Ο Άγνωστος Προσκυνητής Ένας 28χρονος αποφάσισε να επισκεφθεί για πρώτη φορά το Άγιο Όρος. Δεν ήταν ιδιαίτερα θρήσκος. Πήγε περισσότερο γιατί ένας φίλος του έλεγε συνέχεια πως «εκεί θα βρεις μια...
Ο Άγνωστος Προσκυνητής Ένας 28χρονος αποφάσισε να επισκεφθεί για πρώτη φορά το Άγιο Όρος.
Δεν ήταν ιδιαίτερα θρήσκος.
Πήγε περισσότερο γιατί ένας φίλος του έλεγε συνέχεια πως «εκεί θα βρεις μια γαλήνη που δεν υπάρχει πουθενά αλλού». Έφτασε νωρίς το πρωί και ξεκίνησε να περπατάει στα μονοπάτια που οδηγούσαν από το ένα μοναστήρι στο άλλο.
Η διαδρομή ήταν πανέμορφη.
Πυκνό δάσος, απόλυτη ησυχία και μόνο ο ήχος των πουλιών.
Όμως, χωρίς να το καταλάβει, πήρε λάθος μονοπάτι.
Περπατούσε για σχεδόν μία ώρα, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε κανένα σημάδι, κανένας άνθρωπος και το κινητό του δεν είχε καθόλου σήμα.
Άρχισε να σκοτεινιάζει.
Η ανησυχία έγινε φόβος.
Σκέφτηκε να γυρίσει πίσω, αλλά δεν θυμόταν από πού είχε έρθει.
Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε πραγματικά χαμένος.
Κάθισε σε μια πέτρα, πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε χαμηλόφωνα: «Θεέ μου... αν υπάρχεις, βοήθησέ με. Δεν ξέρω πού να πάω.» Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά.
Μέσα από τα δέντρα εμφανίστηκε ένας ηλικιωμένος μοναχός.
Είχε λευκή γενειάδα, φορούσε μαύρα ράσα και κρατούσε ένα ξύλινο μπαστούνι.
Τον κοίταξε ήρεμα και είπε: «Έλα παιδί μου... σε περιμένουν.» Ο νεαρός δεν ρώτησε τίποτα.
Απλώς τον ακολούθησε.
Περπατούσαν σιωπηλοί.
Ο μοναχός δεν γύριζε ποτέ να κοιτάξει πίσω.
Ήξερε ακριβώς τον δρόμο.
Μετά από περίπου είκοσι λεπτά, άρχισαν να φαίνονται τα φώτα ενός μοναστηριού.
Ο νεαρός ένιωσε τεράστια ανακούφιση.
Γύρισε για μια στιγμή να κοιτάξει το μοναστήρι.
Και όταν ξανακοίταξε πίσω... Ο μοναχός είχε εξαφανιστεί.
Κοίταξε δεξιά. Αριστερά.
Το μονοπάτι ήταν άδειο.
Έτρεξε μέχρι την πύλη του μοναστηριού.
Οι μοναχοί τον υποδέχτηκαν. «Πώς βρέθηκες τέτοια ώρα εδώ;» «Με έφερε ένας γέροντας», απάντησε. «Ψηλός, με λευκή γενειάδα και ένα ξύλινο μπαστούνι.» Οι μοναχοί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. «Δεν έφυγε σήμερα κανένας γέροντας από το μοναστήρι.» Ο νεαρός επέμενε. «Μα περπατούσε μπροστά μου μέχρι πριν από ένα λεπτό.» Ένας από τους μοναχούς τον οδήγησε στο αρχονταρίκι.
Στον τοίχο υπήρχε μια παλιά φωτογραφία ενός γέροντα.
Μόλις την είδε, ο νεαρός πάγωσε. «Αυτός είναι...» Ο μοναχός χαμογέλασε γαλήνια. «Αυτός ο γέροντας κοιμήθηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια.» Ο νεαρός έμεινε σιωπηλός.
Εκείνο το βράδυ δεν μπόρεσε να κοιμηθεί.
Δεν προσπάθησε ποτέ να αποδείξει τι είχε συμβεί.
Έλεγε μόνο: «Ίσως να ήταν ένας άνθρωπος που δεν ξαναείδα ποτέ.
Ίσως να ήταν κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω. Ξέρω όμως πως, όταν ένιωσα ότι ήμουν μόνος... κάποιος μου έδειξε τον δρόμο.»
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους