''Η Σαρδηνία μου προσέφερε ένα σπίτι, μία οικογένεια και ένα απέραντο δέσιμο με τον κόσμο. Και λεφτά, φυσικά. Αλλά ο ανθρωπισμός και η αγάπη του κόσμου είναι ανεκτίμητες αξίες. Ήμουν 23, η σπουδαία...
''Η Σαρδηνία μου προσέφερε ένα σπίτι, μία οικογένεια και ένα απέραντο δέσιμο με τον κόσμο.
Και λεφτά, φυσικά.
Αλλά ο ανθρωπισμός και η αγάπη του κόσμου είναι ανεκτίμητες αξίες.
Ήμουν 23, η σπουδαία Γιουβέντους ήθελε να με ''λούσει'' με χρήματα αλλά εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να κατακτήσω το πρωτάθλημα με την ομάδα της πόλης μου.
Εμείς οι 'βοσκοί' και οι 'ληστές', όπως μας έλεγαν.
Και στο τέλος το καταφέραμε.
Θα ήταν δειλία να φύγω για τη Γιουβέντους''. Αν και ''υιοθετημένο'' τέκνο της πόλης του Κάλιαρι ο θρυλικός Τζίτζι Ρίβα την υπερασπίστηκε και τίμησε πιο πολύ από κάθε άλλον, μέσα από το ποδόσφαιρο. O Λούιτζι γεννήθηκε το 1944 στο Λετζούνο, στην ευρύτερη περιοχή της Λομβαρδίας.
Ήδη από τα 9 του χρόνια είχε χάσει τον πατέρα του, στα 15 τη μητέρα του και ξεκίνησε να δουλεύει σε εργοστάσιο.
Διέξοδός του ήταν το ποδόσφαιρο και χρειάστηκε μόλις μία χρονιά στη Λενιάνο, ομάδα τρίτης κατηγορίας, για να τον εντοπίσει η Κάλιαρι και να τον κάνει παίκτη, αρχικά, της Σέριε Β και στη συνέχεια της Σέριε Α. Στα 19 του χρόνια, χωρίς γονείς αλλά με παρέα την αδελφή του, ταξίδεψε στο νησί της Σαρδηνίας, όπου έμελλε να γίνει το σπίτι του. Η Κάλιαρι ήταν μία ομάδα χωρίς καμία απολύτως επιτυχία στην πρώτη κατηγορία, έχοντας μεμονωμένα κάποιες καλές στιγμές. Ο Ρίβα έγινε σχεδόν άμεσα ο βασικός της επιθετικός.
Με το αριστερό του πόδι εξαπέλυε σουτ που οριακά προλάβαιναν να τα δουν οι αντίπαλοι τερματοφύλακες, στον αέρα έχανε σπάνια μονομαχίες και ήταν πρακτικά αδύνατο να τον σταματήσουν όταν τοποθετούνταν σωστά μέσα στην περιοχή.
Πολλές φορές σκόραρε και με απ' ευθείας φάουλ με τα άπιαστα σουτ του.
Μέσα σε λίγα χρόνια είχε γίνει ένας από τους καλύτερους επιθετικούς του ιταλικού πρωταθλήματος και χρίστηκε διεθνής με την Εθνική Ιταλίας ήδη από το 1965.
Οι ''σειρήνες'' δεν άργησαν να έρθουν.
Από το 1966 μέχρι το 1969 είχαν σχηματίσει ένα επιθετικό δίδυμο που έπαιζε και στην εθνική ομάδα, μαζί με τον Ρομπέρτο Μπονινσένια, ο οποίος αποδέχθηκε την προσφορά της Ίντερ (της ομάδας που ξεκίνησε) και έφυγε από τη Σαρδηνία. Ο Ρίβα, αντιθέτως, δεν συζητούσε καν τις προσφορές από τους μεγάλους ιταλικούς συλλόγους.
Η επιθυμία της οικογένειας Ανιέλι και του προέδρου Μπονιπέρτι να τον ντύσουν στα χρώματα της Γιουβέντους είχε εξελιχθεί σε εμμονή.
Σχεδόν ''λευκές'' επιταγές έδινε η ομάδα του Τορίνο στη Κάλιαρι, που κάποιες φορές αποδέχθηκε τις προσφορές για τον Ρίβα αλλά ο ίδιος δεν το δεχόταν να αποχωρήσει.
Χαρακτηριστικότερη η πρόταση του 1973, όπου προτάθηκαν 1,5 εκατομμύρια λίρες για την απόκτηση του, όταν το ρεκόρ παγκοσμίως ήταν οι σχεδόν 900 χιλιάδες που δόθηκαν για τον Κρόιφ από τη Μπαρτσελόνα.
Η ίδια η Γιουβέντους είχε δώσει μέχρι 500 χιλιάδες, για τη μεταγραφή του Πιέτρο Αναστάσι το 1968.
Οι φήμες έλεγαν πως πέρα από το χρηματικό ποσό η Κάλιαρι θα έπαιρνε και έξι παίκτες της Γιουβέντους, μεταξύ των οποίων ο νεαρός Τζεντίλε και ο Μπέτεγκα! Το μυαλό του Ρίβα ήταν συγκεντρωμένο σε ένα στόχο, όμως.
Στην κατάκτηση του Σκουντέτο, που θα ήταν το πρώτο στην ιστορία της Κάλιαρι.
Ο τρόπος του να ανταποδώσει λίγη από την αγάπη που είχε λάβει από τον λαό της Σαρδηνίας.
Το 1969 η Κάλιαρι προειδοποίησε τερματίζοντας δεύτερη, πίσω από την Φιορεντίνα και το 1970 το πέτυχε, μετατρέποντας το στάδιο ''Αμσικόρα'' σε φρούριο, με 11 νίκες και 4 ισοπαλίες σε 15 εντός έδρας αγώνες.
Κάτι που φαινόταν θεωρητικά απίθανο έγινε πραγματικότητα με τον Ρίβα να σκοράρει 21 φορές σε 28 αγώνες! Η έκσταση ξεπέρασε κάθε προηγούμενο και ο κόσμος πλέον τον λάτρευε οριακά σαν θεό.
Και δεν υπερβάλλουμε! Σε μία τυχαία του επίσκεψη σε ένα σπίτι σε ένα χωριό της επαρχίας του Νουόρο είδε στο εικονοστάσι μία φωτογραφία του.
Ρώτησε την ηλικία κυρία, που δεν τον αναγνώρισε, γιατί έχει αυτόν τον κύριο ανάμεσα στους συγγενείς της και στις εικόνες αγίων.
Εκείνη απάντησε: ''Είναι ο Ρίβα, είναι καλός άνθρωπος''. Υπήρχε ο αστικός μύθος πως διάσημοι καταζητούμενοι της περιοχής έμπαιναν μεταμφιασμένοι στο γήπεδο της Κάλιαρι μόνο και μόνο για να τον βλέπουν να παίζει! Από το 1963 μέχρι το 1976 που κρέμασε τα παπούτσια του δεν έφυγε ποτέ από την Κάλιαρι, πετυχαίνοντας 205 γκολ σε 374 αγώνες.
Έπαιξε και σε ευρωπαϊκούς αγώνες, με κορυφαία του στιγμή τα δύο γκολ κόντρα στη Σεντ Ετιέν για το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1970-1971, το γκολ του απέναντι στην Ατλέτικο την ίδια χρονιά, ενώ έπαιξε και αντίπαλος με τον Άρη για το Κύπελλο Εκθέσεων το 1969 (σκόραρε στη νίκη με 3-0 στην Ιταλία) και με τον Ολυμπιακό το 1972 για το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ.
Όσα χρόνια διακρινόταν στη Κάλιαρι ήταν βασικό στέλεχος της Εθνικής Ιταλίας.
Παραμένει πρώτος σκόρερ στην ιστορία της με 35 γκολ σε 42 αγώνες, κατέκτησε το Γιούρο του 1968 και ήταν φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1970.
Από το 1988 μέχρι το 2013 διατηρούσε πόστο στην εθνική ομάδα, βοηθώντας τα μέγιστα με την εμπειρία του.
Η επιρροή του στο ιταλικό ποδόσφαιρο αλλά και στην ιταλική κοινωνία υπήρξε τεράστια.
Αποτέλεσε ίνδαλμα για μετέπειτα διεθνείς ποδοσφαιριστές, όπως ο Ταρντέλι και πολλοί άλλοι, ενώ ήταν και αγαπημένος ποδοσφαιριστής του σκηνοθέτη Πιερ Πάολο Παζολίνι, που τον χαρακτήρισε έναν ''ρεαλιστή ποιητή'' του ποδοσφαίρου.
Το 1982 ο τραγουδοποιός Πιέρο Μάρας έγραψε το τραγούδι ''Όταν επιστρέψει ο Ρίβα'', μία νοσταλγική ωδή στα χρόνια που ο Ρίβα ''έλαμπε'' στο ποδοσφαιρικό στερέωμα, αφήνοντας αιχμές για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε εκείνη την εποχή η ιταλική κοινωνία.
Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το τραγούδι: ''Όταν ο Τζίτζι Ρίβα θα επιστρέψει, θα επιστρέψουμε όλοι στη Σέριε Α. Μετά από τόσες εκτελέσεις πέναλτι θα βρούμε μαζί την ταπεινότητα για να κάνουμε μια νέα αρχή με περισσότερη καρδιά . Όταν ο Τζίτζι Ρίβα θα επιστρέψει θα μεγαλώσει η αλληλεγγύη, θα υπάρξει λίγη περισσότερη ανθρωπιά και θα μάθουμε να κλαίμε αληθινά''. Περισσότερο από τα ίδια τα επιτεύγματα του ο Ρίβα μένει ανεξίτηλα στις μνήμες του ποδοσφαιρικού (και όχι μόνο) κόσμου για τη στάση ζωής του, να διατηρεί τις αξίες της ταπεινότητας και της αφοσίωσης ως προτεραιότητά του, ενώ θα μπορούσε να επιλέξει την εύκολη οδό που θα τον έκανε πιο πλούσιο και πιο δημοφιλή.
Ένα χρόνο πριν πεθάνει, το 2023 δηλαδή, έδωσε τη τελευταία του συνέντευξη και όταν ρωτήθηκε αν του έχει μείνει κάποιο απωθημένο, αντί να αναφέρει τον χαμένο τελικό του Μουντιάλ ή κάποιο άλλο ανεκπλήρωτο ποδοσφαιρικό στόχο απάντησε πως το μόνο που θα ήθελε να αλλάξει θα ήταν να είχαν προλάβει να τον δουν να πετυχαίνει οι γονείς του.
Κι αυτό ίσως είναι αρκετό για να καταλάβουμε τον χαρακτήρα που βρισκόταν πίσω από τον ''αστέρα'' Τζίτζι Ρίβα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους