[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

𝝩𝝞 𝝥𝝦𝝖𝝘𝝡𝝖𝝩𝝞𝝟𝝖 𝝚𝝘𝝞𝝢𝝚 𝝚𝝟𝝚𝝞𝝢𝝤 𝝩𝝤 𝝟𝝖𝝠𝝤𝝟𝝖𝝞𝝦𝝞 𝝩𝝤𝝪 𝟮𝟬𝟭𝟱 Πέρασαν 11, γεμάτα χρόνια. Τα ζήσαμε, δεν διαβάσαμε ή ρωτήσαμε για να τα μάθουμε. Έχετε απορίες. Προσωπικά έχω διαβάσει κάμποσα, πέρυσι πήγα και στην...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

𝝩𝝞 𝝥𝝦𝝖𝝘𝝡𝝖𝝩𝝞𝝟𝝖 𝝚𝝘𝝞𝝢𝝚 𝝚𝝟𝝚𝝞𝝢𝝤 𝝩𝝤 𝝟𝝖𝝠𝝤𝝟𝝖𝝞𝝦𝝞 𝝩𝝤𝝪 𝟮𝟬𝟭𝟱 Πέρασαν 11, γεμάτα χρόνια.

Τα ζήσαμε, δεν διαβάσαμε ή ρωτήσαμε για να τα μάθουμε.

Έχετε απορίες.

Προσωπικά έχω διαβάσει κάμποσα, πέρυσι πήγα και στην εκδήλωση με τη Ανγκελα Μέρκελ, ακούγοντάς τη να στάζει… μέλι (ω, ναι) για τον Αλέξη Τσίπρα, λέγοντας μάλιστα πως ήταν ο πιο ειλικρινής Ελληνας που μίλησε.

Προτού ξεκινήσω το πόνημα (longread για εσάς), οφείλω να είμαι ειλικρινής και ξεκάθαρος.

My view που λένε και στη δεύτερη πατρίδα μου, τον Καναδά.

Επιγραμματικά: πάντα ήμουν ΠΑΣΟΚ και ψήφισα μια φορά ΣΥΡΙΖΑ, τον Σεπτέμβριο του ’15, συνειδητά (η μόνη άλλη φορά που δεν ψήφισα το Κίνημα ήταν εκείνο τον Ιανουάριο, στηρίζοντας το κόμμα του ΓΑΠ). Στο δημοψήφισμα ψήφισα φυσικά «Όχι», ως ήταν το σωστό, περιμένοντας (με την πολιτική ζέση ενός 35χρονου, που ήμουν τότε, αλλά με την επίσης τότε απειρία και αμάθεια στα οικονομικά) από τον Τσίπρα να πάει να κάνει το deal.

Το έκανε.

Τρίτο μνημόνιο; Τρίτο μνημόνιο, και ορθώς έπραξε.

Ως έχει πει πάμπολλες φορές η Μέρκελ (και την επικαλούμαι διότι χωρίς αυτή θα είχαμε χρεοκοπήσει, και το εννοώ), με τα πρώτα δύο μνημόνια σώθηκε η Ευρώπη και με το τρίτο η Ελλάδα.

Και έχει δίκιο, ως αποδείχθηκε.

𝝩𝝰 𝝿𝝴𝞀𝝸𝝱𝝾𝝶𝞃𝝰… 𝝿𝞀𝝰𝝹𝞃𝝸𝝹𝝰 Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015. Η Ελλάδα βράζει, εις διπλούν.

Το θερμόμετρο χτυπάει 40άρια και το πολιτικό θερμόμετρο χτυπάει… 60άρια, όσοι δηλαδή ψήφισαν το περιβόητο «όχι» στο δημοψήφισμα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, μια ημέρα πριν.

Ένα «όχι» που, ως γνωστόν, ο Αλέξης Τσίπρας μετέτρεψε κατόπιν σε «ναι». Λείπει κάτι όμως.

Και το επανέφερε πρόσφατα στην επικαιρότητα ο Τσίπρας, με το αίτημα το οποίο διατύπωσε για να δημοσιοποιηθούν τα πρακτικά του συμβουλίου αρχηγών εκείνη τη Δευτέρα, που ακολούθησαν το δημοψήφισμα και προηγήθηκαν της περιβόητης συριζέικης κωλοτούμπας.

Τέτοια ήταν, μη γελιόμαστε, και ορθώς έγινε.

Ήρθε δεύτερος όμως.

Τον έχει προλάβει η Ζωή Κωνσταντοπούλου, έναν χρόνο πριν κι ακολούθησε με ανάλογο αίτημα και ο Σταύρος Θεοδωράκης, τότε επικεφαλής του Ποταμιού.

Πέρυσι η Κατερίνα Σακελλαροπούλου είχε απορρίψει το αίτημα της κ. Κωνσταντοπούλου λέγοντας πως είναι «απόρρητα έγγραφα» - το ίδιο επανέλαβε αυτή τη φορά και ο νυν ΠτΔ, Κωνσταντίνος Τασούλας.

Στο αίτημα της δημοσιοποίησης συνηγόρησε ο Δημήτρης Κουτσούμπας του ΚΚΕ, ο οποίος είναι ο μόνος από τους τότε συμμετέχοντες στη σύσκεψη που παραμένει πολιτικός αρχηγός! Η Φώφη Γεννηματά έχει φύγει από τη ζωή, ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης είναι ευρωβουλευτής (και τότε ήταν… υπηρεσιακός αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας μόλις για μερικές ώρες, αφού αποβραδίς είχε παραιτηθεί ο Αντώνης Σαμαράς), ενώ στις τάξεις των πολιτικά… απόστρατων κατατάσσονται πλέον ο Σταύρος Θεοδωράκης και ο Πάνος Καμμένος, όπως και ο τότε ΠτΔ Προκόπης Παυλόπουλος.

𝝥𝞀𝝰𝝹𝞃𝝸𝝹𝝾𝝲𝞀𝝰𝞅𝝾𝝸 𝝾𝞆𝝸, 𝝻𝝰𝝲𝝼𝝶𝞃𝝾𝞅𝞈𝝼𝝰 𝝾𝝻𝞈ς; Είναι το ερώτημα τι περιέχουν αυτά τα πρακτικά για τα οποία όλοι κόπτονται; Όχι! Πρακτικώς δεν υπάρχουν… πρακτικά.

Αφού έγιναν οι επίσημες δηλώσεις (ως έλεγε αργότερα η Φώφη Γεννηματά, «μιλούσαμε λες και απευθυνόμασταν στους ψηφοφόρους μας και όχι βάσει της κρισιμότητας των στιγμών») και καταγράφηκαν, ο Σταύρος Θεοδωράκης πρότεινε να αποχωρήσουν οι πρακτικογράφοι.

Ο κ. Μεϊμαράκης συνηγόρησε στο να αποχωρήσουν οι πρακτικογράφοι, ο κ. Τσίπρας είπε και αυτός «ναι να φύγουν» και ο κ. Παυλόπουλος έδωσε τη σχετική εντολή.

Ωστόσο, ναι μεν έφυγαν οι πρακτικογράφοι αλλά η πληροφορία είναι πως τα μαγνητόφωνα… έμειναν.

Οι πρακτικόγραφοι -που κάνουν στενογραφία- έχουν και έναν μαγνητόφωνο για να επιβεβαιώσουν τα γραφόμενα.

Λένε λοιπόν ότι άφησαν τα μαγνητόφωνα να γράφουν… «Μακάρι», είπε τις προάλλες στο δελτίο του Alpha ο Σταύρος Θεοδωράκης. «Μακάρι, για να μπορέσει ο ιστορικός του μέλλοντος, ο επόμενος Έλληνας, να δει πώς καταφέραμε επτά άνθρωποι με εντελώς διαφορετικές τοποθετήσεις να ομονονοήσουμε σε ένα τέτοιο σοβαρό θέμα». Εντέλει, στην κοινή δήλωση όλοι οι αρχηγοί -πλην του γ.γ. του ΚΚΕ-, ομονοούσαν ότι «η πρόσφατη απόφαση του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα δεν στοιχειοθετεί εντολή αποχώρησης από την Ευρωζώνη, αλλά εντολή συνέχισης και ενίσχυσης της προσπάθειας για να επιτευχθεί μια κοινωνικά δίκαιη και οικονομικά λειτουργική συμφωνία». Η (σωστή) στροφή 180 μοιρών από τον Αλέξη Τσίπρα είχε ολοκληρωθεί.

Η ιστορία δεν ξεγράφεται, αλλά διδάσκει.

Άλλωστε, όπως έλεγε και ο Γιώργος Σεφέρης, «όσο πιο πολύ πίσω πάμε στο παρελθόν, τόσο πιο μακριά στο μέλλον μπορούμε να δούμε». 𝝜 𝝰𝝿𝝾𝞃𝞄𝞆𝝸𝝰 𝞃𝝾𝞄 «𝝹𝞈𝝺𝝾𝞃𝝾𝞄𝝻𝝿𝝰» 𝝨𝝰𝝻𝝰𝞀𝝰 Στις αρχές του 2014, υπήρχε στη (συγ)κυβέρνηση Σαμαρά η προσδοκία ότι η οικονομία έμπαινε σε τροχιά ανάκαμψης – διαδικασία που θα επιταχυνόταν αν οι Ευρωπαίοι προχωρούσαν σε ελάφρυνση του χρέους που κατέχει ο επίσημος τομέας. Η Ελλάδα, άλλωστε, ξεπερνώντας τους στόχους του προγράμματος, είχε πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα ήδη από το 2013.

Εν τω μεταξύ, ο νέος κυβερνητικός εταίρος της Μέρκελ, μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2013, ήταν το κεντροαριστερό SPD – ένα κόμμα λιγότερο εχθρικό προς το ελληνικό αίτημα για νέα ελάφρυνση του χρέους απ’ ό,τι το φιλελεύθερο FDP.

Ωστόσο, κορυφαία στελέχη του ΔΝΤ έβλεπαν με απογοήτευση ότι η ελληνική πλευρά δεν πίεζε σε αυτήν την κατεύθυνση, ενώ όταν το Ταμείο το έθετε επίμονα, η ελληνική αντίδραση ήταν αρνητική.

Αιφνιδίως η Αθήνα έμοιαζε να υιοθετεί την ανάλυση του Κλάους Ρέγκλινγκ, τότε επικεφαλής του ESM, σύμφωνα με την οποία το ελληνικό χρέος είχε καταστεί βιώσιμο μετά το PSI και δεν χρειαζόταν περαιτέρω παρεμβάσεις.

Άρα ότι η κρίση τελείωσε. Ο Αντώνης Σαμαράς έθεσε το ζήτημα του χρέους στην καγκελάριο Μέρκελ την άνοιξη του 2014.

Της μίλησε για θέμα αρχής, δεδομένων των δεσμεύσεων του Νοεμβρίου του 2012, και για ευκαιρία για το Βερολίνο να χαιρετίσει την επιτυχή στροφή της Ελλάδας, βάσει μιας εν πολλοίς γερμανικής συνταγής. Η Μέρκελ το άφησε για το μέλλον.

Ήταν η στιγμή που ο Σαμαράς κατάλαβε ότι δεν είχε μέλλον και έπρεπε να πηδήξει από ένα καράβι ακυβέρνητο. Η Ελλάδα δεν προχωρούσε σε άλλα μέτρα, δεν θα έκλεινε την αξιολόγηση και τον αποτελείωσε… ο Γκίκας Χαρδούβελης και το περιβόητο μέιλ του. Θυμάστε; Διέρρευσε στη «Real News» και προέβλεπε μέτρα 1 δισ. ευρώ (όπως αύξηση της φορολογίας στα ξενοδοχεία ύψους 350 εκατ. ευρώ, πάγωμα συντάξεων για τριετία και άλλα). Η συνέχεια είναι γνωστή.

Ο πελαγωμένος Σαμαράς τα… έριξε στον ΣΥΡΙΖΑ, ότι δεν στήριζε τον Σταύρο Δήμα για Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Επισήμως, αυτό λέει ως και σήμερα.

Ωστόσο ήδη από το καλοκαίρι του 2014 μέλη του ΔΝΤ, οικονομική παράγοντες και Ευρωπαίοι τραπεζίτες άρχισαν σταδιακά να συναντιούνται, υπό μυστικότητα, με μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, που τους ήταν παντελώς άγνωστο ως κόμμα.

Η συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου είχε τελειώσει, αφήνοντας πίσω ένα ανολοκλήρωτο δεύτερο μνημόνιο.

Που προφανώς δεν αρκούσε.

𝝤𝝸 𝝴𝞄𝝷𝞄𝝼𝝴ς 𝝩𝞂𝝸𝝿𝞀𝝰 𝝹𝝰𝝸 𝝗𝝰𝞀𝝾𝞄𝞅𝝰𝝹𝝶 Ο ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά είχε θέσει το χρέος στο επίκεντρο της ρητορικής του.

Στην ομιλία του τον Σεπτέμβριο του 2014 στη ΔΕΘ, όπου παρουσίασε το αλήστου μνήμης «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», ο Τσίπρας είχε μιλήσει για «διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους της ονομαστικής αξίας του χρέους, ώστε να γίνει βιώσιμο». Ο τότε νέος υπουργός Οικονομικών, Γιάνης Βαρουφάκης, είχε διακριθεί ως οικονομικός αναλυτής υπογραμμίζοντας την αδυναμία ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας χωρίς περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους.

Και κλήθηκε να το κάνει πράξη.

Ωστόσο από τις πρώτες του επαφές ως υπουργός, με ομολόγους του στην Ευρωζώνη και με τα διεθνή ΜΜΕ, ο Βαρουφάκης τόνιζε ότι η Αθήνα δεν επιθυμεί να λάβει την τελευταία δόση του δεύτερου προγράμματος, αλλά μία ριζική επαναδιαπραγμάτευση, που θα περιλάμβανε προβλέψεις για σημαντική απομείωση των δανειακών βαρών της χώρας.

Τι του είπε τελικά στην πρώτη τους συνάντηση ο Πολ Τόμσεν ως επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ; Ότι ήταν «κατ’ ελάχιστον υπέρ της διαγραφής των 54 δισ. ευρώ» (δάνεια από το πρώτο πρόγραμμα), υπό τον όρο να προχωρούσαν σοβαρές μεταρρυθμίσεις.

Η «περήφανη διαπραγμάτευση» που ακολούθησε, απομόνωσε την Ελλάδα στο Eurogroup και δεν επέτρεψε να συζητηθούν περαιτέρω τέτοιες ιδέες ενώ το χρέος μεγάλωνε. Ο Βαρουφάκης ουδέποτε… υπούργευσε.

Από την Ευρωζώνη ζητούσαν ανθρώπους του υπουργείου να ταξιδέψουν στις Βρυξέλλες και ο Βαρουφάκης έστελνε άσχετους υπαλλήλους, που δεν ήξεραν τι να πουν! Μια εκ των οποίων και φίλη μου… Γιατί; Για να κερδίσει χρόνο, άγνωστο γιατί. Ο Βαρουφάκης δεν έκανε το παραμικρό, έχοντας εντέλει δική του ατζέντα.

Για πέντε μήνες πήγε την Ελλάδα χρόνια πίσω (οικονομικώς) και προφανώς η είναι ευθύνη του Τσίπρα που τον εμπιστεύτηκε.

Ο οποίος Τσίπρας είχε πεισθεί ότι η διαπραγμάτευση θα διεξαγόταν κατά κύριο λόγο σε πολιτικό επίπεδο και ότι θα κατάφερνε να πείσει τους Ευρωπαίους αρχηγούς για την ανάγκη αναδιάρθρωσης του χρέους και τη ριζική αλλαγή του μείγματος οικονομικής πολιτικής με στόχο την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Κανένα… σκίσιμο μνημονίου με έναν νόμο και με ένα άρθρο. Ο Τσίπρας υποτίμησε τις παγιωμένες αντιλήψεις περί ελληνικής αφερεγγυότητας , την ουσιαστική απομόνωση της Ελλάδος στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, την εχθρική στάση του εκλογικού σώματος σε πολλά-κράτη μέλη όσον αφορά σε οποιαδήποτε μορφής πρόσθετη οικονομική στήριξη και την ανάγκη εξαντλητικής τεκμηρίωσης και κοστολόγησης κάθε μέτρου, με στόχο οι πιστωτές να εισπράξουν τα οφειλόμενα.

Δεν το περίμενε.

Και το κατάλαβε εκείνο το καλοκαίρι… Πρακτικά, με την επιλογή Βαρουφάκη στη θέση του υπουργού Οικονομικών, του «αρχικού και ολέθριου» διαπραγματευτή, έγινε η αρχή μιας χαοτικής και άκρως επικίνδυνης πορείας. Γιατί; Επειδή αποτέλεσε το πρώτο σημάδι ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν διέθετε κάποιο συγκροτημένο σχέδιο διαπραγμάτευσης, το οποίο ο Βαρουφάκης θα καλούνταν να υλοποιήσει. Ο Τσίπρας υπερτίμησε τις ικανότητες του ειδικού της «θεωρίας των παιγνίων» και υποτίμησε τις αδυναμίες του. άνθρωπος με εντονότατη έπαρση, ακατάπαυστη ροπή προς την υπερβολή και αυτοκαταστροφικό πάθος, ένας ακατάλληλος ως διαπραγματευτής έπαιξε τη χώρα στα ζάρια.

Και έφερε ντόρτια.

𝝜𝞃𝝰𝝼 𝞂𝞈𝞂𝞃𝝾 𝝶 𝝺𝝰𝝼𝝷𝝰𝞂𝝻𝝴𝝼𝝾 𝞃𝝾 𝝳𝝶𝝻𝝾𝞇𝝶𝞅𝝸𝞂𝝻𝝰; Μετά από εβδομάδες διαπραγματεύσεων κι ενώ η Ελλάδα είναι (επιτέλους) κοντά σε συμφωνία, οι Ευρωπαίοι ξύπνησαν, κατέβηκαν από τα δωμάτια στους χώρους όπου συναντιούνταν και ενημέρωσαν πως αίφνης διαπίστωσαν ότι είχαν… ξεχάσει μέτρα ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων. Οι Έλληνες, μέλη της κυβέρνησης, αντιλήφθηκαν πως τους περιπαίζουν και γύρισαν στην Ελλάδα.

Τις λεπτομέρειες εκείνων των ωρών μπορείτε να τις διαβάσετε στο εξαιρετικό βιβλίο «Η τελευταία μπλόφα» των Βικτώριας Δενδρινού και Ελένης Βαρβιτσιώτη. Ο Αλέξης Τσίπρας είχε μπροστά του τρεις επιλογές.

Πρώτον, να αποδεχθεί το σχέδιο Γιουνκέρ με κίνδυνο αυτό να καταψηφισθεί στη Βουλή τόσο από την αντιπολίτευση όσο και από κυβερνητικούς, δικούς του βουλευτές.

Δεύτερον, να το απορρίψει ο ίδιος , πράγμα που θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη σύγκρουση και αδιέξοδο.

Τρίτον, να αποφορτίσει την πολιτική ένταση, αναζητώντας διέξοδο στο πολιτικό αδιέξοδο.

Μεταφέροντας την απόφαση στον κόσμο, προσέδωσε πολιτικά χαρακτηριστικά στην αντιπαράθεση με τους πιστωτές.

Στηριζόμενος στην ευρεία πλειοψηφία του 61,3% που ψήφισαν «όχι» στο δημοψήφισμα, ήλπιζε πως θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική του δύναμη.

Εντός συνόρων, ναι. Έγινε.

Εκτός όμως; Η πρώτη αριστερή κυβέρνηση απέπνεε ερασιτεχνισμό από όλους τους πόρους της.

Ηταν μια κυβέρνηση… προεκλογικής κοπής που προσπαθούσε να προσαρμοσθεί σε ένα ρόλο που την είχε αιφνιδιάσει και τον οποίο έμοιαζε να μην ξέρει τι να τον κάνει.

Υπήρχε μία αίσθηση προσδοκίας, ότι δηλαδή Αλέξης Τσίπρας ως φρέσκος και νέος πολιτικός θα άλλαζε το κράτος. Φευ… 𝝩𝝸 𝝺𝝴𝝴𝝸 𝝶 𝝡𝝴𝞀𝝹𝝴𝝺 𝝲𝝸𝝰 𝞃𝝾𝝼 𝝩𝞂𝝸𝝿𝞀𝝰 Πολλά έχουν ειπωθεί αλλά και γραφτεί για την ιδιόμορφη σχέση του Αλέξη Τσίπρα (πρωθυπουργού της Ελλάδας από το 2015 έως το 2019) με την Άνγκελα Μέρκελ (Καγκελάριο της Γερμανίας από το 2005 έως το 2021). Δύο πολιτικά πρόσωπα που βρέθηκαν «στα χαρακώματα» της -ακραίων συνθηκών- διαπραγμάτευσης του καλοκαιριού του 2015 για να συνυπάρξουν τα επόμενα χρόνια στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Η γερμανίδα Καγκελάριος δεν είχε τότε κρύψει το ενδιαφέρον της για τον πολιτικό Αλέξη Τσίπρα με τον οποίο συναντήθηκε αρκετές φορές, κάποιες εξ αυτών σε κλίμα αταίριαστο με την διαφορετική προσέγγιση που είχαν στο σύνολο των θεμάτων που απασχολούσαν την ΕΕ και την Ελλάδα.

Μία ερμηνεία αυτής της… γοητείας που ασκούσε ο Τσίπρας στην Μέρκελ διαφαίνεται στο απόσπασμα των απομνημονευμάτων της.

Χαρακτηριστικό είναι το σχετικό απόσπασμα που καταγράφεται στα απομνημονεύματα της Μέρκελ και αφορά στην ευρωπαϊκή σύνοδο της 26ης Ιουνίου του 2015, δηλαδή την κορύφωση της θερινής διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης Τσίπρα με τους λεγόμενους «θεσμούς». Τότε που ο τότε πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ κατέθεσε την τελική πρόταση, με μηδενικά χρονικά περιθώρια, για την οποία κλήθηκε να αποφασίσει με δημοψήφισμα ο ελληνικός λαός μερικές ημέρες αργότερα. Η Μέρκελ περιγράφει την στιγμή αναφέροντας πως ύστερα από την παρουσίαση της πρότασης ο Τσίπρας δεν έχει τοποθετηθεί επ’ αυτής.

Έτσι αποφασίζει να πάρει πρωτοβουλία.

Το απόσπασμα έχει ως εξής: «-Αλέξη, δεν είπες τίποτα ακόμη.

Σκοπεύεις να πάρεις τον λόγο; -Όχι, ο Ντόναλντ έχει ήδη εξηγήσει τα πάντα. -Και τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;, τον ρώτησα έντρομη. -Θα πάρω αμέσως το αεροπλάνο για Αθήνα και θα συσκεφτώ με το υπουργικό μου συμβούλιο για το τι θα κάνουμε, απάντησε ήρεμα.

Έμεινα με το στόμα ανοιχτό.

Έκανα τον γύρο του τραπεζιού και πλησίασα τον Ολάντ.

Ήταν κι εκείνος έκπληκτος.

Και οι δυο μας, όπως άλλωστε και οι άλλοι, είχαμε αποκομίσει σαφώς την εντύπωση πως οΤσίπρας είχε αποδεχτεί το αποτέλεσμα των νυχτερινών διαπραγματεύσεων. Ο Τουσκ είχε επίσης μιλήσει στο ίδιο μήκος κύματος.

Επέστρεψα στον Τσίπρα και τον ρώτησα: -Και τι φαντάζεσαι πως θα προκύψει από τις διαβουλεύσεις; -Δεν ξέρω. -Πότε θα ξέρεις; επέμεινα. -Αυτό θα σου το πω σήμερα, νωρίς το βράδυ. Ο Ολάντ κι εγώ κανονίσαμε να γίνει μια τριμερής τηλεφωνική επικοινωνία. Ο Τσίπρας μάς είπε, στον Ολάντ και σ’ εμένα, ότι το υπουργικό του συμβούλιο αποφάσισε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το συμφωνηθέν πρόγραμμα.

Για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα έπρεπε να αποφασίσει ο λαός.

Θα το ανακοίνωνε στους πολίτες του σε τηλεοπτικό διάγγελμα το ίδιο βράδυ.

Μέχρι εδώ, όλα καλά, σκέφτηκα.

Στη συνέχεια ρώτησα ποια ήταν η σύσταση της κυβέρνησής του προς τον λαό.

Όχι, φυσικά, είπε νέτα σκέτα.

Απ’ όλα τα τηλεφωνήματα που έχω κάνει ποτέ στην πολιτική μου ζωή, αυτό εδώ μου επιφύλαξε ίσως τη μεγαλύτερη έκπληξη.

Προς στιγμήν ο Ολάντ κι εγώ μείναμε άφωνοι…». Πολλοί δημοσιολόγοι ή αναλυτές της περιόδου εκτιμούν ότι το στοιχείο της εκτίμησης που έχει δημόσια παραδεχθεί η Μέρκελ για τον Τσίπρα και το αντίστροφο, βασίζεται σε κοινά στοιχεία που έχουν τα δύο πολιτικά πρόσωπα.

Όπως για παράδειγμα την καταγωγή τους από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα ή την ένταξη τους στην πολιτική μέσω νεολαιών που όμνυαν στην αριστερά, αν και σε εντελώς διαφορετικές περιόδους και συνθήκες.

Αυτό όμως που φαίνεται να προκύπτει από τα όσα εξομολογείται η Μέρκελ είναι πως – σίγουρα – εκτίμησε τον τρόπο που ο Τσίπρας κινήθηκε στον πολιτικό στίβο σε μία εξαιρετικά απαιτητική περίοδο κι εν μέσω μίας διαπραγμάτευσης όπου – αντικειμενικά- ο τότε πρωθυπουργός δεν είχε το «πάνω χέρι». Η κίνηση του για την διενέργεια δημοψηφίσματος στις 5 Ιουλίου του 2015 δεν αποτιμάται από την βασική αντίπαλό του ως μια κίνηση δίχως περίσκεψη, ως αντίδραση απέναντι σε αδιέξοδο ή ως ιδεοληπτική προσέγγιση.

Άλλα ως ένας πολιτικός ελιγμός τμήμα ενός σχεδιασμού με συγκεκριμένη στόχευση.

𝝖𝝿𝝾 𝞃𝝾 «𝗴𝗼 𝗯𝗮𝗰𝗸, 𝝹𝞄𝞀𝝸𝝰 𝝡𝝴𝞀𝝹𝝴𝝺» 𝞂𝞃𝝶 𝝻𝝴𝞃𝝰𝞂𝞃𝞀𝝾𝞅𝝶 Παρόλο που δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος από την επίσκεψη της Μέρκελ στην Αθήνα, κατά την οποία χιλιάδες οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ διαδήλωναν κατά της Γερμανίδας καγκελαρίου, αυτό δεν φαίνεται να την επηρέαζε καθώς υποδεχόταν τον νέο Ελληνα πρωθυπουργό τον Μάρτιο του 2015 στην καγκελαρία.

Τέσσερις ημέρες νωρίτερα, στις Βρυξέλλες, είχαν συναντηθεί με τον Αλέξη Τσίπρα για πρώτη φορά μαζί με τους επικεφαλής των θεσμών και τον τότε Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ, μια συνάντηση που είχε ζητήσει επίμονα τότε ο Τσίπρας. Η Μέρκελ του είχε τότε τονίσει ότι η εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ήταν αδιαπραγμάτευτη και ότι η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να μάθει να διαπραγματεύεται αυτά τα θέματα στο τεχνικό επίπεδο με τους πιστωτές και όχι με τους ηγέτες. «Η συνάντηση είναι εξαίρεση», του είπε.

Αυτό θα του το υπενθύμιζε ξανά και ξανά τους επόμενους μήνες, κάθε φορά που εκείνος την αναζητούσε, προσπαθώντας να παρακάμψει τις διαπραγματεύσεις.

Πριν εκλεγεί πρωθυπουργός, ο Τσίπρας είχε επιτεθεί πολλές φορές δημοσίως στην καγκελάριο, με γνωστότερο το περιβόητο «Go back, κυρία Μέρκελ, go back, κύριε Σόιμπλε, go back, κυρίες και κύριοι της συντηρητικής νομενκλατούρας της Ευρώπης». Η φράση θα έπαιζε ξανά και ξανά στο ελληνικό ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, ενώ ο ίδιος κατηγορούσε την προηγούμενη κυβέρνηση ότι ήταν «μερκελιστές». Τώρα, όμως, βρισκόταν στην αμήχανη θέση όχι μόνο να επισκέπτεται το κτίριο της καγκελαρίας, αλλά και να προσπαθεί να πείσει την ίδια την καγκελάριο ότι ήταν αξιόπιστος συνομιλητής της.

Μετά την πρώτη συνάντηση στις Βρυξέλλες, η προνοητική Γερμανίδα καγκελάριος συνειδητοποίησε ότι οι Ελληνες ήταν άπειροι, χρειάζονταν επειγόντως προετοιμασία πριν τη συναντήσουν στο Βερολίνο.

Οι οδηγίες που έφτασαν στην ελληνική ομάδα ήταν σαφείς. «Είναι πολύ επιμελής, δίνει μεγάλη σημασία στη λεπτομέρεια, γνωρίζει πολύ καλά το ελληνικό πρόγραμμα και δεν θα δεχόταν μια γενικόλογη συζήτηση.

Μη νομίζετε ότι θα συζητήσει χωρίς συγκεκριμένους αριθμούς, διαγράμματα και αποτελέσματα.

Θα σας ρωτήσει για τα πάντα». Η Γερμανίδα καγκελάριος ήταν φυσικός.

Είχε επιλέξει να σπουδάσει τη συγκεκριμένη επιστήμη επειδή θεωρούσε ότι στη Φυσική «η αλήθεια δεν μπορεί να διαστρεβλωθεί εύκολα», όπως γινόταν με πολλά πράγματα στην πρώην κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία, όπου είχε μεγαλώσει.

Η παραμικρή παραποίηση γεγονότων και αριθμών δεν θα περνούσε απαρατήρητη.

Το μυαλό της Μέρκελ δούλευε σαν κομπιούτερ, συγκρίνοντας πάντα διαφορετικά μοντέλα, δοκιμάζοντας επιχειρήματα και καταλήγοντας σε συμπεράσματα.

Κανείς άλλωστε δεν μπορούσε να ξεχάσει πώς κατά τη διάρκεια των συνόδων κορυφής στην αρχή της κρίσης του ευρώ, παρουσίαζε η ίδια στους υπόλοιπους ηγέτες της Ε.Ε. πίνακες και διαγράμματα που απεικόνιζαν την πορεία της οικονομίας. Ο Τσίπρας έπρεπε να είναι άριστα προετοιμασμένος.

Μόλις έφτασε, η Μέρκελ σύστησε τον Τσίπρα στους στενούς συνεργάτες της κι εκείνος έκανε το ίδιο με την ομάδα του – ένας προς έναν στάθηκαν στη σειρά για να γνωρίσουν την ισχυρότερη πολιτικό της Ευρώπης.

Στη συνέχεια, όπως συνέβη και με τον Αντώνη Σαμαρά κατά την πρώτη του επίσκεψη στο Βερολίνο, τον Αύγουστο του 2012, η καγκελάριος οδήγησε τον Τσίπρα στο μπαλκόνι του γραφείου της, όπου παρέμειναν οι δυο τους περίπου δέκα λεπτά.

Το 2015, όμως, η κατάσταση ήταν διαφορετική. Η Ευρωζώνη ήταν πολύ καλύτερα προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει μια νέα ελληνική κρίση και η Μέρκελ το γνώριζε αυτό καλά. «𝝖𝝺𝝴𝝽𝝶, 𝝰𝞄𝞃𝝾 𝝿𝝾𝞄 𝝴𝝹𝝰𝝼𝝰 𝝲𝝸𝝰 𝞂𝝴𝝼𝝰 𝞃𝝾𝞃𝝴 𝝳𝝴𝝼 𝞃𝝾 𝝴𝞆𝞈 𝝹𝝰𝝼𝝴𝝸 𝝻𝝴 𝝹𝝰𝝼𝝴𝝼𝝰𝝼» Πριν από την έναρξη της συνάντησης, τα μέλη της γερμανικής ομάδας είχαν ενημερώσει τους Ελληνες ομολόγους τους να είναι προετοιμασμένοι να απαντήσουν σε συγκεκριμένα σημεία, κυρίως σε θέματα αύξησης των εσόδων και καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Η Μέρκελ είχε μαζί της ένα ολιγοσέλιδο έγγραφο, το οποίο συνόψιζε τη συμφωνία επέκτασης του προγράμματος.

Ο σύμβουλός της για τα ευρωπαϊκά θέματα Νικολάους Μέγιερ-Λάντρουτ μετέφερε μαζί του και τους αναλυτικούς φακέλους για τις μεταρρυθμίσεις – καθένας θύμιζε σε όγκο παλιό τηλεφωνικό κατάλογο του ΟΤΕ.

Ηταν προφανές πως η Μέρκελ ήθελε να έχει πάντα τον απόλυτο έλεγχο.

Η καγκελάριος ήταν επιφυλακτική στις απαντήσεις που είχε προετοιμάσει η ελληνική πλευρά, λέγοντας στον Τσίπρα ότι οι εμπειρογνώμονες έπρεπε πρώτα να ελέγξουν κατά πόσον τα σχέδιά του ήταν βιώσιμα.

Οταν όμως η συζήτηση στράφηκε σε άλλους τομείς, όπως οι συντάξεις ή οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, έγινε φανερό ακόμη και στην ελληνική πλευρά ότι η ανάλυση που έκαναν στην καγκελάριο δεν ήταν αρκετά ενδελεχής. «Οπότε τι προτείνετε για τον αριθμό πέντε;» ρωτούσε για παράδειγμα η Μέρκελ τον Τσίπρα, ο οποίος δυσκολευόταν να βρει μια πειστική απάντηση σε κάτι τόσο συγκεκριμένο.

Η συνάντηση διήρκεσε συνολικά 4,5 ώρες.

Ποτέ στο παρελθόν η Αγκελα Μέρκελ δεν είχε προσφέρει τόσο χρόνο σε Ελληνα πρωθυπουργό, εξετάζοντας ένα προς ένα όλα τα ζητήματα.

Αυτό ήταν κάτι που θα υπενθύμιζε στον Τσίπρα τους ερχόμενους μήνες λέγοντάς του: «Αλέξη, αυτό που έκανα για σένα τότε δεν το έχω κάνει με κανέναν». Η πρώτη επίσκεψη του Τσίπρα στο Βερολίνο συντέλεσε στη δημιουργία μιας ειδικής σχέσης με την πανίσχυρη Γερμανίδα καγκελάριο.

Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύσκολων μηνών θα αναζητούσε κατ’ επανάληψιν τη συμβουλή της κι εκείνη συχνά θα του την προσέφερε.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι οι δυο τους υπηρετούσαν διαμετρικά αντίθετες φιλοσοφίες: Η Μέρκελ ένιωθε ότι είχε την ευθύνη να διατηρήσει την Ευρώπη άθικτη, ενώ η εντολή του Τσίπρα ήταν να την αλλάξει.

Εκείνη ανήκε στη συντηρητική Κεντροδεξιά, ενώ εκείνος εκπροσωπούσε τη ριζοσπαστική Αριστερά. Η Μέρκελ απεχθανόταν το ρίσκο, ο Τσίπρας το επιζητούσε.

Η ειρωνεία είναι, φυσικά, ότι η Μέρκελ ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Τσίπρας ήρθε στην εξουσία: Αν δεν είχαν μεσολαβήσει στην Ελλάδα τα πέντε χρόνια λιτότητας γερμανικής έμπνευσης, ο Τσίπρας μπορεί και να παρέμενε ένας άγνωστος ηγέτης ενός μικρού ελληνικού κόμματος.

𝝜 𝝲𝝾𝝶𝞃𝝴𝝸𝝰 𝝹𝝰𝝸 𝞃𝝾 𝞃𝝴𝝺𝝾ς 𝞃𝞈𝝼 𝝻𝝼𝝶𝝻𝝾𝝼𝝸𝞈𝝼 Ο Τσίπρας, μετά την πρώτη του συνάντηση με τη Μέρκελ επέστρεψε στην Αθήνα «γοητευμένος» από τη Γερμανίδα καγκελάριο, σύμφωνα με άτομα του στενού του κύκλου, τα οποία έμειναν εμβρόντητα ακούγοντάς τον να περιγράφει τη μέχρι χθες υπ’ αριθμόν ένα εχθρό τους με τόσο θετικά λόγια.

Η πιο σημαντική συνάντηση με τη Γερμανίδα καγκελάριο πάντως έγινε στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής στις 12 Ιουλίου 2015, που θα έκρινε την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ.

Είχε προηγηθεί το δημοψήφισμα με τα γνωστά αποτελέσματα και η Μέρκελ με τον Γάλλο πρόεδρο είχαν συναντηθεί στο Παρίσι για να συμφωνήσουν σε μία κοινή γραμμή για το πώς θα αντιμετωπίσουν την Ελλάδα. Η Μέρκελ σε εκείνη τη συνάντηση είχε ξεκαθαρίσει στον Γάλλο πρόεδρο ότι είναι διατεθειμένη να προχωρήσει με την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, εάν η ελληνική κυβέρνηση δεν δείξει αποφασιστικότητα στην εφαρμογή σκληρών μέτρων.

Εκείνη την Κυριακή στο κτίριο Justus Lipsius στις Βρυξέλλες, οι βασικές διαπραγματεύσεις έγιναν σε ένα μικρό δωμάτιο δίπλα από την αίθουσα της Συνόδου, με τη Μέρκελ, τον Ολάντ, τον Τσίπρα και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού, Συμβουλίου, Τουσκ. Η Γερμανίδα καγκελάριος στις 17 ώρες διαπραγμάτευσης έπρεπε να καταλήξει σε μια πραγματικά αυστηρή συμφωνία ώστε να γίνει αποδεκτή από τον υπουργό Οικονομικών της, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αλλά όχι τόσο εξευτελιστική που δεν θα τη δεχόταν ο σοσιαλιστής κυβερνητικός της εταίρος. Ο Τσίπρας κράτησε τη χώρα στο ευρώ φεύγοντας εκείνο το βροχερό πρωινό από τις Βρυξέλλες, αλλά φέρνοντας πίσω ένα νέο αυστηρότερο πρόγραμμα προσαρμογής αξίας 86 δισ. ευρώ.

Η μεταναστευτική κρίση, όμως, ήταν αυτή που έφερε τους δύο ηγέτες ιδιαίτερα κοντά, καθώς ο Τσίπρας θεωρήθηκε βασικός σύμμαχος του Βερολίνου στην αντιμετώπιση του προσφυγικού κύματος.

Από το καλοκαίρι του 2015, και πριν στεγνώσει το μελάνι του τρίτου μνημονίου, εκατομμύρια μετανάστες ήταν έτοιμοι να περάσουν τα σύνορα της Ευρώπης μέσα από τα νησιά του Αιγαίου, απειλώντας την ενότητα και τη σταθερότητα ολόκληρης της ηπείρου.

Μέσα από τη μεταναστευτική κρίση, η εικόνα του Τσίπρα στη Μέρκελ άλλαξε δραστικά.

Ενώ μέχρι τη συμφωνία του Ιουλίου αποτελούσε τον λαϊκιστή πολιτικό που απειλούσε την Ευρωζώνη, με το που έγινε μέρος της λύσης, η ευελιξία απέναντί του στην εφαρμογή του προγράμματος αυξήθηκε αισθητά, σε αντίθεση με τους προκατόχους του που οι πολιτικές συγκυρίες δεν τους είχαν βοηθήσει. Η Μέρκελ είχε πάντα άμεση προτεραιότητα την παραμονή της στην εξουσία και, τελικά, με ποιον θα συμμαχούσε ή θα αντιτασσόταν για να το πετύχει αυτό δεν είχε και τόση σημασία… 𝝚𝝼 𝝹𝝰𝞃𝝰𝝹𝝺𝝴𝝸𝝳𝝸 Η Ελλάδα ήθελε, με πρωτοβουλία του Γιώργου Παπανδρέου, να κάνει δημοψήφισμα το 2011.

Δεν πρόλαβε.

Εν μια νυκτί ο Βαγγέλης Βενιζέλος και οι άλλοι αποστάτες του ΠΑΣΟΚ έριξαν από την εξουσία των ΓΑΠ και αγκάλιασαν εντέλει τον Αντώνη Σαμαρά, καταστρέφοντας δια παντός το κόμμα.

Τα είχα γράψει και παλιότερα (https://tinyurl.com/wv2hmn6f). Κάθε κυβέρνηση έχει αναφαίρετο δικαίωμα να απευθυνθεί στον λαό.

Και ο ΓΑΠ είχε δίκιο τότε (και τον πούλησαν εκ των έσω), και ο Τσίπρας το 2015.

Διότι (και επικαλούμαι ατάκα της Μέρκελ) «η τέχνη στην πολιτική είναι να έχεις δύο θέσεις και να ξέρεις ότι δεν θα συγκεραστούν πότε, άρα η τέχνη ήταν να διαμορφώσεις μια κοινή θέση».

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences