-Φίλοι μου Αγαπημένοι σας ευχαριστώ αμείωτα για την προσοχή. Ένα ποίημα γραμμένο για τα χωριά μας που ερημώνουν, και μαζί μ’αυτά ερημώνουν κι οι ψυχές μας. Μ’ ένα τραγούδι συγκλονιστικό. -Πού πήγαν...
-Φίλοι μου Αγαπημένοι σας ευχαριστώ αμείωτα για την προσοχή. Ένα ποίημα γραμμένο για τα χωριά μας που ερημώνουν, και μαζί μ’αυτά ερημώνουν κι οι ψυχές μας.
Μ’ ένα τραγούδι συγκλονιστικό. -Πού πήγαν εκείνα τα παιδιά; Σιωπή.
Πωλείται σπίτι σε τιμή ευκαιρίας, με θέα το κάποτε.
Σε δρόμους — στεγνές αρτηρίες δίχως αίμα — που δεν οδηγούν πια πουθενά, παρά μόνο στη θύμηση.
Αποδημητικά πουλιά οι άνθρωποι· πήραν μαζί τους τις γιορτές, τις κυριακάτικες καμπάνες, τα λάβαρα των πανηγυριών, το γέλιο των παιδιών που, σαν ρόδι, έσπαγε στα λιθόστρωτα.
Σπίτια-φαντάσματα, με πόρτες ορθάνοιχτες, σαν στόματα που χάσκουν.
Ανοίγω τα παράθυρα να μπει ο κάμπος μέσα.
Κι ο κάμπος σιωπηλός, ο τελευταίος φρουρός μιας άδειας πανοπλίας.
Κάποτε η μυρωδιά του κομμένου χόρτου τρυπούσε σαν δόρυ τον ουρανό.
Τώρα μια χούφτα πικρό χώμα, μια χαρακιά , στάχτη από όνειρο.
Μόνη, με τα χνώτα μου να θαμπώνουν το τζάμι της Ιστορίας, νιώθω τα δάχτυλά μου στο πόμολο — από τη μνήμη των αγγιγμάτων — να παγώνουν. Η Πηνελόπη έφυγε.
Ξήλωσε το χωριό κι έφυγε.
Δεν άφησε ούτε μια κλωστή καπνού στο τζάκι.
Στο καφενείο το φλιτζάνι του καφέ ανάποδα σαν μαύρη τελεία στο τέλος μιας πρότασης που κόπηκε στη μέση.
Το σχολειό άδειο.
Αρχικά κεφαλαίων γραμμάτων σκαλισμένα στα θρανία.
Κι ο δάσκαλος -σκιά του μαυροπίνακα — να γράφει και να σβήνει τη λέξη «ερημία», μα κανείς να μην είναι εκεί να την αντιγράψει.
Πού πήγαν εκείνα τα παιδιά; Οι φωνές τους χρυσές κλωστές στον αέρα του απογεύματος.
Πού είναι οι φίλοι μου που παίζαμε κρυφτό; Μα τώρα τόσο καλά κρυμμένοι που δεν θα τους βρω ποτέ ξανά.
Κι ας φωνάζω τα ονόματά τους δυνατά σε μια άδεια πλατεία.
Πιο πάνω η μουριά στέκει σκελετός από ασήμι και σιωπή.
Δεν έχει παιδιά στα κλαδιά της, μόνο το βάρος του χρόνου.
Πού είναι εκείνα τα μάτια που έβλεπαν τον κόσμο μέσα από τις φυλλωσιές της; Ο Οδυσσέας κοιτάζει ψηλά κι αντικρίζει έναν ουρανό άδειο από όνειρα.
Τα μούρα πέφτουν στη γη· κανείς δεν τα μαζεύει, λεκέδες λήθης πάνω στο χώμα που ράγισε. Φεύγω.
Πίσω μου η Ιθάκη μαζεύει τα κουρέλια της.
Αφήνω το κλειδί του σπιτιού στις ρίζες του γιασεμιού που μαράθηκε. Ας το πάρει ο αγέρας ο νόμιμος κληρονόμος του. Μ.Κ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους