Η Ελλάδα του success story και οι πολίτες που μυρίζουν την τσίκνα Οι σύγχρονες Αντουανέτες, τα μακροοικονομικά παντεσπάνια και η τέχνη να βαφτίζεται η επιβίωση ευημερία Του Μιχάλη Χαιρετάκη Οι νέοι...
Η Ελλάδα του success story και οι πολίτες που μυρίζουν την τσίκνα Οι σύγχρονες Αντουανέτες, τα μακροοικονομικά παντεσπάνια και η τέχνη να βαφτίζεται η επιβίωση ευημερία Του Μιχάλη Χαιρετάκη Οι νέοι, μας λένε, επιστρέφουν στην Ελλάδα επειδή βρήκαν δουλειές, καλούς μισθούς, επενδύσεις, ψηφιακό κράτος, σύγχρονες επιχειρήσεις και προοπτική.
Το μόνο που δεν μας εξήγησαν ακόμη είναι πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η Ελλάδα.
Ο μέσος πολίτης την ψάχνει κάθε πρωί ανάμεσα στο ενοίκιο, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο ταμείο του σουπερμάρκετ, στο ραντεβού του νοσοκομείου και στον μισθό που τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας.
Μάλλον η Ελλάδα αυτή βρίσκεται σε κάποιο excel υπουργικού γραφείου, εκεί όπου ο μέσος μισθός αυξάνεται, η ανεργία εξαφανίζεται και όλοι ζουν ευτυχισμένοι μέχρι να κλείσει το αρχείο.
Ας εξετάσουμε, λοιπόν, ένα προς ένα τα βασικά στηρίγματα αυτής της αφήγησης.
Όχι για να τα βαφτίσουμε ψέματα, αλλά για να δείξουμε πώς ένας πραγματικός αριθμός γίνεται ψεύτικο συμπέρασμα.
Το θαύμα του brain gain, ή πώς μια ελληνική εκτίμηση φοράει γραβάτα διεθνούς αξιοπιστίας.
Μας πληροφορούν ότι από τους περίπου 773.000 Έλληνες που έφυγαν στα χρόνια της κρίσης έχουν ήδη επιστρέψει γύρω στους 473.000.
Περισσότεροι από έξι στους δέκα. Η Ελλάδα, λένε, γύρισε σελίδα και η κυβερνητική πολιτική δικαιώθηκε.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι τα νούμερα είναι πλαστά.
Είναι ότι δεν σημαίνουν αυτό που μας λένε ότι σημαίνουν.
Δεν υπάρχει υπάλληλος της ΕΛΣΤΑΤ στο αεροδρόμιο που σημειώνει: ο Γιώργος έφυγε το 2012 για το Μόναχο και επέστρεψε οριστικά το 2024 επειδή ενθουσιάστηκε με το gov.gr. Υπάρχουν ετήσιες εκτιμήσεις εισόδων και εξόδων, που προκύπτουν από δημογραφικά μοντέλα, απογραφικά στοιχεία και διοικητικές πηγές.
Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ, στην έκθεση που επικαλείται η κυβέρνηση, μιλά ρητά για εκτιμώμενες ροές, όχι για καταμέτρηση ονομάτων, και διευκρινίζει ότι στις εισροές μπορεί να περιλαμβάνονται άνθρωποι που επέστρεψαν και αργότερα ξανάφυγαν, καθώς και Έλληνες πολίτες που γεννήθηκαν στο εξωτερικό και ήρθαν για πρώτη φορά.
Το κριτήριο, άλλωστε, είναι η συνήθης διαμονή, όχι η φορολογική κατοικία.
Όποιος άνοιξε εταιρεία στην Κύπρο ή στη Βουλγαρία για φορολογικούς λόγους δεν μετριέται αυτομάτως ως μετανάστης, ενώ όποιος πηγαινοέρχεται ανάμεσα σε δύο χώρες μπορεί να μετρηθεί σε περισσότερες από μία μετακινήσεις.
Κανείς λοιπόν δεν δικαιούται να μετατρέψει όλες αυτές τις εισροές σε επιστήμονες του brain drain που έφυγαν λόγω της κρίσης και επέστρεψαν χάρη στη σημερινή κυβέρνηση.
Αυτό δεν είναι στατιστική.
Είναι πολιτική σεναριογραφία.
Και εδώ κλείνει ο επικοινωνιακός κύκλος. Η Eurostat εναρμονίζει τα εθνικά στοιχεία που της δίνει η ΕΛΣΤΑΤ, ο ΟΟΣΑ τα αναλύει και στη συνέχεια η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι το επιβεβαιώνει ο ΟΟΣΑ.
Τι ακριβώς επιβεβαιώνει; Αυτά τα στοιχεία που έδωσε η ΕΛΣΤΑΤ. ¨Ενας κύκλος.
Η ελληνική εκτίμηση ταξιδεύει στο εξωτερικό και επιστρέφει με γραβάτα και κουστούμι επίσημη, σαν να την ανακάλυψε ανεξάρτητα κάποιος δορυφόρος από το διάστημα.
Το στοιχείο δεν έγινε πιο αληθινό.
Απλώς έγινε πιο κομψό.
Και όσο η αφήγηση μιλά για επιστροφή, τα ίδια ευρωπαϊκά στοιχεία λένε κάτι που κανείς δεν βιάζεται να διαφημίσει.
Σύμφωνα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της Eurostat, το 2025 οι Έλληνες 20 έως 64 ετών με πτυχίο τριτοβάθμιας που ζούσαν σε άλλη χώρα της ΕΕ ή της ΕΖΕΣ έφτασαν τους 128.500, αυξημένοι κατά περίπου 12% μέσα σε έναν χρόνο, στο υψηλότερο επίπεδο που έχει ποτέ καταγραφεί.
Την ώρα που πανηγυρίζουμε για brain gain, το απόθεμα των μορφωμένων Ελλήνων στο εξωτερικό δεν αδειάζει. Γεμίζει.
Πάρτε τον Κώστα.
Το καλοκαίρι σερβίρει φρέντο και φραπέδες στη Ρόδο, τον χειμώνα γυρίζει στη Στουτγάρδη.
Σε δύο χρόνια μπαινοβγήκε τέσσερις φορές.
Στα χαρτιά, ο ένας Κώστας έγινε τέσσερις επαναπατρισμοί.
Μόνος του, με ένα ζευγάρι παπούτσια και μια βαλίτσα, στελέχωσε ολόκληρο success story.
Και το ωραίο είναι ότι ο ίδιος ο Κώστας δεν έχει καταλάβει ακόμη ότι είναι εθνικός θρίαμβος.
Νομίζει απλώς ότι ψάχνει μια καλή δουλειά.
Η ανεργία που νικήθηκε σε μία ώρα Το ίδιο θαύμα συμβαίνει με την ανεργία.
Η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι έπεσε από το 17,8% στο 8,1%. Πραγματικός αριθμός, με μια λεπτομέρεια που δεν λέγεται. Η ΕΛΣΤΑΤ δεν μετρά την ανεργία από το μητρώο της ΔΥΠΑ, αλλά με τη δειγματοληπτική Έρευνα Εργατικού Δυναμικού και τον διεθνή ορισμό.
Και ο ορισμός λέει κάτι εξωφρενικά απλό: για να θεωρηθείς απασχολούμενος αρκεί να δούλεψες έστω μία ώρα μέσα στην εβδομάδα αναφοράς, με αμοιβή ή κέρδος.
Μία ώρα.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο ορισμός πάει ακόμη πιο μακριά.
Σύμφωνα με την ίδια την ΕΛΣΤΑΤ, απασχολούμενος θεωρείσαι αν την εβδομάδα αναφοράς εργάστηκες έστω μία ώρα με αμοιβή ή κέρδος, ή αν εργάστηκες χωρίς καμία αμοιβή στην οικογενειακή επιχείρηση.
Δηλαδή: έφτιαξες τρεις καφέδες στο μαγαζί του πατέρα σου χωρίς να πάρεις ευρώ στο χέρι, και μπήκες κανονικά στη στατιστική των απασχολουμένων.
Χωρίς μισθό, χωρίς αμοιβή, χωρίς τίποτα.
Στο excel όμως μετράς.
Η ανεργία νικήθηκε και από εσένα.
Φανταστείτε τον Μήτσο.
Οκτώ μήνες χωρίς μισθό, ψάχνει απεγνωσμένα δουλειά.
Ένα απόγευμα περνά από το καφενείο του θείου, βοηθά μισή ώρα στα τραπέζια γιατί έχουν πολλή δουλειά, δεν παίρνει ούτε ένα ευρώ.
Λέει στο θείο του όταν του προσφέρει ένα 20αρικο, έλα ρε θείε από εσένα θα πάρω χρήματα; Το βράδυ όμως, χωρίς να το ξέρει, μόλις έγινε πυλώνας της ελληνικής ανάπτυξης.
Στο υπουργικό excel ο Μήτσος δεν είναι πια άνεργος.
Είναι απασχολούμενος.
Ο ίδιος ο Μήτσος το μόνο που ξέρει είναι ότι πλήρωσε τον καφέ του όταν έφυγε από το μαγαζί του θείου με δικά του λεφτά.
Γι' αυτό τα δύο μεγέθη δεν συμπίπτουν: η ΔΥΠΑ κατέγραφε την άνοιξη του 2026 εκατοντάδες χιλιάδες εγγεγραμμένους, ενώ η επίσημη ανεργία εμφανιζόταν πολύ χαμηλότερη.
Δεν είναι μαγείρεμα.
Είναι δύο διαφορετικοί ορισμοί που η αφήγηση φροντίζει να μη σου εξηγήσει.
Γιατί μία ώρα εργασίας, ή μηδέν ώρες πληρωμένης εργασίας στην επιχείρηση του θείου, αρκεί για να μη μετρηθείς άνεργος.
Δεν αρκεί ούτε για μία σακούλα σουπερμάρκετ.
Οι 563.000 θέσεις που μπαίνουν όλες στο ίδιο σακί Με την ίδια λογική κατασκευάζονται και οι εντυπωσιακές νέες θέσεις εργασίας.
Η κυβέρνηση μιλά για πάνω από 563.000 θέσεις από το 2019, αλλά ο τίτλος αποκρύπτει το ουσιώδες: πόσες είναι πλήρους και πόσες μερικής απασχόλησης, πόσες μόνιμες και πόσες εποχικές, πόσο πληρώνουν, πόσους μήνες τον χρόνο κρατούν.
Στο ίδιο σακί μπαίνουν ο μόνιμος μηχανικός με καλό μισθό, ο εποχικός σερβιτόρος τριών μηνών, ο εργαζόμενος λίγων ωρών και εκείνος που υπογράφει διαδοχικές συμβάσεις για να επιβιώσει.
Όλοι, ισότιμα, βαφτίζονται κομμάτια του θαύματος.
Είναι σαν να μετράς σε ένα γήπεδο και τον σέντερ φορ των εκατομμυρίων ευρώ και τον πιτσιρικά που μπήκε στο ενενηκοστό λεπτό για να κερδίσει χρόνο η ομάδα, και μετά να ανακοινώνεις ότι η ομάδα αγωνίστηκε έχοντας στις τάξεις της μόνο παίκτες παγκόσμιας κλάσης.
Δεν έχει σημασία αν είναι αλήθεια.
Αρκεί το αφήγημα να είναι πειστικό για το δελτίο Τύπου.
Ο μέσος μισθός των 1.500 ευρώ και το τραπέζι με τις μερίδες Έπειτα έρχεται ο μέσος μισθός, που πέρασε, μας λένε, τα 1.500 ευρώ στην πλήρη απασχόληση.
Ο μέσος όρος είναι υπέροχο εργαλείο.
Λέει την αλήθεια μόνο όταν όλοι στο τραπέζι μοιάζουν μεταξύ τους οικονομικά.
Μόλις καθίσει ένας πολύ πλούσιος, αρχίζει να λέει παραμύθια.
Αν ένας διευθυντής παίρνει 10.000 ευρώ και εννέα εργαζόμενοι από 900, ο μέσος όρος βγαίνει γύρω στα 1.810 ευρώ.
Οι εννέα μπορούν πλέον να κοιμούνται ήσυχοι, γνωρίζοντας ότι στατιστικά αμείβονται εξαιρετικά.
Γι' αυτό ο τυπικός εργαζόμενος δεν μετρά τον μέσο όρο.
Μετρά τον διάμεσο μισθό, τον καθαρό μισθό μετά από φόρους και εισφορές, τους πραγματικούς μήνες εργασίας, το ενοίκιο και την τιμή στο ράφι.
Θέλετε κάτι ακόμη πιο ξεκάθαρο; Μπαίνει ο Μπιλ Γκέιτς σε κάποιο νησί, σε μια ταβέρνα με δέκα μεροκαματιάρηδες.
Κατά μέσο όρο, όλοι στην ταβέρνα είναι πλέον δισεκατομμυριούχοι.
Στην πράξη, οι δέκα τρώνε από μια μερίδα μπριάμ και ο Μπιλ Γκέιτς απολαμβάνει ένα γεύμα πολλών χιλιάδων ευρώ.
Αυτός ακριβώς είναι ο μέσος μισθός: μια ταβέρνα γεμάτη από στατιστικά δισεκατομμυριούχους που οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν να πληρώσουν για να φάνε κάτι ακριβό.
Πιο απλά: έντεκα άνθρωποι κάθονται σε ένα τραπέζι.
Ο ένας τρώει δέκα κοτόπουλα και οι υπόλοιποι δέκα μοιράζονται ένα.
Ο μέσος όρος λέει ότι όλοι είναι ευτυχισμένοι και έφαγε από ένα κοτόπουλο ο καθένας. ¨Όμως οι δέκα απλώς μυρίζουν την τσίκνα.
Τα σουπερμάρκετ που είναι φθηνά, αλλά η κυβέρνηση τρέχει να τα φρενάρει Η ίδια μέθοδος εφαρμόζεται στα ράφια.
Ξαφνικά εμφανίστηκαν πρόθυμοι αναλυτές να μας εξηγήσουν ότι η Ελλάδα είναι φθηνότερη από το εξωτερικό.
Παίρνουν δύο τρία προϊόντα, διαφορετικές μάρκες, διαφορετικές συσκευασίες, μια προσφορά στη Γερμανία, ένα ράφι στην Αθήνα, και βγάζουν συμπέρασμα.
Ξεχνούν μόνο τον μισθό.
Εδώ μπερδεύονται επίτηδες τρία πράγματα.
Το επίπεδο τιμών, δηλαδή πόσο κοστίζει το καλάθι σε ευρώ.
Ο πληθωρισμός, δηλαδή πόσο γρήγορα ανεβαίνουν οι τιμές.
Και η προσιτότητα, δηλαδή πόσο βάρος έχει το καλάθι σε σχέση με τον μισθό.
Ένα προϊόν μπορεί να κοστίζει δέκα λεπτά λιγότερο στην Ελλάδα και να απαιτεί διπλάσιο χρόνο εργασίας για να αγοραστεί.
Η σωστή ερώτηση δεν είναι αν το γάλα είναι λίγο φθηνότερο από τη Γερμανία.
Είναι πόσα λίτρα γάλα αγοράζει ο Έλληνας με μία ώρα καθαρής δουλειάς και πόσα ο Γερμανός.
Να το πούμε με ένα πακέτο μακαρόνια.
Σου λένε ότι στην Ελλάδα κοστίζει δέκα λεπτά λιγότερο από τη Γερμανία, και χειροκροτείς.
Ξεχνούν να προσθέσουν ότι ο Γερμανός το αγοράζει με δέκα λεπτά δουλειά και εσύ με μισή ώρα.
Το ίδιο ακριβώς μακαρόνι, άλλο βάρος στο πορτοφόλι.
Με βάση το ράφι κερδίζεις δέκα λεπτά, με βάση το μεροκάματο τα χάνεις όλα.
Και ο πληθωρισμός δεν χρειάζεται να είναι κάθε μήνα ο υψηλότερος στην Ευρώπη για να πονάει.
Οι παλιές αυξήσεις έχουν ήδη κάτσει μέσα στις τιμές.
Μικρότερος πληθωρισμός δεν σημαίνει ότι φθήνυναν τα προϊόντα.
Σημαίνει ότι ακριβαίνουν πιο αργά από πριν.
Είναι σαν να σου λένε ότι πονάς λιγότερο επειδή σε χτυπάνε πιο σιγά ενώ έχεις ήδη μελανιάσει.
Υπάρχει και μια εύκολη άσκηση λογικής.
Αν όλα είναι τόσο φθηνά, γιατί η ίδια η κυβέρνηση συγκαλεί συσκέψεις με τις αλυσίδες σουπερμάρκετ για να συγκρατηθούν οι τιμές; Γιατί ανακοινώνει καλάθια, ελέγχους, πρόστιμα και παρεμβάσεις; Προφανώς για να μας προστατεύσει από την υπερβολική φθήνια.
Ο παράδεισος στον οποίο δεν βρίσκεις σπίτι να νοικιάσεις Στο μεταξύ, η Eurostat κατέγραψε για το 2024 ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο στεγαστικό βάρος σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Περίπου το 28,9% του πληθυσμού δίνει πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για τη στέγαση, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ είναι κάτω από 9%. Στους νέους 15 έως 29 ετών το ποσοστό ανεβαίνει στο 30,3%, πάλι το υψηλότερο στην Ένωση.
Και για να μη φταίει τάχα μόνο η κρίση, το ίδιο βάρος ήταν 18,1% το 2010 και εκτοξεύτηκε στο 28,9% το 2024, μέσα στα χρόνια του success story.
Θυμηθείτε τον επαναπατρισμένο «εγκέφαλο» της αφήγησης.
Γύρισε από το Λονδίνο, βρήκε σύγχρονο γραφείο, δωρεάν καφέ, τραπεζάκι πινγκ πονγκ και μέλλον με προοπτική.
Το μόνο που δεν βρήκε είναι σπίτι.
Κοιμάται στον καναπέ του ξαδέρφου του, γιατί το ενοίκιο θέλει τον μισό μισθό και το άλλο μισό το τρώει το σουπερμάρκετ.
Στα δελτία Τύπου λέγεται brain gain.
Στο σαλόνι του ξαδέρφου λέγεται φιλοξενία αορίστου χρόνου.
Παράλληλα, περισσότεροι από ένας στους τέσσερις κατοίκους βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη.
Αυτά δεν συνθέτουν χώρα όπου η καθημερινότητα έγινε ζωή χαρισάμενη.
Συνθέτουν οικονομία που μεγαλώνει στα χαρτιά, ενώ το πραγματικό χρήμα ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού δεν το πιάνει στο χέρι του.
Η υγεία που παρουσιάζεται σαν επίγειος παράδεισος Στην υγεία, η χώρα εμφανίζεται σχεδόν ως πρότυπο.
Κι όμως, η ίδια η Eurostat κατέγραψε για το 2024 το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη πολιτών που χρειάστηκαν ιατρική εξέταση αλλά δεν την έκαναν λόγω κόστους, απόστασης ή λίστας αναμονής: γύρω στο 21,9%, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ είναι μόλις 3,6%. Στην οδοντιατρική περίθαλψη οι ανεκπλήρωτες ανάγκες φτάνουν περίπου το 15,3%, επίσης από τις υψηλότερες.
Και το βάρος πέφτει άνισα: στους φτωχότερους η αδυναμία πρόσβασης είναι δραματικά μεγαλύτερη.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι υπάρχουν εξαιρετικοί γιατροί και νοσηλευτές, που συχνά κρατούν όρθιο το σύστημα με προσωπική εξάντληση.
Αλλά το ταλέντο του γιατρού δεν ακυρώνει τη λίστα αναμονής, την έλλειψη προσωπικού ή την αδυναμία του ασθενούς να βρει έγκαιρα φροντίδα.
Και οι χρόνιες καταγγελίες για πληρωμές και φακελάκια κάτω από το τραπέζι δεν χρειάζεται να ενοχοποιήσουν κανέναν συγκεκριμένα για να παραμείνουν μέρος μιας πραγματικότητας που πολλοί έχουν ζήσει.
Η παιδεία στα δελτία Τύπου και στην τάξη Το ίδιο και στην παιδεία.
Μας μιλούν για ψηφιακά σχολεία, μεταρρυθμίσεις και σύνδεση με την αγορά εργασίας.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα δαπανά μικρότερο μέρος του πλούτου της για την παιδεία από τον μέσο όρο της Ευρώπης και του ΟΟΣΑ, γύρω στο 4% του ΑΕΠ έναντι περίπου 4,7%. Οι δάσκαλοι της πρωτοβάθμιας αμείβονται περίπου 31% χαμηλότερα από άλλους πτυχιούχους τριτοβάθμιας, όταν η αντίστοιχη διαφορά στον ΟΟΣΑ είναι γύρω στο 17%. Πίσω από τα νούμερα είναι αναπληρωτές που αλλάζουν τόπο κάθε χρόνο, εκπαιδευτικοί που στέλνονται σε νησιά όπου το ενοίκιο καταπίνει τον μισθό τους, κενά, παλιές εγκαταστάσεις και οικογένειες που στηρίζονται όλο και περισσότερο στα φροντιστήρια.
Η χώρα δεν λειτουργεί επειδή το σύστημα είναι άριστο.
Λειτουργεί επειδή κάποιοι άνθρωποι εξακολουθούν να έχουν συνείδηση.
Οι τέσσερις έτοιμες απαντήσεις στους υπερασπιστές της αφήγησης, και γιατί καμία δεν αντέχει Σε αυτό το σημείο, οι υπερασπιστές της αφήγησης έχουν έτοιμες τέσσερις απαντήσεις.
Αξίζει να τις δούμε μία μία, γιατί καμία δεν αντέχει σε δεύτερη ανάγνωση. «Η μεθοδολογία είναι διεθνής και κοινή για όλες τις χώρες, άρα οι συγκρίσεις είναι έγκυρες.» Σωστό.
Και ακριβώς επειδή είναι κοινή, ο ίδιος χάρακας που δίνει το κολακευτικό 8,1% δίνει και όλα τα υπόλοιπα: πρώτη στην ΕΕ στο στεγαστικό βάρος, πρώτη στις ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, αγοραστική δύναμη στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, μέσος μισθός από τους χαμηλότερους στην Ένωση, συχνά προτελευταίος, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία.
Δεν γίνεται ο χάρακας να είναι αξιόπιστος όταν δείχνει ό,τι βολεύει και ύποπτος όταν δείχνει ό,τι ενοχλεί.
Ή τον δεχόμαστε ολόκληρο ή καθόλου. «Το brain gain έχει ποιότητα: γυρίζουν καταρτισμένοι, ανοίγουν νεοφυείς επιχειρήσεις.» Ωραία.
Την ίδια στιγμή, η Έρευνα Εργατικού Δυναμικού δείχνει ότι οι πτυχιούχοι Έλληνες 20 έως 64 ετών που ζουν σε άλλη χώρα της ΕΕ έφτασαν το 2025 σε αριθμό ρεκόρ.
Αν η ποιότητα μετρά για τις επιστροφές, μετρά και για τις φυγές.
Και οι μορφωμένοι συνεχίζουν να φεύγουν σε επίπεδα που δεν έχουμε ξαναδεί.
Μερικές δεκάδες νεοφυείς επιχειρήσεις, όσο καλές κι αν είναι, δεν ακυρώνουν έναν μισθό κάτω από το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης ούτε ένα ενοίκιο που τρώει τον μισό μισθό. «Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε σημαντικά, ανέβηκε ο πάτος των αποδοχών.» Ανέβηκε ονομαστικά, στα 920 ευρώ μικτά, κάτω από 800 καθαρά.
Το ίδιο το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ υπολογίζει ότι ο κατώτατος μισθός αξιοπρεπούς διαβίωσης για το 2026 βρίσκεται γύρω στα 1.052 ευρώ μικτά, δηλαδή ο πάτος παραμένει πάνω από 130 ευρώ κάτω από το όριο της αξιοπρέπειας.
Οι διαδοχικές αυξήσεις ήταν της τάξης των 35 έως 40 ευρώ τον μήνα.
Και ο πραγματικός μέσος μισθός, διορθωμένος για τον πληθωρισμό, αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% από το 2019 έως το 2025, παραμένοντας γύρω στο 20% με 25% κάτω από τα επίπεδα πριν τα μνημόνια.
Ο πάτος ανέβηκε.
Απλώς παρέμεινε πάτος. «Υπάρχει δίχτυ στήριξης: market pass, επίδομα καυσίμων, επιδόματα ενοικίου.» Ναι, και εδώ κρύβεται η πιο σιωπηλή ομολογία.
Αν η αγορά ήταν πράγματι φθηνή και ο μισθός επαρκής, δεν θα χρειαζόταν κανένα market pass.
Το ίδιο το επίδομα είναι η παραδοχή ότι η αγορά δεν ταΐζει τον πολίτη μόνη της.
Τα μέτρα αυτά είναι παυσίπονα, προσωρινά και επιλεκτικά.
Δεν θεραπεύουν τη δομή, μόνο τη συγκαλύπτουν λίγο πριν πονέσει πολύ.
Και όσο μεγάλο μέρος της ακρίβειας οφείλεται στη διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους, όπως καταγράφει και το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, τόσο το επίδομα λειτουργεί σαν επιδότηση του προβλήματος, όχι σαν λύση του.
Η τέχνη να κατασκευάζεται ένας παράδεισος Δεν είναι λάθος να αναγνωρίζουμε ότι κάποιοι δείκτες βελτιώθηκαν.
Η ανεργία έπεσε σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια της κατάρρευσης, η οικονομία αναπτύχθηκε σε σχέση με τότε, οι εξαγωγές και οι επενδύσεις αυξήθηκαν.
Όλα αυτά είναι υπαρκτά.
Το ψέμα σπάνια κρύβεται στον ίδιο τον αριθμό.
Κρύβεται στην επιλογή του, στην απόκρυψη του ορισμού του και στη μετατροπή του σε καθολικό συμπέρασμα.
Όταν βολεύει, μιλούν για τον μέσο όρο.
Όταν ο μέσος όρος δεν βολεύει, μιλούν για ποσοστά.
Όταν τα ποσοστά δεν βολεύουν, μιλούν για ρυθμούς μεταβολής.
Και όταν ούτε αυτοί βολεύουν, διαλέγουν μία χώρα, ένα προϊόν, έναν μήνα και μία κατηγορία εργαζομένων.
Έτσι κατασκευάζεται ο παράδεισος.
Όχι με καλύτερη ζωή, αλλά με καλύτερη δικαιολογία για να στηριχθεί ένα αφήγημα.
Οι σύγχρονες Αντουανέτες δεν λένε πια ας φάνε παντεσπάνι.
Είναι πιο μορφωμένες και πιο ψηφιακές.
Λένε: ας κοιτάξουν τον μέσο όρο.
Και αν ο πολίτης επιμείνει ότι ο μισθός δεν φτάνει, ότι το σπίτι δεν πληρώνεται και ότι το νοσοκομείο αργεί, τότε μάλλον είναι αχάριστος και δεν κατάλαβε τη μεγάλη εικόνα.
Η μεγάλη εικόνα όμως δεν πληρώνει το ταμείο, δεν γεμίζει το ψυγείο, δεν βρίσκει σπίτι στον αναπληρωτή και δεν κλείνει ραντεβού στον ασθενή.
Και η μυρωδιά από τις δέκα μερίδες του διπλανού δεν χόρτασε ποτέ κανέναν που δεν τρώει καμία.
Αυτό είναι το πραγματικό ελληνικό success story: η τέχνη να βαφτίζεται η επιβίωση ευημερία και να ζητείται από τον πολίτη να χειροκροτήσει επειδή, σύμφωνα με το excel, είναι ήδη χορτάτος.
Πηγές στοιχείων: Eurostat (EU-SILC, Έρευνα Εργατικού Δυναμικού), ΟΟΣΑ (A Review of Greek Emigrants, International Migration Outlook 2025, Education at a Glance), ΕΛΣΤΑΤ, ΔΥΠΑ, ΙΝΕ ΓΣΕΕ και επίσημες κυβερνητικές ανακοινώσεις.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους