[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΟΙ ΜΟΥΤΣΟΙ, ΟΙ ΝΑΥΤΕΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ… Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια θάλασσα που άλλοτε μύριζε δόξα και άλλοτε σαπίλα, ταξίδευε ένα καράβι ξακουστό. Το όνομά του ακουγόταν στα λιμάνια με θαυμασμό...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΟΙ ΜΟΥΤΣΟΙ, ΟΙ ΝΑΥΤΕΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ… Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια θάλασσα που άλλοτε μύριζε δόξα και άλλοτε σαπίλα, ταξίδευε ένα καράβι ξακουστό.

Το όνομά του ακουγόταν στα λιμάνια με θαυμασμό.

Έλεγαν πως είχε κάνει μεγάλα ταξίδια, πως είχε περάσει φουρτούνες, πως πάνω του υπηρετούσαν άνθρωποι ικανοί, δουλεμένοι, μαθημένοι στη θάλασσα και στον κίνδυνο.

Στην πλώρη του στεκόταν ένας καπετάνιος πολυσυζητημένος.

Άλλοι τον έλεγαν χαρισματικό, άλλοι απλώς θορυβώδη.

Άλλοι έβλεπαν στο ύφος του αρχηγό· άλλοι έβλεπαν μόνο έναν άνθρωπο ερωτευμένο με τον καθρέφτη του.

Στην αρχή, πολλοί ναύτες έτρεξαν να μπαρκάρουν.

Το καράβι είχε φήμη, είχε προοπτική, είχε υποσχέσεις.

Μα πολύ γρήγορα κατάλαβαν ότι άλλο πράγμα είναι η φήμη του καραβιού κι άλλο η ζωή στο κατάστρωμα.

Γιατί ο καπετάνιος δεν κυβερνούσε με πυξίδα.

Κυβερνούσε με αυλή.

Γύρω του είχε μαζέψει κάτι μούτσους πρόθυμους για όλα: να χειροκροτούν, να γνέφουν, να μεταφέρουν λόγια, να κάνουν τους σπουδαίους στα εύκολα και τους εξαφανισμένους στα δύσκολα.

Δεν ήξεραν να δένουν σωστά έναν κόμπο, αλλά ήξεραν να κρατούν καλά το παλτό του καπετάνιου όταν φυσούσε.

Οι καλοί ναύτες, αυτοί που τραβούσαν κουπί, που κρατούσαν το καράβι όρθιο μέσα στη νύχτα, που ήξεραν πού βρίσκεται ο κίνδυνος πριν ακόμη φανεί στον ορίζοντα, άρχισαν ένας ένας να κουράζονται.

Όχι από τη θάλασσα.

Τη θάλασσα την άντεχαν.

Από την αδικία κουράστηκαν.

Από την ευνοιοκρατία.

Από το να δουλεύουν οι ικανοί και να επιβραβεύονται οι χρήσιμοι.

Και τότε άρχισαν να φεύγουν.

Στην αρχή έφυγε ένας.

Μετά δεύτερος.

Μετά τρίτος.

Κάθε φορά ο καπετάνιος έλεγε πως δεν χάθηκε τίποτα.

Πως κανείς δεν είναι αναντικατάστατος.

Πως το καράβι συνεχίζει.

Μόνο που το καράβι δεν συνέχιζε. Έγερνε.

Κάποια στιγμή ο καπετάνιος κατάλαβε πως με τους μούτσους του δεν γίνεται ταξίδι.

Γίνεται μόνο παρέλαση στο λιμάνι.

Στη φουρτούνα, όμως, η αυλή δεν σώζει πλοία.

Τα βουλιάζει.

Τότε αποφάσισε να ψάξει άλλο καράβι.

Να φύγει ηρωικά, πριν φανεί το ναυάγιο.

Μα η πιάτσα της θάλασσας έχει μνήμη.

Τα νέα ταξιδεύουν πιο γρήγορα κι από τον άνεμο.

Και όπου κι αν χτύπησε πόρτα, οι άλλοι πλοιοκτήτες είχαν ήδη ακούσει αρκετά.

Έτσι ο καπετάνιος έμεινε εκεί που ήταν.

Με το καράβι μισοάδειο, το πλήρωμα αποδεκατισμένο και γύρω του τους ίδιους πρόθυμους, ανίκανους χειροκροτητές.

Ο πλοιοκτήτης, βέβαια, τα έβλεπε όλα.

Ή μάλλον έκανε πως τα έβλεπε.

Είχε κληρονομήσει στόλο μεγάλο, αλλά όχι και μυαλό ανάλογο.

Τα πλοία του σκούριαζαν, τα πληρώματα διαλύονταν, οι φουρτούνες πλησίαζαν κι εκείνος νόμιζε πως διοίκηση σημαίνει να κάθεσαι στην καρέκλα του πατέρα σου και να υπογράφεις χαρτιά.

Κι έτσι, μια μέρα, έγινε το αναπόφευκτο.

Το καράβι, που κάποτε ταξίδευε με καπετάνιους και ναύτες, έμεινε να κυβερνιέται από αυταπάτες, αυλικούς και διοικητική ανικανότητα.

Και όταν ήρθε η μεγάλη φουρτούνα, δεν υπήρχε πια κανείς στο κατάστρωμα που να ξέρει πραγματικά τι πρέπει να κάνει.

Μόνο φωνές.

Μόνο πανικός.

Μόνο μούτσοι που κοιτούσαν τον καπετάνιο και καπετάνιος που κοιτούσε τον ερασιτέχνη πλοιοκτήτη.

Και τότε το καράβι βρήκε στα βράχια.

Δεν το βύθισε η θάλασσα.

Το βύθισαν αυτοί που νόμιζαν ότι το καράβι ήταν δικό τους, ενώ στην πραγματικότητα απλώς τους είχε ανεχθεί για λίγο.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences