«Δεν είσαι τίποτα, Ελένη. Μια τίποτα». Η φωνή της μητέρας μου έτρεμε από μίσος καθώς πέταξε το diploma των σπουδών μου πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Το κοίταζε σαν να ήταν ένα κομμάτι σκουπίδι...
«Δεν είσαι τίποτα, Ελένη. Μια τίποτα». Η φωνή της μητέρας μου έτρεμε από μίσος καθώς πέταξε το diploma των σπουδών μου πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
Το κοίταζε σαν να ήταν ένα κομμάτι σκουπίδι. «Διαβάσε τα των άλλων.
Ο γιος της κυρίας Μαρίας έγινε δικηγόρος. Εσύ; Μια απλή λογίστρια σε μια εταιρεία που δεν ξέρει καν ο κόσμος.
Πότε θα μας κάνεις bang; Πότε θα σταματήσεις να μας ντύνεις τη φτώχεια;» Στάχισα.
Δεν είχα πει λέξη.
Στεκόμουν εκεί, με τα χέρια ακόμα κόκκινα από το πλύσιμο των πιάτων, ενώ το σπίτι μύριζε παλιό υγρασία και απογοήτευση.
Ήταν η καθημερινότητά μου.
Κάθε μου κίνηση, κάθε επιτυχία, ήταν πάντα «λίγη». Αν έφερνα τα χρήματα του μισθού μου για να πληρώσουμε το ρεύμα, μου έλεγε ότι είναι 당연ό, αφού δεν είχα έξοδα.
Αν προσπαθούσα να τη βοηθήσω, με κατηγορούσε ότι το κάνει γιατί «πλέον θεωρώ τον εαυτό μου ανώτερη». «Μα μαμά, δούλεψα δέκα ώρες σήμερα...» «Μη μου μιλάς για ώρες! Μίλα μου για το επίπεμα της ζωής μας! Κοίτα αυτό το σπίτι, κοίτα τα ρούχα σου.
Θέλεις να περάσεις τη ζωή σου έτσι;» Με κοίταζε με αυτά τα κρύα μάτια, σαν να ήμουν το λάθος της.
Το αποτύχωμα της αποτυχίας της ίδιας που προέκυπτε πάνω μου.
Θα καταφέρει η Ελένη να ελευθερωθεί οριστικά από το σκιόφιλο του παρελθόντος της; Διαβάστε τη συνέχεια της ιστορίας στο σχόλιο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους