Η μέρα πλησίαζε στο τέλος της. Ήταν αργά το απόγευμα, το τελευταίο φως της μέρας έπεφτε πάνω στη θάλασσα, κάνοντάς τη να μοιάζει λες και είχε καλυφτεί από πορτοκαλιές φλόγες. Ο γέρος ήταν εκεί, όπως...
Η μέρα πλησίαζε στο τέλος της. Ήταν αργά το απόγευμα, το τελευταίο φως της μέρας έπεφτε πάνω στη θάλασσα, κάνοντάς τη να μοιάζει λες και είχε καλυφτεί από πορτοκαλιές φλόγες.
Ο γέρος ήταν εκεί, όπως κάθε μέρα άλλωστε.
Καθόταν στο ίδιο παγκάκι κοντά στο σημείο που έσκαγαν τα κύματα και πολλές φορές ένιωθες σταγονίδια να βρέχουν το πρόσωπό σου.
Εκείνον όμως δεν τον πείραζε.
Ήταν εκεί κάθε απόγευμα ατενίζοντας το γαλάζιο και έφευγε πάντα την ίδια ώρα, όταν η σκοτεινιά είχε απλωθεί παντού.
Για τους υπόλοιπους κατοίκους που τον ήξεραν, αυτό αποτελούσε κάτι σαν τελετή, κι έτσι κανείς δεν καθόταν στο παγκάκι του τις συγκεκριμένες ώρες.
Μάλιστα, το αποκαλούσαν ‘το παγκάκι του γέρου’. Ορισμένοι είχαν προσπαθήσει να πιάσουν κουβέντα μαζί του, σύντομα όμως εγκατέλειπαν τις προσπάθειές τους, αφού σπάνια μιλούσε και όταν το έκανε σχεδόν πάντα κατέληγε σε ένα μονόλογο για τις ξεχασμένες στο χρόνο περιπέτειές του.
Οι πιο παλιοί που τον ήξεραν, τον περιέγραφαν ως έναν καλό άνθρωπο, πάντα βοηθητικό και σε πολλές περιπτώσεις είχε τύχει να μοιράσει όλα τα ψάρια που είχε πιάσει σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη από φαγητό.
Για τους πιο νέους αποτελούσε μυστήριο.
Θυμόταν τα παλιά χρόνια, όταν ακόμη ήταν νέος πως περνούσε τις ώρες του στη θάλασσα πιάνοντας ψάρια, τα οποία πουλούσε εκτός από μερικά που κρατούσε για εκείνον και την οικογένειά του.
Δεν είχε φοβηθεί ποτέ του τη θάλασσα.
Ακόμα και στις μέρες που λυσσομανούσε ο αέρας και τα κύματα θέριευαν εκείνον θα τον έβλεπες υπομονετικά στη βάρκα του να παλεύει προσπαθώντας παράλληλα να δελεάσει τους κατοίκους του νερού προς τα δίχτυα του.
Τότε ήταν που γυρνούσε μουσκεμένος ως το κόκκαλο και η κυρά του, του έβαζε τις φωνές πως δεν ήταν φρόνιμο να προκαλεί την τύχη του κάθε φορά που ξεσπούσε καταιγίδα.
Εκείνος της απαντούσε με ένα κουρασμένο χαμόγελο πως ό,τι αγαπάς δεν σε φοβίζει.
Χώρια που είχε περάσει περισσότερο καιρό στο νερό παρά έξω, αφού όταν ήταν μικρός βοηθούσε τον πατέρα του.
Θυμήθηκε την κυρά του.
Ήταν το καλύτερο πλάσμα που είχε γνωρίσει στη ζωή του.
Υπομονετική, στοργική και πάντα καλοσυνάτη και στις εύκολες και στις δύσκολες στιγμές.
Είχε από καιρό όμως ‘φύγει΄ από κοντά του, δεν θυμόταν πια πόσα χρόνια πριν, αφήνοντάς τον μόνο.
Ωστόσο δεν ήταν εντελώς μόνος του.
Όσο ζούσε η κυρά του είχαν αποκτήσει δυο παιδιά μαζί.
Τα παιδιά του πάντα τα αποκαλούσε ‘ η κληρονομιά ‘ του.
Εκείνα τον θαύμαζαν για την υπομονή και την επιμονή που έδειχνε στο νερό, εκείνος όμως δεν τα πήρε ποτέ μαζί του παρά μόνο για μια μικρή βόλτα στα ανοιχτά και πάλι πίσω.
Δεν το έκανε από φόβο, κάθε άλλο.
Πολλές φορές έλεγε γελώντας πως στη θάλασσα ένιωθε περισσότερη ασφάλεια από ότι στη στεριά.
Όχι, δεν ήθελε να δεσμεύσει το μέλλον των παιδιών του σε ένα κομμάτι ξύλο που επέπλεε σε ένα γαλάζιο κομμάτι χωρίς όρια.
Ήθελε τα παιδιά του να αποφασίσουν εκείνα για το μέλλον τους ώστε να είναι ευτυχισμένα.
Έτσι, κι έγινε.
Όταν παιδιά μεγάλωσαν αναζήτησαν το μέλλον τους αλλού, έφυγαν μακριά.
Έστελναν γράμματα στον πατέρα τους και στη μητέρα τους πως τα πράγματα πάνε πολύ καλύτερα και πως ευημερούν.
Εκείνος ήταν ευτυχισμένος, γιατί τα παιδιά του ζούσαν τη ζωή που ήθελαν και κάναν κι εκείνα με τη σειρά τους δικά τους παιδιά.
Ποτέ όμως δεν λησμόνησαν τους γέρους γονείς τους.
Ερχόταν πολλές φορές να τους επισκεφθούν κι εκείνοι καμάρωναν.
Από όταν ‘έφυγε’ η κυρά του περίμενε με ακόμα μεγαλύτερη ανυπομονησία την επίσκεψη των παιδιών του.
Ήταν το τελευταίο καταφύγιο που του είχε απομείνει και κατά κάποιον τρόπο ζούσε μέσα από αυτές τις στιγμές.
Έπιανε θέση τότε στο γνωστό σημείο στο παγκάκι από νωρίς τα χαράματα αναμένοντας την άφιξή τους σαν παιδί που περιμένει τις καλοκαιρινές διακοπές.
Όταν έβλεπε και κατέφθανε το μικρό καραβάκι που θα τους έφερνε κοντά του έτρεχε πρώτος να τους προϋπαντήσει.
Τότε στο σπίτι του υπήρχε γιορτή.
Έβλεπε τα παιδιά του και τα εγγόνια του και σκεφτόταν πόσο χαρούμενη θα ήταν η κυρά του αν ήταν μαζί τους.
Τα παιδιά του τον αγκάλιαζαν στοργικά και τα εγγόνια του περίμεναν καθισμένα στο πάτωμα γύρω από την καρέκλα του να ακούσουν τις περιπέτειές του.
Εκείνος τους έλεγε για όσα πέρασε στη θάλασσα, πολλές φορές βάζοντας παραπάνω στολίδια όπως για παράδειγμα ότι ήταν ο μόνος που κάποτε πάλεψε με ένα γιγάντιο χταπόδι καταμεσής του ωκεανού και βγήκε νικητής.
Τα παιδιά στη φαντασία τους τον έβλεπαν να μεταμορφώνεται σε έναν από τους ήρωες που διάβαζαν στα παραμύθια και να παλεύει με άγνωστα θηρία έχοντας πλάι του το μεγάλο σπαθί του.
Θα είχαν κι εκείνα τώρα πλέον μερικές ιστορίες να πουν στο σχολείο σαν επέστρεφαν.
Μετά ακολουθούσε η καθιερωμένη βόλτα με τη βάρκα στα ανοιχτά και πάλι πίσω.
Αυτά σκεφτόταν ο γέρος όση ώρα ήταν στο ‘παγκάκι’ του, κάθε μέρα.
Μα μετά από λίγη ώρα η ανάμνηση τον χτυπούσε σαν κεραυνός.
Είχε λάβει γράμμα από τους δικούς του πως την επομένη θα έφταναν όλοι μαζί για να περάσουν το καλοκαίρι μαζί του.
Αμέσως πέταξε από τη χαρά του και το επόμενο πρωί, πριν ακόμα καλά καλά χαράξει βρισκόταν στη γνωστή του θέση.
Κοιτούσε τον ορίζοντα με προσμονή.
Το καραβάκι όμως δεν φαινόταν πουθενά. “Θα αργήσανε φαίνεται” σκέφτηκε. “Το πολύ σε μία ώρα θα έχουν έρθει.” Η μία ώρα έγιναν δύο και κανένα ίχνος του καραβιού στη θάλασσα.
Η μέρα έγινε μεσημέρι το οποίο με τη σειρά του έδωσε τη θέση του στο απόγευμα.
Έφτασε το βράδυ.
Ο γέρος αποκαρδιωμένος γύρισε στο σπίτι του, πιστεύοντας πως αύριο θα ερχόταν οι δικοί του.
Την επόμενη μέρα έλαβε το γράμμα.
Ήταν από κάποιον γνωστό του από την πόλη.
Την προηγούμενη μέρα ξέσπασε τρομερή καταιγίδα πετυχαίνοντας το καραβάκι στα ανοιχτά.
Το πλήρωμα και ο καπετάνιος πάλεψαν σκληρά όμως ηττήθηκαν.
Δεν τα κατάφερε κανείς.
Ο γέρος έχασε τα πάντα.
Ποτέ του δεν είπε σε κανέναν για την απώλειά του.
Συνέχισε, ωστόσο, να πηγαίνει στο ίδιο σημείο από τότε περιμένοντας, ελπίζοντας πέρα από κάθε ελπίδα.
Η θάλασσα, που είχε περάσει τόσα χρόνια σ’ αυτήν, του είχε πάρει ό,τι αγαπούσε περισσότερο.
Τώρα, όλα όσα είχε δίπλα του ήταν μόνο μια ανάμνηση στην ομίχλη.
Κανείς δεν ήξερε ότι η μόνη του σκέψη τον τελευταίο καιρό ήταν πως σκεφτόταν να πάει να βρει τους δικούς του, να κάνει τη θάλασσα την τελευταία κατοικία του, όπως είχε γίνει με τόσους ανθρώπους που είχαν χαθεί όλα αυτά τα χρόνια στα βάθη της.
Ήδη έβλεπε τα πρόσωπά τους μπροστά του και μια ξαφνική συγκίνηση ταρακούνησε το γερασμένο του κορμί.
Ο αλμυρός αέρας της θάλασσας στέγνωσε ένα δάκρυ που κυλούσε στο μάγουλό του. Έπειτα σηκώθηκε. Είχε πάρει την απόφασή του… “Το Μυστικό Της Θάλασσας” Γράφει ο Ανδρέας Σιάχος https://www.fractalart.gr/to-mystiko-tis-thalassas/
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους