ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ Μιαν Τζερκατζήν πολούτουρκα, στου Γιακουμή το σπίτι Πού’ταν στο κέντρο του χωρκού, που το λαλούσαν Κίτι Συνάχτην οικογένεια, κάτι να τους μιλήσει Κάτι σπουδαίο να τους πει, τζιαι...
ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ Μιαν Τζερκατζήν πολούτουρκα, στου Γιακουμή το σπίτι Πού’ταν στο κέντρο του χωρκού, που το λαλούσαν Κίτι Συνάχτην οικογένεια, κάτι να τους μιλήσει Κάτι σπουδαίο να τους πει, τζιαι να τους νουθετήσει Επήεν η γεναίκα του, μαζίν τζ’ οι θκυο του κόρες -Θέλω να κουβεντιάσουμε, περίπου δύο ώρες Μια κόρη ήταν Αθηνά, τζ’ η άλλη Μαριάννα Τζιαι η γεναίκα του κοντά, με τ’ όνομα της Άννα -Επήρα μια απόφαση, θα την ανακοινώσω -Δέκα σσιλιάες φύλαξα, στην Αθηνά να δώσω -Να πάει εξωτερικόν, να κάμει τες σπουδές της -Καλές τέχνες που δκιάλεξεν, να κάμνει ζωγραφκιές της Η Αθηνά σαν τ’ άκουσεν, πολλά εν που εχάρην Τζιαι χασκογέλαν μ’ έπαρσιν, προκλητικά τζιαι χάρην Την Μαριάννα κοίταξεν, με ύφος τζιαι κατζία -Εγιώ με η καλλύττερη, με πιο πολλήν αξία Τούντην κουβένταν πέταξεν, καρτζιήν που την αρφήν της Αλαζονεία έδειξεν, ειρωνικόν το δειν της Η Μαριάννα ρώτησεν, τον τζύρην της με τρόπο -Τζιαι γιω εις το κολέγιο, πό’καμα τόσον κόπο; -Τζιαι ένας χρόνος έμεινεν, το δίπλωμαν να πάρω -Ούτε μιαν λίραν έδωκες, σε μέναν να την πάρω -Εδούλευκα τζιαι σπούδαζα, με έξοδα δικά μου -Ποττέ δεν ρωτήσετε, αν είχα φαϊ μητά μου Τζ’ η μάνα αποκρίθηκεν, με ύφος θυμωμένο -Εσού ανάγκη δεν έσσιεις, είσαι παιδί σασμένο μένο -Αξίζει εις την Αθηνάν, να πάει στο Παρίσι -Να μορφωθεί καλλύττερα, τζιαι πιο καλά να ζήσει Πετάχτηκεν τζι’ ο τζύρης της, για να την κατσαθκιάσει -Για την αρφήν να σσιαίρεσε, που πάει να σπουδάσει -Τζιαι θέλω να την αγαπάς, να μεν παραπονιέσαι -Φέρτον νού σου τζι’ έπαρτον, τζιαι οϊ να μεν μιλιέσαι Η Μαριάννα σκέφτηκεν, δεν έσσιει θεραπεία Εν λάθος ότι τζιαι να πει, σε τούντην ιστορία Ότι τζι’ αν πει εις τους γονιούς, δεν τους αλλάζει γνώμη Πως αδικίαν κάμνουσιν, να πουν ένα συγγνώμη Εις τον μυαλόν της γύριζαν, σκέψεις την νύχτα όλη Τζιαι το πρωϊ ποφάσισεν, μόνη να πα στην πόλη Να συνεχίσει τες σπουδές, με την δική της τάση Δουλειά πρωϊ, νύχτα σχολή, τον χρόνο να μην χάσει Γύριση μέρα το πρωϊ, έφυεν για την πόλη Έξερεν θα δυσκολευτεί, μ’ αλλάξασιν οι ρόλοι Μόνη τωρά θ’ αγωνιστεί, για το δικόν της μέλλον Μόνη και αβοήθητη, μια μάχη για το μέλλον Νοικίασεν μιαν κάμαρη, ήβρεν τζιαι μια δουλειούα Έτσι ξεκίνησεν ο Γολγοθάς, για τζειν την κοπελλούα Πέντε χρόνια πέρσαν, τζ’ η Μαριάννα τέλειωσε Τζι’ ένα γραφείο άνοιξε, μόνη το επίπλωσε Με κτήματ’ ασχολήθηκε, σαν κτηματομεσίτης Τζιαι πήεν τα πολλά καλά, πό’ καμνεν τον μεσίτη Σε λλία χρόνι’ άπέκτησεν, καλήν περιουσία Με την καλή της την δουλειά, σε κάθε ευκαιρία Τζιαι μιαν ωκέλλαν έκτισεν, τζιαι γόρασεν τζιαι μάλια Πάντως επρόκοψεν πολλά, τζιαι έφκαλεν ριάλια Μιαν Τζερκατζήν εκάθετουν, κοντά στο παραθύρι Τζιαι τον καφέν της έπινεν, πάντα στο παραθύρι Εθώρεν έξω στην αυλή, τζιαι τον ωραίο κήπο Τζιαι που, τζιαι που, έδκιάβαζεν, τον πρωϊνόν τον τύπο Κάποια στιγμή σταμάτησεν, όχημα στο καντζέλλι Η Μαριάννα σκέφτηκε, ποιος νάναι τζιαι τι θέλει; Που μες το αυτοκίνητο, τρεις εν που εκατεβήκαν Τζιαι προς την πόρτα του σπιδκιού, τζ’ οι τρεις κατευθυνθήκαν Η μάνα της τζι’ ο τζύρης της, πίσω τζιαι η αρφήν της Τι θέλουν τζ’ ήρτασιν τωρά, μέσα εις την αυλήν της Την πόρταν της εκτύπησαν, παντές για να την ρίψουν Φακκούσαν την συνέχειαν, ώσπου να τους ανοίξουν -Α Μαριάννα άνοιξε, θέλουμε να σε δούμε -Να δούμε τζιαι το σπίτι σου, τζιαι κάτι να σου πούμε Η Μαριάννα ρώτησεν, για να της απαντήσουν Τι θέλουσιν που λλόου της, τζιαι να την αρωτήσουν Ο τζύρης πολοήθηκεν, τζιαι είπεν της με θράσος Τζιαι η φωνή του βροντερή, σαν νάταν μες το δάσος -Εμάθαμεν αρκόντηνες, τζιαι θέλουμεν μοιράσι Της Μαριάννας ήρτεν της, χαζήρι να γελάσει -Τόσον τζιαιρόν που είσασταν, πού΄χα τζιαι γιω ανάγκη; -Τζιαι πότε μ’ αρωτήσετε, αν έχω γιω ανάγκη; -Για πέντε χρόνια ρώτησεν, κανένας σας πως πάω; -Εάν πεινώ, εάν διψώ, αν έχω τζιαι να να φάω; -Τωρά μ΄αθθυμηθήκετε, που έκαμα ριάλια -Μερόνυχτα εδούλεψα, για ν’ αγοράσω μάλια Η μάνα πολοήθηκεν, μ’ αναίδεια μεγάλη -Η μάνα σου είμαι άνοιξε, εν τζ’είμαι κάποια άλλη -Θέλουμεν την βοήθεια σου, εμείς τζιαι η αρφή σου -Απέτυχεν η Αθηνά, η άτυχη αρφή σου -Τζιαι τα ριάλια πού’ πιασεν, έφαν τα εις τα λούσα -Τζιαι στράφηκεν απένταρη, τζιαι χαμηλοβλεπούσα -Είμαστεν οικογένεια, ότ’ έσσιεις τζιαι δικά μας -Πρέπει να τα μοιράουμε, δικά σου τζιαι δικά μας Η Μαριάννα άκουσε, πολλά εφουτουνιάστην Έτσι κουβέντα π’ άκουσεν, πολλά ατζελοσιάστην -Ότ’ έκαμα, το έκαμα, μόνη μου τζιαι με κόπο -Τζιαι μόνη μου εγόρασα, τζι’ έκτισα σ’τουν τον τόπο -Τζιαι θέλετε να μοιραστώ, οτ’ έκαμα μητά σας; -Με τον τρόπο σας εσείς, με δκιώξετε που κοντά σας Με ύφος αλαζονικό, πάλι της εζητούσαν Μισή περιουσία της, που τζείνην απαιτούσαν Τζιαι τότες αναγκάστηκεν, για να τους απειλήσει Αστυνομίαν είπεν τους, θα την ειδοποιήσει Αρκέψασιν να βρίζουσιν, πριχού αποχωρήσουν Ούτε συγγνώμην δεν είπαν, προτού αναχωρίσουν Τζιαι η αρφή εφώναζεν, πως εν αχαριστία Να μεν της δώκει την μισή, που την περιουσία Η Μαριάνν΄απάντησε, να σου θυμίσω κάτι -Δέκα σσιλιάες έφαες, ώσπου να κλείσεις μάτι -Αν αθθυμάσαι πε μου το, τα μοίρασες μητά μου; -Τα έπιασες τζιαι γιόλλαρες, τζι’ έφυες μακρά μου -Τωρά ζητάς την μοιρασιά, που τούτα πον δικά μου -Μήπως τα κάμαμε μαζί, τούτα τα κτήματά μου; Τζ’ οι τρεις τους εν που φύασιν, πολλά τους θυμωμένοι Δεν πέτυχεν ο στόχος τους, τζ’ ήταν νευριασμένοι Μια εφτομάδα πέρασεν, τζιαι ήρταν τα χαπάρκα Που είσσιεν χρόνια να τους δω, τζιαι πιο πολλούς ανάρκα -Παλιούς τζιαι νέους συγγενείς, τζιαι με κατηγορίσαν -Είπαν τους λόγια ασσιημα, τζιαι προπυλακήσαν -Είπαν μου πως τους πιάσασιν, γονιοί τζιαι η αρφή μου -Τζιαι πως με κακολόησαν, προπάντως η αρφή μου -Τα γεγονότα είπαν τους, τζιαι όπως τους συμφέρει -Πως άπλαχνα τους έδκιωξα, που τα δικά μου μέρη Τζιαι τότε γιω απάντησα, με μια φωτογραφία -Που τζειν την ώραν έφκαλα, με τούντην ευκαιρία -Τζιαι έφκαλα το σπίτι μου, στο σσιέρι το κκοτζιάνι -Για να το πέψω σ’ ούλλους τους, μαζί μ’ ένα φιρμάνι -Τούτο το σπίτι χτίτηκε, χωρίς κληρονομία -Χωρίς ριάλια των γονιών, με κόπο τζι’ αγωνία -Ούτε συγγνώμην είπασιν, γιατί με αδικήσαν -Πέντε χρονάτζια πέρασαν, τζιαι ούτε με ζητήσαν -Τούτη εν η απάντηση, που έστειλα εγιώνι -Τζ’ οι συγγενείς σαν μάθασιν, ζητήσαν μου συγγνώμη -Πέρασεν κάμποσος τζιαιρός, τζι’ έπιασα ένα γράμμα -Τζιαι ήταν που την μάνα μου, τούντο ξερό το γράμμα -Έγραφεν πως μ’άδίκησαν, τζιαι πως λυπάται τώρα -Να τα ξεχάσω έγραφε, τζιαι να τους κάμω δώρα -Το δκιάβασα τζιαι τό’σσισα, χωρίς να απαντήσω -Απόφαση μου στην ζωή, μόνη να συνεχίσω -Μιαν παροιμία σκέφτηκα, μόνη σου για να ζήσεις -Ότι τζι’αν σπύρεις στην ζωή, τζείνο εν να θερίσεις Ιούλιος 2026 Ανδρέας Κτωρίδης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους