ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ: Της Μαρίας Χρυσοστόμου (Maria Chrysostomou ) Διάβασα ξανά, μετά από αρκετό καιρό, το βιβλίο «Ημερολόγιο από μνήμης», της ποιήτριας, συγγραφέως και εκπαιδευτικού, Μαρίας...
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ: Της Μαρίας Χρυσοστόμου (Maria Chrysostomou ) Διάβασα ξανά, μετά από αρκετό καιρό, το βιβλίο «Ημερολόγιο από μνήμης», της ποιήτριας, συγγραφέως και εκπαιδευτικού, Μαρίας Χρυσοστόμου, το οποίο κυκλοφόρησε το 2023 από τις εκδόσεις Γκοβόστη.
Ως απλός αναγνώστης επανέρχομαι, έπειτα από μια προηγούμενη σύντομη και πιο γενική αναφορά μου σε αυτό, παραθέτοντας, αυτήν τη φορά, πιο συγκεκριμένες παρατηρήσεις και εντυπώσεις.
Υπάρχουν βιβλία που περιγράφουν ταξίδια και υπάρχουν βιβλία που μετατρέπουν το ίδιο το ταξίδι σε τρόπο θέασης του κόσμου και του εαυτού.
Το εν λόγω βιβλίο ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν πρόκειται για έναν συνηθισμένο ταξιδιωτικό οδηγό ούτε για μια απλή καταγραφή εντυπώσεων από τόπους που επισκέφθηκε η συγγραφέας.
Είναι ένα λογοτεχνικό ημερολόγιο, όπου οι γεωγραφικοί προορισμοί λειτουργούν ως αφορμές για βαθύτερους στοχασμούς γύρω από τη μνήμη, τον χρόνο, την τέχνη, την ιστορία, τη νοσταλγία και, κυρίως, την ανθρώπινη ύπαρξη.
Ήδη από τις πρώτες σελίδες γίνεται σαφές ότι το ταξίδι δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά διαδικασία αυτογνωσίας.
Η συγγραφέας το αντιμετωπίζει ως μια αδιάκοπη πορεία εσωτερικής μεταμόρφωσης, γράφοντας χαρακτηριστικά πως «της ζωής το ταξίδι» είναι ένα διαρκές «πάρε-δώσε», μέσα από το οποίο ο άνθρωπος μαθαίνει ποιος είναι, τι αναζητά και πώς επιθυμεί να εξελιχθεί.
Από τη Βενετία μέχρι τη Λισαβόνα, από τη Σεβίλλη και τη Μάλαγα μέχρι την Πράγα, τη Βαρσοβία, τις Βρυξέλλες, το Μπέργκαμο, τη Ρίγα ή το Σάλτσμπουργκ, κάθε τόπος αποκτά υπόσταση.
Δεν παρουσιάζεται ως αξιοθέατο αλλά ως ζωντανός οργανισμός που συνομιλεί με την προσωπική εμπειρία της συγγραφέως.
Η ιστορία, οι άνθρωποι, οι μύθοι, η αρχιτεκτονική, οι μυρωδιές, οι ήχοι, ακόμη και οι καιρικές συνθήκες γίνονται φορείς μνήμης.
Η συγγραφέας περιγράφει όσα βλέπει και ταυτόχρονα ερμηνεύει όσα αισθάνεται.
Ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματα του βιβλίου είναι ακριβώς αυτή η μετατροπή του εξωτερικού τοπίου σε εσωτερικό ψυχικό τοπίο.
Η ίδια το δηλώνει τόσο εύστοχα στο ποίημα «Ανεξάντλητα εσωτερικά τοπία», όπου γράφει πως τα αυθεντικά συναισθήματα «δεν έχουν περιφράξεις» και εκτείνονται «μέχρις εκεί που τα φτάνει η ψυχή». Ιδιαίτερα γόνιμη αποδεικνύεται η συνεχής συνομιλία του βιβλίου με άλλες μορφές τέχνης.
Η συγγραφέας επισκέπτεται μουσεία, παρατηρεί έργα ζωγραφικής, ακούει μουσικές, ανακαλεί ποιήματα και στοχασμούς μεγάλων δημιουργών. Ο Πικάσο, ο Βαν Γκογκ, ο Νταλί, ο Μαγκρίτ, ο Ελ Γκρέκο, ο Pessoa, ο Καζαντζάκης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Λειβαδίτης, ο Λόρκα, ο Προυστ, ο Ρίλκε και πολλοί ακόμη γίνονται συνοδοιπόροι στην προσωπική της αναζήτηση.
Η λογοτεχνία, η ζωγραφική και η μουσική εμπλουτίζουν τον στοχασμό, δημιουργώντας ένα πολυφωνικό έργο που υπερβαίνει τα όρια της ταξιδιωτικής γραφής.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η σχέση της συγγραφέως με τη ζωγραφική. Στο Μουσείο Πικάσο της Μάλαγα παρατηρεί ότι κάθε έργο απαιτεί από τον θεατή να υπερβεί την επιφάνεια και να αποκρυπτογραφήσει την εσωτερική του αρμονία.
Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο την τέχνη μα και τον άνθρωπο, αφού κάθε προσωπικότητα διαθέτει πολλαπλές όψεις που αποκαλύπτονται μόνο όταν ο παρατηρητής είναι διατεθειμένος να κινηθεί γύρω από αυτές, όπως ακριβώς ο κυβιστής ζωγράφος γύρω από το θέμα του.
Παράλληλα, η ιστορία καταλαμβάνει κεντρική θέση στο έργο. Στη Βαρσοβία η συγγραφέας αντικρίζει έναν τόπο που κουβαλά τις μνήμες της καταστροφής και της αναγέννησης. Στη Γρανάδα αναστοχάζεται τη συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών, ενώ στην Πράγα, στο Μπέργκαμο ή στο Český Krumlov οι πέτρες των κτιρίων μοιάζουν να διατηρούν ακόμη τις φωνές όσων έζησαν εκεί.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό γνώρισμα του βιβλίου είναι η ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αισθητηριακή του διάσταση.
Οι εικόνες συνοδεύονται από ήχους, μυρωδιές, γεύσεις και υφές.
Το άρωμα ενός γιασεμιού, οι μελωδίες του φάδο, ο ήχος του φλαμένκο, η βροχή στη Βενετία, το χρώμα της βουκαμβίλιας, το χιόνι της Λετονίας ή η ομίχλη των βόρειων χωρών λειτουργούν ως μηχανισμοί ανάκλησης της μνήμης.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά στο λεγόμενο «φαινόμενο Προυστ», όπου μια οσμή γίνεται αφορμή να αναδυθούν ολόκληρες εποχές της προσωπικής ζωής.
Η δομή του βιβλίου υπηρετεί ιδανικά αυτήν τη λογοτεχνική πρόθεση.
Τα πεζά κείμενα διακόπτονται από σύντομα ποιήματα που δεν λειτουργούν ως παρεμβολές αλλά ως λυρικές «αναπνοές». Ποιήματα όπως τα «Απόπλους», «Ο προσκυνητής», «Για λίγο ακόμη», «Τοπία από όνειρο», «Αμφιλύκη», «Χαρταετός» ή «Σύθαμπο» συμπυκνώνουν σε λίγους στίχους όσα αναπτύσσουν εκτενέστερα τα πεζά.
Έτσι δημιουργείται ένας διάλογος ανάμεσα στην αφηγηματική και την ποιητική έκφραση.
Η γλώσσα γραφής της Μαρίας αποτελεί ένα ακόμη από τα σημαντικά πλεονεκτήματα του βιβλίου.
Πρόκειται για λόγο έντονα ποιητικό.
Εξάλλου, δε θα περίμενες κάτι διαφορετικό από μια συγγραφέα που είναι και καλή ποιήτρια.
Οι μεταφορές, οι προσωποποιήσεις, οι εικόνες και οι συμβολισμοί αναδύονται φυσικά μέσα από την αφήγηση.
Η συγγραφέας διαθέτει την ικανότητα να μετατρέπει μια απλή παρατήρηση σε στοχασμό και μια καθημερινή εικόνα σε λογοτεχνική δημιουργία.
Το βιβλίο διαπνέεται ακόμη από έναν βαθύ ανθρωπισμό.
Ο άνθρωπος βρίσκεται πάντοτε στο επίκεντρο, είτε ως ταξιδιώτης είτε ως δημιουργός.
Οι αναφορές στους πρόσφυγες, στους μετανάστες, στις απώλειες, στις ιστορικές τραγωδίες, αλλά και στην ανάγκη της αγάπης και της εσωτερικής συμφιλίωσης προσδίδουν στο έργο κοινωνική και υπαρξιακή διάσταση.
Αξιοσημείωτη είναι και η ενότητα γύρω από το τρένο, που λειτουργεί ως σύμβολο της ανθρώπινης πορείας.
Οι σταθμοί, οι αναχωρήσεις και οι επιστροφές αποκτούν μεταφορική σημασία, ενώ το «Οδοιπορικό μιας ουτοπίας» συμπυκνώνει εύστοχα την ιδέα ότι ο άνθρωπος πορεύεται διαρκώς προς έναν ορίζοντα που δεν παύει να μετακινείται.
Εν κατακλείδι, θα έλεγα πως το «Ημερολόγιο από μνήμης» είναι ένα καλαίσθητο, λογοτεχνικά ώριμο και πνευματικά ουσιαστικό βιβλίο.
Μέσα από τις σελίδες του η Μαρία Χρυσοστόμου μάς καλεί να ανακαλύψουμε πως κάθε τόπος αποκτά το πραγματικό του νόημα μόνο όταν μεταμορφώνεται σε εσωτερική εμπειρία και πως κάθε ταξίδι, όσο μακρινό κι αν είναι, οδηγεί τελικά στον πιο δύσκολο και ταυτόχρονα πιο γοητευτικό προορισμό: την αναζήτηση του ίδιου μας του εαυτού.
Εύχομαι, αγαπητή Μαρία, το «Ημερολόγιο από μνήμης» να συνεχίσει το όμορφο ταξίδι του, ταξιδεύοντας, με τη σειρά του, ολοένα και περισσότερους αναγνώστες. Και να είναι επίσης καλοτάξιδο και το νέο σου βιβλίο, το «Ημερολόγιο Βενετίας». Λευτέρης Πλουτάρχου
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους