άνθρωπο να κοιτάζει έναν τοίχο δεν είναι για σένα σινεμά, θα μάθεις ότι το πρόβλημα δεν είναι η ταινία.
Το πρόβλημα είσαι εσύ.
Είσαι «αμόρφωτος», «ελληνάρας» και, κάπου στο τρίτο σχόλιο, λίγο «φασίστας». Δεν είδε καλύτερη ταινία από εσένα.
Απλώς αποφάσισε πιο γρήγορα ποιον θα περιφρονήσει.
Ο δεύτερος τύπος είναι ο απόστολος του «τιτανοτεράστιου». Υπάρχει πάντα ένας «τεράστιος». Και δίπλα του πάντα κάποιος έτοιμος να σου εξηγήσει ότι, αν δεν τον λατρέψεις κι εσύ, βλάπτεις τη χώρα.
Ξαφνικά το γούστο σου γίνεται εθνικό ζήτημα.
Δεν σου άρεσε ένα τραγούδι; Άρα δεν αγαπάς την Ελλάδα.
Θαυμάσια λογική.
Την ίδια χρησιμοποιούσαν και άλλοι, σε άλλες εποχές, για πολύ λιγότερο αθώα πράγματα.
Και δεν πήγε και τόσο καλά αυτό.
Ο τρίτος τύπος είναι ο διανοούμενος των σχολίων.
Θα σου πετάξει τρεις ξένους όρους στη σειρά και μια λέξη που ούτε ο ίδιος ξέρει τι σημαίνει, με μοναδικό σκοπό να σε κάνει να νιώσεις μικρός.
Δεν ήρθε να σου εξηγήσει κάτι.
Ήρθε να σου θυμίσει ότι υποτίθεται πως ξέρει και εσύ όχι.
Και πάνω απ’ όλους, ο στρατός των «αποστόλων». Τον τελευταίο καιρό περνάνε μπροστά μου δεκάδες, μερικές φορές εκατοντάδες αναρτήσεις και σχόλια που μοιάζουν σαν να βγήκαν από το ίδιο καλούπι.
Copy paste ύφος, copy paste βεβαιότητες, copy paste αγανάκτηση.
Ίδιες φράσεις, ίδια θαυμαστικά, ίδια ιερή οργή, σαν να τους μοίρασαν το ίδιο φυλλάδιο και τους είπαν: «Πηγαίνετε να μορφώσετε τον κόσμο». Δεν έχει καμία σημασία αν όλοι αυτοί είναι πραγματικά οργανωμένοι ή όχι.
Δεν χρειάζεται καν να είναι.
Μερικές φορές αρκεί ο φανατισμός, η μόδα, η ανάγκη να ανήκεις κάπου και η βεβαιότητα ότι ανέλαβες προσωπικά να μορφώσεις τους υπόλοιπους.
Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
Ένας μικρός στρατός από αυτόκλητους παιδονόμους της άποψης, που πηγαίνουν από προφίλ σε προφίλ για να κάνουν μάθημα στους «ακαλλιέργητους». Και κάπου εκεί σταματάει η συζήτηση.
Γιατί δεν έχεις πραγματικά τι να συζητήσεις με κάποιον που δεν ήρθε να ακούσει αλλά να επιβάλει.
Δεν ήρθε να διαφωνήσει αλλά να σε κατατάξει.
Δεν ήρθε να ανταλλάξει επιχειρήματα αλλά να σου ανακοινώσει ότι, αν δεν συμφωνείς μαζί του, κάτι δεν πάει καλά με εσένα.
Η ζωή είναι μικρή για να τη σπαταλάμε αποδεικνύοντας τα αυτονόητα σε ανθρώπους που δεν έχουν καμία διάθεση να καταλάβουν.
Να αποδείξουμε τι; Και σε ποιον; Στον φανατισμένο που έχει ήδη αποφασίσει; Σε εκείνον που θέλει με το ζόρι να δουν όλοι την άποψή του και να γίνει χαμός, για να νιώσει ότι νίκησε σε μια μάχη που μόνος του φαντάστηκε; Όχι.
Δεν θα πάρω μέρος.
Παλιότερα ήμουν υπερβολικά ευγενικός και υπερβολικά υπομονετικός.
Έδινα εξηγήσεις, απαντούσα, προσπαθούσα να ξεχωρίσω την κακή στιγμή από την κακή πρόθεση.
Μερικές φορές άξιζε.
Πολλές φορές όχι.
Κατάλαβα αργά ότι με μερικούς ανθρώπους η υπομονή δεν εκλαμβάνεται ως ευγένεια αλλά ως αδυναμία.
Από εδώ και πέρα τα πράγματα είναι πιο απλά.
Αν κάποιος διαφωνεί πολιτισμένα, ευχαρίστως.
Αν κάποιος κάνει χιούμορ, ακόμα καλύτερα.
Αν κάποιος μπαίνει για να βρίσει, να ειρωνευτεί χυδαία, να προκαλέσει καβγά ή να κάνει τον επαγγελματία τιμητή των πάντων, δεν θα υπάρξει διάλογος.
Θα υπάρξει ένα κλικ και μπλοκ.
Αν θέλεις την Παναγία να καπνίζει μπάφο, τον Όμηρο με το σώβρακο να απαγγέλλει ραψωδίες, τον Περικλή να παίζει τάβλι με τον Σωκράτη και την Ασπασία να τους κερνάει πατάτες τηγανητές με χωριάτικη σαλάτα, επειδή έτσι το «είδε» ο καλλιτέχνης, δικαίωμά σου.
Δημοκρατία έχουμε.
Δικαίωμά μου όμως κι εμένα να μη στέκομαι θεατής στη δική σου έμπνευση και να μη μου αρέσει.
Όπως ακριβώς δεν μου αρέσει το κυνήγι, αλλά δεν μπαίνω σε group κυνηγών για να τους πω πόσο απαίσιο είναι αυτό που κάνουν.
Σηκώνομαι και φεύγω.
Μπλοκ, λοιπόν.
Όχι από φόβο.
Όχι από αδυναμία.
Από σεβασμό στην ψυχική υγεία και την αισθητική.
Ας μείνουν στο τέλος μόνοι τους, να ανταλλάσσουν τις ίδιες ακριβώς απόψεις μεταξύ τους και να χειροκροτούν ο ένας τον άλλο. Ούτε καν θα προσέξουν ότι έφυγα. Έχουν ο ένας τον άλλο...και το φυλλάδιο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους